Η Θεολογία της Ταπεινώσεως.






Η Θεολογία της Ταπεινώσεως, η Θεραπεία και η Οντολογία της Συγχωρήσεως.


Στη θεολογική γραμματεία, η αληθής σοφία δεν μετράται από την ποσότητα των λέξεων, αλλά από την εγγύτητά της στην Αλήθεια. Όπως παρατηρείται στην πατερική παράδοση, η πολυλογία συχνά συσκοτίζει την ουσία, ενώ η πνευματική σύνεση επιτρέπει την άμεση κατάληψη των νοημάτων. Οι έξυπνοι άνθρωποι μπορούν να συνεννοηθούν με λίγες λέξεις ενώ οι εγωιστές χρειάζονται ώρες και μέρες και πάλι δεν καταλήγουν σε λύσεις.


Η διαφωνία γύρω από τον τρόπο συγχωρήσεως των αμαρτιών και το αν αυτή απαιτεί τη διαμεσολάβηση του μυστηρίου της Μετανοίας και Εξομολογήσεως, ή εξαντλείται σε μια ατομική, εσωτερική αναφορά προς τον Θεό, εδράζεται συχνά σε μια θεμελιώδη παρερμηνεία της φύσεως της αμαρτίας. 


Η αμαρτία στην Ορθόδοξη Θεολογία δεν νοείται νομικά ή δικανικά, ως απλή παράβαση ενός ηθικού κώδικα, αλλά οντολογικά.  Αμαρτία είναι η αστοχία, η απόκλιση από τον σκοπό της δημιουργίας και η υπαρκτική διάσπαση του ανθρώπου από την Πηγή της Ζωής. Σύμφωνα με την πατερική θεώρηση, η αποστασία από τον Θεό μικρή η μεγάλη εισάγει στη δημιουργία τη φθορά, την ασθένεια και τον θάνατο, γεγονός που σημαίνει ότι η συγχώρηση δεν αποτελεί μια γραφειοκρατική διαγραφή χρέους, αλλά μια οργανική, ψυχοσωματική αναγέννηση.

Η χριστολογική πράξη της συγχωρήσεως των αμαρτιών συνδέεται άμεσα με τη σωματική ίαση, καθώς στα ευαγγελικά κείμενα ο Χριστός προτάσσει την άφεση των αμαρτιών ως την αιτιακή βάση της σωματικής αποκαταστάσεως. Η συγχώρηση λειτουργεί ταυτόχρονα σε τρία επίπεδα: στο πνευματικό, μέσω της αποκαταστάσεως της κοινωνίας με τον Θεό, στο ψυχικό, μέσω της ειρηνεύσεως των λογισμών, και στο βιολογικό, μέσω της άρσεως των συνεπειών της φθοράς στον οργανισμό. 


Τίθεται όμως το εύλογο θεολογικό ερώτημα: εάν δύο άνθρωποι προσέλθουν στη συγχώρηση, ο ένας μέσω του Ιερέως και ο άλλος ατομικά, αλλά παραμείνουν οργανικά ασθενείς διατηρώντας μια σοβαρή νόσο, πρόκειται για ψευδαίσθηση συγχωρήσεως; 


Η απάντηση απαιτεί τη διάκριση μεταξύ σωτηριολογικού σκοπού και βιολογικού αποτελέσματος. Στόχος της σωματικής ιατρικής είναι η παράταση της βιολογικής ζωής στον κτιστό χρόνο, ενώ η πνευματική θεραπεία αποσκοπεί στη μετάθεση του ανθρώπου από τον θάνατο στην Αιώνια Ζωή. 


Όταν η ασθένεια παραμένει, δεν σημαίνει ακυρότητα της συγχωρήσεως. Η ορθόδοξη θεολογία αναγνωρίζει ότι ο Θεός παραχωρεί την παραμονή της ασθένειας είτε για τη συγκράτηση του εγωισμού είτε για τη δόξα του Θεού. Σε αυτή την περίπτωση, η συγχώρηση συντελείται στη ρίζα της, στην ψυχή, ενώ το σώμα φέρει την ασθένεια ως παιδαγωγικό μέσο ταπεινώσεως.


Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της μυστηριακής Εξομολογήσεως ενώπιον του Ιερέως και της ατομικής προσευχής έγκειται στη στάση της υπάρξεως. Ο Ιερέας στο Μυστήριο της Μετανοίας δεν λειτουργεί ως αυτόνομος διαμεσολαβητής, αλλά ως μάρτυρας της Εκκλησίας και ορατός φορέας της Χάριτος. Η ενέργεια του να γονατίσει ο άνθρωπος ενώπιον ενός άλλου ανθρώπου, να ομολογήσει φανερά τις αδυναμίες του και να υποτάξει το θέλημά του, συνιστά καίριο πλήγμα στον εγωισμό. 


Η ταπείνωση αυτή δεν είναι ψυχολογική αυτοταπείνωση, αλλά υπαρκτική κένωση. Αντίθετα, η απόπειρα προσβάσεως στον Θεό παρακάμπτοντας την Εκκλησία ενέχει τον κίνδυνο της ατομοκεντρικής αυτοεξαπάτησης. Ο άνθρωπος που επικαλείται απευθείας τη συγχώρηση χωρίς να ταπεινώνεται ενώπιον της κοινότητας διακινδυνεύει να συγχωρεί ο ίδιος τον εαυτό του, κατασκευάζοντας έναν θεό στα μέτρα του, ενώ παράλληλα διατηρεί την έπαρση του «εκλεκτού» που δεν χρειάζεται την ανθρώπινη διαμεσολάβηση. 


Ο πνευματικός αυτός εγωισμός εμποδίζει την Άκτιστη Χάρη, καθότι ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν.


Συμπερασματικά, η συγχώρηση των αμαρτιών δεν είναι μια αυτόματη ή μαγική διαδικασία, αλλά μια συνέργεια της Χάριτος του Θεού και της ελεύθερης, ταπεινής βουλήσεως του ανθρώπου. 


Η αληθής συγχώρηση θεραπεύει το πρόβλημα στη ρίζα του, που είναι η αλαζονική απόσχιση από τον Θεό. Η σωματική ίαση μπορεί να ακολουθήσει, αλλά αν δεν συμβεί, η παραμονή της ασθένειας υπό το πρίσμα της ταπεινώσεως λειτουργεί ως στεφάνι πνευματικής ωριμάνσεως. 


Η Ορθόδοξος Εκκλησία επιμένει στο Μυστήριο της Εξομολογήσεως ακριβώς επειδή προσφέρει το απαραίτητο θεραπευτικό πλαίσιο ταπεινώσεως, καθώς η φανέρωση του τραύματος στον Ιερέα σπάει το προστατευτικό κέλυφος του εγωισμού. 


Ο εγωισμός και η έπαρση λειτουργούν ως μονωτικό υλικό απέναντι στη Θεία Χάρη, ενώ αντίθετα η ταπείνωση ελκύει το Άγιο Πνεύμα. Ο άνθρωπος που επιλέγει την οδό της ταπεινώσεως μέσω της μυστηριακής ζωής αυξάνει εκθετικά τις πιθανότητες να λάβει την ουσιαστική, οντολογική θεραπεία της ψυχής και, κατ' επέκταση, του σώματος.


Στην πρώιμη ιστορία της Εκκλησίας, κατά τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, η εξομολόγηση των αμαρτιών δεν διεξαγόταν κατ' ιδίαν, αλλά είχε χαρακτήρα δημόσιο και κοινοτικό. 


Ο μετανοών εξομολογούνταν τις αμαρτίες του φανερά ενώπιον ολόκληρου του εκκλησιαστικού σώματος, παρουσία του Επισκόπου και της τοπικής συνάξεως των πιστών. Η πρακτική αυτή βασιζόταν στην οντολογική αντίληψη ότι η αμαρτία, ως υπαρκτική εκτροπή, δεν αποτελεί ιδιωτικό παράπτωμα, αλλά τραύμα που πληγώνει ολόκληρο το Σώμα του Χριστού, δηλαδή την Εκκλησία.


Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, και ιδιαίτερα μετά την κατάπαυση των διωγμών και την αθρόα, που σημάνει μαζική προσέλευση πληθυσμών στον Χριστιανισμό, η δημόσια αυτή μορφή μετανοίας άρχισε να δημιουργεί σοβαρά ποιμαντικά και κοινωνικά προβλήματα. Η φανέρωση ιδιαίτερα βαρειών ή αισχρών αμαρτημάτων ενώπιον όλων προκαλούσε συχνά σκάνδαλο μεταξύ των πιστών. Παράλληλα, η ανθρώπινη αδυναμία, η έλλειψη εσωτερικού καθαρμού και η απουσία επαρκούς πνευματικής ωριμότητας από μέρους της κοινότητας καθιστούσαν δυσβάσταχτη τη συγχώρηση εκείνου που υπέπεσε σε σοβαρό σφάλμα. 


Αντί η κοινότητα να λειτουργεί ως θεραπευτικός αγκαλιασμός, μετατρεπόταν συχνά σε χώρο κατάκρισης, κοινωνικού στίγματος και περαιτέρω διασπάσεως.


Κινούμενη υπό την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος και διαθέτοντας ποιμαντική διάκριση, η Εκκλησία προέβη σε μια καίρια θεσμική και λειτουργική προσαρμογή. Σταδιακά, από τον 4ο αιώνα (με σταθμό την κατάργηση του «ἐπὶ τῆς μετανοίας» πρεσβυτέρου στην Κωνσταντινούπολη) και με την εδραίωση της ανατολικής μοναστικής παραδόσεως, η δημόσια εξομολόγηση αντικαταστάθηκε από την απόρρητη, ατομική εξομολόγηση ενώπιον του Πνευματικού Ιερέως.


Η αλλαγή αυτή εξυπηρέτησε έναν διπλό προστατευτικό σκοπό: Προστασία του Προσώπου: Ο μετανοών προστατεύεται από την αίσθηση της δημόσιας διαπόμπευσης, την κοινωνική κατακραυγή και την απόγνωση. Μέσα στη μυστικότητα του επιτραχηλίου,  το οποίο είναι το πιο βασικό ιερό άμφιο του ιερέα και του επισκόπου, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να γίνει καμία ιεροπραξία, βρίσκει ο πιστός έναν ασφαλή χώρο για να φανερώσει το τραύμα του χωρίς φόβο, διατηρώντας την αξιοπρέπεια και την ελπίδα της αποκαταστάσεως. Με αυτόν τον τροπο το σώμα των πιστών προφυλάσσεται από τον λογισμό της κατάκρισης, τον σκανδαλισμό και τις πονηρές υποψίες, διατηρώντας την ειρήνη και την ενότητα της συνάξεως.


Παρά τη μεταβολή στη μορφή, η ουσία του Μυστηρίου παρέμεινε αλώβητη. Ο Ιερέας παραμένει ο μάρτυρας της μετανοίας εκ μέρους ολόκληρης της Εκκλησίας και ο ορατός φορέας της Άκτιστης Χάριτος. Η μυστική εξομολόγηση δεν αναιρεί την ανάγκη της ταπεινώσεως, τουναντίον, την περιφρουρεί από τον κίνδυνο της υποκρισίας ή της απελπισίας, μετατρέποντας τη μετάνοια από δημόσιο θέατρο σε βαθιά, προσωπική και θεραπευτική συνάντηση του αμαρτωλού με την ευσπλαχνία του Θεού. Αμήν.

Νεότερη Παλαιότερη