Ὁ Ἀληθινὸς Χριστιανὸς καὶ ἡ Μαρτυρία τῆς Ζωῆς




«Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

«Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, Ο ών ο ήν και ο ερχόμενος.


«Ἄξιος εἶ, ὁ Κύριος καὶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, λαβεῖν τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν δύναμιν, ὅτι σὺ ἔκτισας τὰ πάντα, καὶ διὰ τὸ θέλημά σου υπάρχουν και ἐκτίσθησαν.»

Ἅγιοι Ἄγγελοι καὶ Ἀρχάγγελοι, πρεσβεύσατε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.»


«Ἅγιε Ἄγγελε, ὁ ἐφεστὼς τῆς ἀθλίας μου ψυχῆς, μὴ ἐγκαταλίπῃς με.»

«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν.»

«Ελπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, Τριάς Ἁγία, δόξα Σοι.»

«Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.»

«Άγιος Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.» 


Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.»


Ὁ Ἀληθινὸς Χριστιανὸς καὶ ἡ Μαρτυρία τῆς Ζωῆς


Ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς δὲν φανερώνεται μόνον ὅταν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ὅταν ὁ Χριστὸς ὁμιλεῖ δι’ αὐτοῦ, διὰ τῶν λόγων, τῶν ἔργων καὶ ὅλης τῆς ζωῆς αὐτοῦ. Ἡ χριστιανικὴ μαρτυρία δὲν ἐξαντλεῖται εἰς ῥητορικὴν ὁμολογίαν, ἀλλὰ ἐπαληθεύεται διὰ τῆς ἐν Χριστώ βιοτῆς, ὅπως διδάσκει ὁ λόγος τῆς Γραφῆς· «ἐκ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς» (Ματθ. 7,16).


Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐπιμένουν ὅτι ἡ ἀληθινὴ θεογνωσία εἶναι ἐμπειρικὴ καὶ ὑπαρξιακή. Ὁ Άγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής διδάσκει ὅτι ὁ λόγος ἄνευ πράξεως μένει ἄκαρπος, ἐνώ ἡ πρᾶξις κατὰ Θεὸν γεννᾷ θεωρίαν καὶ ἀληθῆ γνῶσιν. Ὁμοίως, ὁ Άγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος βεβαιώνει ὅτι ἡ σιωπὴ καὶ ἡ πραότητα συχνὰ διδάσκουν περισσότερα ἀπὸ τὰ πολλὰ λόγια, διότι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἀναπαύεται ἐπὶ τῶν ταπεινῶν καὶ πραων.


Διὰ τοῦτο, ὅσοι περιορίζονται εἰς λόγους ἄνευ βιώματος κουράζουν, ἐπειδὴ ὁ λόγος μένει κενὸς ἐὰν δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ἐμπειρίαν τῆς χάριτος. Ἀντιθέτως, ἐκεῖνοι ποὺ ὁμιλοῦν μὲ τὴν ζωήν των, ἀναπαύουν καὶ ὠφελοῦν, διότι μεταδίδουν ὄχι ἰδέες ἀλλὰ ζωήν. Ἡ παρουσία αὐτῶν καθίσταται πηγή εἰρήνης καὶ εὐλογίας, ὡς ἀντανάκλασις τῆς θείας χάριτος.



Ἐν κατακλείδι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος παραδίδει ὅλην τὴν ὕπαρξίν του εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε ὁ Θεὸς αὐξάνει ἐν αὐτῷ, κατὰ τὸν λόγον τοῦ Ἀποστόλου, «οὐκέτι ἐγὼ ζῶ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2,20). Ἡ τοιαύτη ζωή δὲν πείθει διὰ τῆς ἐπιβολῆς, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Όταν τα λόγια πάνε μπροστά απ’ τα έργα οι άνθρωποι δεν σε πιστεύουν και δεν σε ακολουθούν. Όταν όμως τα έργα πάνε μπροστά από τα λόγια τότε χτίζεις βάσεις πνευματικές αληθινές και θεϊκές.



Να γνωρίζουμε ότι τίποτε στη ζωή του ανθρώπου δεν είναι άναρχο ή τυχαίο, αλλά εντάσσεται μέσα στη σοφή και φιλάνθρωπη παραχώρηση του Θεού. Αυτό το βλέπουμε στη βιβλική διδασκαλία όπου η παιδαγωγία του Θεού δεν είναι τιμωρία αλλά οδός θεραπείας: «Ὃν γὰρ ἀγαπα Κύριος, παιδεύει» (Εβρ. 12,6).


Η αποφυγή της απελπισίας αποτελεί βασικό πατερικό θεμέλιο, διότι η απελπισία δεν είναι ποτέ καρπός του Αγίου Πνεύματος, αλλά αποτέλεσμα της εσωτερικής σύγχυσης και της αδυναμίας να δούμε την πρόνοια του Θεού πίσω από τα γεγονότα. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος τονίζει ότι η απελπισία είναι «βέλος του εχθρού», ενώ η υπομονή και η ελπίδα είναι η πνευματική ανάσα της ψυχής. Κάθε γεγονός έχει «χρονικό όριο», διότι τίποτε το επώδυνο δεν είναι αιώνιο: το μόνο αιώνιο είναι το έλεος του Θεού.


Ό άνθρωπος, ως ψυχοσωματική ενότητα, παιδαγωγείται όχι μόνο δια της νοήσεως αλλά και δια των βιωμάτων. Κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, τα πάθη και οι πειρασμοί γίνονται τόποι παιδαγωγίας, όταν ο άνθρωπος δεν τα υιοθετεί αλλά τα μεταμορφώνει με τη χάρη του Θεού. Έτσι ωριμάζει ο νους, καθαίρεται η καρδιά, και ο άνθρωπος προχωρά προς το «καθ’ ὁμοίωσιν».


Το «καθ’ ὁμοίωσιν» είναι ο τελικός στόχος της ανθρώπινης υπάρξεως, όχι ηθικός αλλά οντολογικός: η μετοχή στη ζωή του Θεού, η θέωση. Η ομοίωση δεν επιτυγχάνεται με ανθρώπινες δυνάμεις αλλά με συνεργία την ελεύθερη προσφορά του ανθρώπου και τη θεία χάρη που τον ανυψώνει. 


Κάθε δοκιμασία, κάθε αδυναμία, κάθε εσωτερική πάλη γίνεται υλικό για την πνευματική αυτή ανοδική πορεία. Τέλος, «ἡ παιδεία γεννά μετάνοια πρὸς σωτηρία» η σοφία αυτή βρίσκεται σε άμεση συμφωνία με τη βιβλική και πατερική παρακαταθήκη.  


Η παιδαγωγία του Θεού δεν έχει σκοπό να συντρίψει τον άνθρωπο αλλά να τον οδηγήσει στη μετάνοια, δηλαδή στη μεταστροφή του νοός, στην αποκατάσταση της σχέσεως με τον Θεό. Η μετάνοια δεν είναι απλώς θρήνος για τα λάθη αλλά ανάκτηση της ζωής, άνοιγμα στην χάρη, επιστροφή στην αρχαία ωραιότητα. 


Γι’ αυτό και οι Πατέρες την ονομάζουν «δεύτερο βάπτισμα» και «πύλη του ελέους». Συνεπώς, η προτροπή συνοψίζει την αλήθεια της πνευματικής πορείας: χωρίς απελπισία, με ελπίδα, με υπομονή, με μαθητεία στα γεγονότα, με εμπιστοσύνη στη θεία πρόνοια και με μετάνοια που οδηγεί τον άνθρωπο από το κατ’ εἰκόνα στο καθ’ ὁμοίωσιν. Αυτή είναι η οδός της σωτηρίας και η ζωντανή πραγματικότητα της εν Χριστῷ ζωής. Η έννοια του «ἐπενδύτου» μπορεί να κατανοηθεί συμβολικά, όπως γίνεται συχνά στην πατερική γραμματεία, ως αναφορά στις δωρεές εκείνες που ζωοποιούν τον άνθρωπο. 


Στον φυσικό τομέα ο άνθρωπος λαμβάνει τροφή για να συντηρηθεί, και αυτή η τροφή, ως δώρο της δημιουργίας, ζωοποιεί το σώμα. Κατά τον Άγιο Γρηγόριο Θεολόγο, η υλική τροφή συντηρεί το «σῶμα τῆς ταπεινώσεως» (Φιλιπ. 3,21), αλλά δεν έχει την δύναμη να του προσφέρει αθανασία, αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της παρούσης φθαρτής ζωής. 


Ο «ἐπενδύτης τοῦ πνεύματος», μπορεί να ταυτιστεί με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, η οποία «οὐ κατὰ φύσιν, ἀλλὰ κατὰ χάριν» καθιστά τον άνθρωπο μέτοχο της ζωής του Θεού.  Η πατερική θεολογία διδάσκει ότι η αναγέννηση δηλαδή το βάπτισμα, το χρίσμα και η εν Χριστώ ζωή είναι η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος ενδύεται νέα ύπαρξη: «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. 3,27). 


Αυτός ο «ἐνδύτης» δεν είναι υλικό στοιχείο αλλά η άκτιστη ενέργεια του Θεού που χαρίζει ζωή, φως και δύναμη. 


Όταν τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ζωοποιεῖ τὸ σῶμα, αυτό βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τον Απόστολο Παύλο: «6 ὃς καὶ ἱκάνωσεν ἡμᾶς διακόνους καινῆς διαθήκης, οὐ γράμματος, ἀλλὰ πνεύματος τὸ γὰρ γράμμα ἀποκτέννει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ. » (Β΄ Κορ. 3,6) και «11 εἰ δὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος ᾿Ιησοῦν ἐκ νεκρῶν οἰκεῖ ἐν ὑμῖν, ὁ ἐγείρας τὸν Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ζωοποιήσει καὶ τὰ θνητὰ σώματα ὑμῶν διὰ τὸ ἐνοικοῦν αὐτοῦ Πνεῦμα ἐν ὑμῖν.» (Ρωμ. 8,11). 


Η ζωοποιός παρουσία του Θεού δεν αναιρεί την ανθρώπινη φύση, αλλά την ανορθώνει και την μεταμορφώνει. Η «ἄφθαρτη ζωή» δεν είναι απλώς βιολογική παραδοξότητα, αλλά η πλήρης κοινωνία με τον Θεό, η θέωση, η ζωή της Αναστάσεως που φανερώνεται ήδη από τώρα «ἐν μυστηρίω» στους αγιαζομένους. Η προτροπή «να μεταβάλουμε την σκιώδη πίστη σε ζώσα» έχει ισχυρή βιβλική βάση. Η «σκιώδης πίστη» είναι εξωτερική, τυπική, χωρίς καρπό, η «ζώσα πίστη», κατά τον Άγιο Ιάκωβο, είναι η πίστη «δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη» και συνοδεύεται από έργα Θεού. Ζώσα πίστη σημαίνει εμπιστοσύνη στην παρουσία του Θεού, όχι θεωρητική αλλά υπαρξιακή. 


Η πορεία προς την «ἀφθαρτοποίηση» του σώματος δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα ούτε αποτέλεσμα άσκησης νοητικών δυνάμεων, αλλά καρπός της εσχατολογικής ενεργείας του Θεού. 


Ο Άγιος Αθανάσιος διδάσκει ότι ο Χριστός προσέλαβε το φθαρτό σώμα «ἵνα τή ἑαυτοῦ ἀφθαρσία τὸ φθαρτὸν ἀναστήση». Η αφθαρσία, λοιπόν, αρχίζει από την καρδιά, δηλαδή από την εν Χριστώ ζωή και ολοκληρώνεται κατά την κοινή ανάσταση των νεκρών. 


Ο «συνεχόμενος αγών στο ἀγιαστήριο» συμβολίζει τη μόνιμη είσοδο του πιστού στη λειτουργική και ασκητική ζωή της Εκκλησίας. Εκεί, με μετάνοια, προσευχή και καθαρότητα, ο άνθρωπος χτίζει μέσα του όχι μόνο αρετές, αλλά κυρίως τη ζώσα εμπειρία της χάριτος. 


Κατά τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, η χάρη που επισκέπτεται τον ταπεινό άνθρωπο γίνεται «ἔνδυμα φωτεινό», δηλαδή το ένδυμα της καινής ζωής. Ή βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστίν. 


Δεν σημαίνει ότι η βασιλεία πηγάζει από τον άνθρωπο, αλλά ότι κατοικεί μέσα του ως δώρο. Εκεί όπου ο άνθρωπος καθαρίζει την καρδιά του, εκεί ανατέλλει η παρουσία του Θεού. Εκεί όπου η πίστη γίνεται ζώσα, εκεί αρχίζει η προγεύση της αφθαρσίας, η θέωση, η ζωή της Αναστάσεως. Αμήν.


Τα έθνη, οι θρησκείες, οι δογματικές παραδόσεις και τα ιστορικά σχήματα παραμένουν στο χρόνο, ενώ ο άνθρωπος που τα δημιουργεί πεθαίνει, αγγίζει το υπαρξιακό δράμα που εκφράζει η Γραφή: «πᾶσα σὰρξ χόρτος» (Ησ. 40,6) και «τὸ σχήμα τοῦ κόσμου τούτου παράγει» (Α΄ Κορ. 7,31). Ο άνθρωπος, ως κτίσμα φθαρτό, αναπτύσσει μέσα στην ιστορία πολιτισμούς, θεσμούς, θρησκευτικές παραδόσεις και συστήματα, αλλά όλα αυτά δεν έχουν εγγύηση ζωής από μόνα τους. Ζουν στο βαθμό που ο άνθρωπος τα συντηρεί, καιρό με τον καιρό αποκτούν σχετική «ιστορική αθανασία», ενώ ο ίδιος ο άνθρωπος, ως πρόσωπο, υπόκειται στη φθορά. Παρά την επιβίωση των δομών, η ανθρώπινη καρδιά παραμένει τραυματισμένη, βρίσκεται σε συμφωνία με την βιβλική διακήρυξη ότι ο θάνατος δεν είναι βιολογικό φαινόμενο αλλά πνευματική πραγματικότητα που διαπερνά τον κόσμο όταν η ζωή απομακρύνεται από τον Θεό. 


Γι’ αυτό ο Χριστός ήλθε «ἵνα ζωήν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν» (Ιω. 10,10). Όταν όλοι ακολουθήσουμε τον Χριστό και γίνουμε αγάπη, τότε θα έρθει η ημέρα του Κυρίου, εφόσον εννοηθεί από ολους μας ποιος είναι ο Χριστός. Η «ημέρα τοῦ Κυρίου» δεν είναι προϊόν ανθρώπινης προσπάθειας, αλλά δώρο του Θεού. Ωστόσο, η Εκκλησία διδάσκει ότι η έλευση αυτής της ημέρας «προγεύεται» μέσα στη ζωή εκείνων που ζουν εν Χριστώ, διότι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» (Α΄ Ιω. 4,8) και όποιος αγαπά με τη χάρη του Χριστού ήδη συμμετέχει στο άκτιστο φως της Βασιλείας. 


Τα πολλά συστήματα, ιδεολογίες και θρησκευτικές ταυτότητες μετατρέπονται σε «ταμπέλες» που φορτώνονται στον άνθρωπο, βρίσκει στήριξη στους προφήτες και στους Πατέρες, οι οποίοι καταδίκαζαν τη θρησκευτικότητα χωρίς πνεύμα, την τυπολατρία, την επιβολή, την ψεύτικη ποιμαντική αυτάρκεια. Ο προφήτης Ησαΐας καταγγέλλει εκείνους που λέγουν «ο λαός οὗτος με τιμᾷ ἐν τοῖς χείλεσιν, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει» (Ησ. 29,13). Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρεται συχνά στους «εμπόρους του ναού» και στους «άρχοντας» που εργαλειοποιούν τα ιερά για ίδιον όφελος.


Όμως, η Εκκλησία διακηρύσσει ότι το πρόβλημα δεν είναι τα έθνη, οι παραδόσεις ή ακόμη και οι ιστορικές ονομασίες, το πρόβλημα είναι η καρδιά του ανθρώπου όταν χάνει την αγάπη του Χριστού. Ο Χριστός δεν ήλθε να καταργήσει την ιστορία αλλά να την θεραπεύσει. Δεν ήλθε να εξαφανίσει τα έθνη αλλά να τα ενώσει «εἰς ἕνα νέον ἄνθρωπον» (Εφ. 2,15). 


Δεν ήλθε να εξαφανίσει θεσμούς αλλά να τους εμπνεύσει με το Πνεύμα της αληθείας. Η προοπτική «να φύγει ο φανατισμός απο τα έθνη, τις θρησκείες, τα δόγματα και όσους τα εξουσιάζουν με συμφέροντα προσωπικά μέσω αυτών» μπορεί να ερμηνευθεί ορθοδόξως ως η εσχατολογική υπέρβαση κάθε διαίρεσης, κάθε ανθρώπινης κυριαρχίας και κάθε μορφής πνευματικής τυραννίας. Δεν πρόκειται για βιολογική κατάργηση εθνών, αλλά για τη μεταμόρφωσή τους εν Χριστῷ σε λαό Θεού, σε «βασίλειον ἱεράτευμα» (Α΄ Πέτρ. 2,9). Δεν πρόκειται για καταστροφή παραδόσεων, αλλά για το ξεπέρασμα της πνευματικής τους στρέβλωσης. 


Η αληθινή κρίση θα σταματήσει όταν ο άνθρωπος ελευθερωθεί από την ειδωλοποίηση των ταυτοτήτων, όταν η καρδιά του λουστεί στο φως της αγάπης του Θεού. Τότε, όπως λέει ο Αγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο κόσμος θα γίνει «θεοφόρος», η ιστορία θα μεταμορφωθεί σε λειτουργία και ο άνθρωπος θα ζήσει την αιωνιότητα όχι ως ιδέα αλλά ως μετοχή στην άκτιστη ζωή. 


Η πίστη, «να ζήσουμε αιώνια με την αγάπη, με τον Χριστό», είναι η ίδια η ουσία του Ευαγγελίου. Δεν ζούμε αιώνια επειδή καταργούνται θεσμοί, αλλά επειδή η καρδιά γίνεται ναός όπου κατοικεί ο Χριστός. Και ο Χριστός δεν έρχεται για να καταλύσει την ανθρώπινη ιστορία με βία, αλλά για να την λυτρώσει με αγάπη. Γένοιτο, γένοιτο, ἀμήν.


Νεότερη Παλαιότερη