Ἡ Διακριτικὴ Ἀγάπη καὶ ἡ Πνευματικὴ Θωράκιση ἔναντι τοῦ Ἀποκλεισμοῦ.
Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωή, ὅπως παραδίδεται ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση, δὲν εἶναι ἕνα σχήμα κοινωνικῆς ἀπομόνωσης οὔτε ἕνα σύστημα ἰδεολογικῆς περιχαράκωσης, ἀλλὰ μία δυναμικὴ πορεία σχέσεως, κοινωνίας καὶ πνευματικῆς θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος δὲν σώζεται ἐν ἀπομονώσει, ἀλλὰ ἐν ἐκκλησιαστικῇ κοινωνίᾳ, ὅπου ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ συνυπάρχει μὲ τὴν ἄσκηση τῆς ἀγάπης καὶ τὴν ἐμπειρία τῆς διακρίσεως. Ἡ ἀγάπη, ὅταν εἶναι ἀληθινὴ καὶ ἐν Χριστῷ, δὲν ἀκυρώνει τὴν ἀλήθεια, οὔτε ἡ ἀλήθεια καταλύει τὴν ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ οἱ δύο ἀποκαλύπτονται ὡς ἕνα ἑνιαῖο μυστήριο ζωῆς.
Συχνά ὁ ἄνθρωπος ἐρχόμενος στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία ἀντιμετωπίζει ποικίλες φωνές καὶ λογισμοὺς ποὺ τοῦ προτείνουν ἀποκλεισμούς, ἀποκοπές καὶ διαχωρισμοὺς με βάση ἐξωτερικὰ γνωρίσματα, θρησκευτικὲς ταυτότητες ἢ ἰδεολογικὲς διαφοροποιήσεις.
Ὅμως ἡ πατερικὴ παράδοση ὑπογραμμίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς ἐχθρὸς, ἀλλὰ ὡς εἰκὼν Θεοῦ πληγωμένη, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκη θεραπείας καὶ φωτισμοῦ. Ὁ ἐχθρὸς δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ πλάνη ποὺ παραμορφώνει τὴν ἀλήθεια τῆς ὑπάρξεως. Ὁ πνευματικὸς πόλεμος, ὅπως ἐπισημαίνουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, δὲν διεξάγεται ἐναντίον σαρκός καὶ αἵματος, ἀλλὰ ἐναντίον τῶν πνευματικῶν δυνάμεων τῆς πλάνης.
Ὁ διάβολος, ὡς «ἄγγελος φωτός», δὲν ἐνεργεῖ πάντοτε μὲ ἀνοικτὴ ἀντίθεση, ἀλλὰ μὲ ὑποδόριες προτάσεις, λογισμοὺς καὶ ψευδαισθήσεις πνευματικῆς ἀσφαλείας. Ἐνίοτε ἐμφανίζεται ὡς «προστασία», ὡς «φρόνημα καθαρότητας», ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἐπιφάνεια μπορεῖ νὰ κρύβεται ἡ ἀποξένωση, ὁ φόβος καὶ ἡ κατάκριση. Ἐδῶ ἀκριβῶς χρειάζεται ἡ διάκριση, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀνθρώπινη ἐξυπνάδα, ἀλλὰ χάρισμα Πνεύματος Ἁγίου.
Ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας διδάσκει ὅτι ἡ κοινωνία μὲ τοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶναι ἀπλῶς δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ εὐθύνη πνευματικῆς μαρτυρίας. Ὁ πιστὸς καλείται νὰ ἐκφράζει τὴν ἀλήθεια ὄχι μὲ ἐπιβολή, ἀλλὰ μὲ ἤθος καὶ πραότητα, καὶ ταυτοχρόνως νὰ διατηρεῖ τὴν ἐσωτερικὴ του εἰρήνη. Ὅταν ἡ συζήτηση ὁδηγεῖται εἰς θυμὸ, ἐγωισμόν ἢ φιλονικίαν, τότε ἡ πνευματικὴ παρουσία ἀλλοιώνεται καὶ ἡ ἀλήθεια χάνει τὴν μαρτυρικὴ της δύναμη. Διὰ τοῦτο ἡ ταπείνωση δὲν εἶναι ἥττα, ἀλλὰ ὑπέρβαση τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ ἐπιστροφὴ εἰς τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἀποτελεῖ τὸ ἀκρότατο παράδειγμα αὐτῆς τῆς ἰσορροπίας. Προσεγγίζει τὸν τελώνη καὶ τὴν ἁμαρτωλὴ γυναῖκα χωρὶς ἀπόρριψη, ἀλλὰ ταυτοχρόνως ἐλέγχει μὲ ἀκρίβεια τὴν ὑποκρισία τῶν Φαρισαίων. Ἡ στάση του δὲν εἶναι οὔτε ἀνεξέλεγκτη ἀνοχή οὔτε σκληρὸς ἀποκλεισμός, ἀλλὰ θεραπευτικὴ ἀλήθεια. Ὅπου ὑπάρχει συντριβὴ καρδίας, ἐκεῖ ἐκχέεται ἔλεος, ὅπου ὑπάρχει πνευματικὴ ὑποκρισία, ἐκεῖ ἀποκαλύπτεται ἡ ἀλήθεια ὡς κάλεσμα μετανοίας.
Ἡ Ἐκκλησία, ὡς Σῶμα Χριστοῦ, ἐκλαμβάνεται ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεολογία ὡς πνευματικὸ νοσοκομεῖο. Ὁ ἄνθρωπος δὲν προσέρχεται ὡς ἤδη τέλειος, ἀλλὰ ὡς ἀσθενὴς ποὺ ἀναζητεῖ θεραπεία. Ὅπως ὁ ἰατρὸς δὲν ἀπορρίπτει τὸν πάσχοντα ἀλλὰ διακρίνει τὴν ἀσθένεια καὶ προσαρμόζει τὴν θεραπεία, ἔτσι καὶ ἡ πνευματικὴ ζωή ἀπαιτεῖ διάκριση καὶ προσωπικὴ μέριμνα. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀκυρώνει τὴν προσωπικὴ ποικιλία, ἀλλὰ τὴν ἀναλαμβάνει καὶ τὴν θεραπεύει.
Σημαντικὸς κίνδυνος τῆς πνευματικῆς πορείας εἶναι ὄχι μόνον ἡ πλάνη, ἀλλὰ καὶ ὁ φανατισμός ποὺ ἐνδύεται μορφὴ εὐσεβείας. Ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ νομίζει ὅτι ὑπερασπίζεται τὴν ἀλήθεια, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ὑπερασπίζεται τὸν ἑαυτό του, τὴν ἰδέα του ἢ τὴν ἀσφάλειά του. Οἱ Πατέρες ἐπιμένουν ὅτι ἡ ἀληθινὴ ὀρθοδοξία εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ ὅτι ἡ ἀγάπη ἀνευ διακρίσεως μετατρέπεται εἰς σύγχυσιν.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ σωτηρία δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ βίας ἀλλὰ διὰ πραότητος, ἐνῶ ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς διαχωρίζει μὲ ἀκρίβεια τὴν κακοδοξία ἀπὸ τὸ πρόσωπο, ἀποδεικνύοντας ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν καταργεῖ τὴν ἀγάπη, ἀλλὰ τὴν τελειοποιεῖ. Ἡ Ἐκκλησία, ἐπομένως, δὲν εἶναι κλειστὸς χώρος ἐκλεκτῶν, ἀλλὰ ἀνοικτὸς χώρος θεραπείας, ὅπου ὅλοι προσκαλοῦνται νὰ ἰαθοῦν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν πλάνη.
Ἡ πνευματικὴ θωράκιση τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐπιτυγχάνεται μὲ ἀπομόνωση, ἀλλὰ μὲ ἐσωτερικὴ καθαρότητα. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει εἰρήνη μέσα του μπορεῖ νὰ συνομιλεῖ μὲ ὅλους χωρὶς νὰ χάνει τὴν ταυτότητά του. Ὅταν ὅμως ἐκλείπει ἡ εἰρήνη, τότε καὶ ἡ ἀκόμη ὀρθὴ γνώση μετατρέπεται εἰς ὄργανο ταραχῆς. Διὰ τοῦτο ἡ Ἐκκλησία προτρέπει συνεχῶς εἰς νήψιν, προσευχήν, μελέτην καὶ ταπείνωσιν, ὡς μέσα διαφυλάξεως τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας.
Τελικῶς, ἡ ὁδὸς τοῦ πιστοῦ εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς διακριτικῆς ἀγάπης: νὰ μὴν ἀπορρίπτει τὸν ἄνθρωπο, νὰ μὴν συγχέει τὴν πλάνη μὲ τὴν ἀλήθεια, νὰ μὴν ταράσσεται ἀπὸ τὸν διάλογο, ἀλλὰ νὰ μένει ἐν ἐσωτερικῇ εἰρήνῃ. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος γίνεται μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ ὄχι μὲ ἰδεολογικὴ ἐπιβολή, ἀλλὰ μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς ἁγίας ζωῆς, ποὺ φωτίζει χωρὶς νὰ καταδικάζει καὶ θεραπεύει χωρὶς νὰ ἐξουσιάζει. Ἀμήν.
