Ὁ Ἐγωισμὸς τοῦ Λόγου.




Ὁ Ἐγωισμὸς τοῦ Λόγου καὶ ἡ Πνευματικὴ Ἀπομόνωσις: Πατερικὴ Θεώρηση τῆς Ἀντιλογίας.


Ἡ πνευματικὴ ζωή τοῦ ἀνθρώπου δὲν δοκιμάζεται μόνον στὰ ἔργα, ἀλλὰ κυρίως στὸν λόγο. Διότι ὁ λόγος ἀποκαλύπτει τὴν ἐσωτερικὴ κατάσταση τῆς καρδίας καὶ φανερώνει ἐὰν ὁ ἄνθρωπος κινείται ἐν ταπεινώσει ἢ ἐν φιλαυτία. 


Ὁ μεγαλύτερος ἐγωισμὸς δὲν ἐκδηλώνεται πάντοτε μὲ ἔργα κραυγαλέα, ἀλλὰ μὲ τὴ συνεχή ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀντιλέγει, νὰ ἀντιπαρατίθεται καὶ νὰ ἐπιβάλλει τὴν γνώμη του ἐπὶ τοῦ ἄλλου.


Ὅταν ὁ λόγος παύει νὰ γίνεται ὄργανο οἰκοδομῆς καὶ μετατρέπεται σὲ πεδίο ἀντιλογίας, τότε ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται ἀνεπαίσθητα στὴν ἐνέργεια τοῦ ἐγωισμοῦ. Ἡ ἀντίδραση ἐναντίον τοῦ ἄλλου δὲν εἶναι πλέον ζήτημα ἀληθείας, ἀλλὰ ζήτημα ἐσωτερικῆς ἀνάγκης γιὰ ἐπιβεβαίωση τοῦ ἑαυτοῦ. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διδάσκει ὅτι ὁ λόγος ποὺ δὲν συνοδεύεται ἀπὸ πραότητα γίνεται πληγὴ καὶ ὄχι φῶς, καὶ ἀντὶ νὰ θεραπεύει, τραυματίζει τὴν κοινωνία τῶν προσώπων.


Ἡ πατερικὴ παράδοση βλέπει τὴν ἀντιλογία ὡς καρπὸ τῆς φιλαυτίας. Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ἀναφέρει ὅτι ὅπου ὑπάρχει ἐπιμονὴ στὸ ἴδιο θέλημα, ἐκεῖ παύει ἡ εἰρήνη καὶ ἐγκαθίσταται ὁ πόλεμος τῶν λογισμῶν. Ἡ ψυχὴ ποὺ ἀναζητεῖ συνεχῶς νὰ ἀντιλέγει, σταδιακὰ χάνει τὴν ἱκανότητα νὰ ἀκούει, καὶ ὁ ἄνθρωπος καταλήγει νὰ ζεῖ σὲ μία ἐσωτερικὴ ἀπομόνωση, ὅπου δὲν χωρεῖ πλέον κανένας ἄλλος λόγος πέρα ἀπὸ τὸν δικό του.

   

Ἀπὸ τὴν ἀδιάκοπη ἀντιλογία γεννᾶται ἡ πνευματικὴ ἀποξένωση. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἀκούει, σταδιακὰ παύει νὰ κατανοεῖ, καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν κατανοεῖ, παύει νὰ ἀγαπα. Ἔτσι ὁ ἐγωισμὸς ὁδηγεῖ ἀπὸ τὴν ἐπιμονὴ στὸν λόγο στὴν ἀποκοπὴ ἀπὸ τὸν πλησίον, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν ἐσωτερικὴ μοναξιὰ, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται ὡς ψευδὴς αὐτάρκεια ἀλλὰ εἶναι πνευματικὴ πτώση. 


Ὁ Κύριος ὅμως δὲν ἔθεσε τὸν λόγο ὡς μέσον νίκης, ἀλλὰ ὡς μέσον σωτηρίας. Ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἀναζητεῖ τὴν ἐπικράτηση, ἀλλὰ τὴν θεραπεία. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει: «ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος» (Κολ. 4,6), δηλαδή λόγος ποὺ δὲν καταστρέφει, ἀλλὰ ἀναδεικνύει καὶ διατηρεῖ τὴν ἀλήθεια μὲ πραότητα.


Ἡ ἀληθινὴ πνευματικὴ πρόοδος ἀρχίζει ὅταν ὁ ἄνθρωπος μαθαίνει νὰ σιωπᾷ ὄχι ἀπὸ φόβο, ἀλλὰ ἀπὸ διάκριση, ὅταν ἀντὶ νὰ ἀντιλέγει, ἐπιλέγει νὰ οἰκοδομεῖ, καὶ ὅταν ἀντὶ νὰ ἐπιβάλλεται, μαθαίνει νὰ διακονεῖ τὸν λόγο τῆς ἀγάπης. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς διδάσκει ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ μόνη δύναμη ποὺ ἐνοποιεῖ τὰ διαιρεμένα καὶ θεραπεύει τὴν διάσπαση τοῦ ἀνθρώπου.


Ἔτσι, ὁ λόγος παύει νὰ εἶναι ὅπλο ἐγωισμοῦ καὶ γίνεται ὄργανο εἰρήνης. Ἡ καρδία ποὺ ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν ἀνάγκη τῆς ἀντιλογίας εἰσέρχεται στὴν ἐνότητα, καὶ ἐκεῖ ὁ Θεὸς ἀναπαύεται. Διότι, κατὰ τοὺς Πατέρας, ὅπου ὑπάρχει ταπείνωση, ἐκεῖ κατοικεῖ ἡ χάρις, καὶ ὅπου ὑπάρχει ἡσυχία τοῦ λόγου, ἐκεῖ φανερώνεται ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ ὄχι ὡς ἀντίλογος, ἀλλὰ ὡς κοινωνία ἀγάπης.


Ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία, ὅταν λειτουργεῖ ὑγιῶς, δὲν προοδεύει διὰ τῆς ἀντιπαλότητος καὶ τῆς κατακρίσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς δημιουργικῆς ἄμιλλας, ὅπου ὁ ἕνας ἐπιχειρεῖ νὰ ὑπερβῇ τὸν ἄλλον ὄχι ἐξοντώνοντάς τον, ἀλλὰ βελτιώνοντας τὸ ἔργο του. Ἡ πρόοδος, ὅταν εἶναι γνήσια, ἀποτελεῖ καρπὸ συνεργασίας καὶ ἀναζητήσεως τῆς ἀληθείας, ὄχι καρπὸ ἐγωιστικῆς συγκρούσεως.


Ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν εἶναι καθαρὸς ἀπὸ πάθος, δὲν ἐστιάζεται στὸ νὰ ἀναιρέσει τὸν ἄλλον, ἀλλὰ στὸ νὰ προσφέρει ὅ,τι ἀληθὲς καὶ ὠφέλιμο ἔχει. Ἡ πατερικὴ σοφία δὲν ἀπορρίπτει τὴ διάκριση καὶ τὴ σύγκριση, ἀλλὰ τὴν ἐγωιστικὴ διάθεση ποὺ μετατρέπει τὴν ἀλήθεια σὲ ἀντιπαράθεση. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ ἀληθινὴ πρόοδος τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἐργασία, ὄχι μὲ τὴ φιλονικία καὶ τὴν κενοδοξία. Στὴν καθημερινὴ ζωή, ὅπως καὶ στὴν ἐπιστημονικὴ καὶ τεχνολογικὴ ἐξέλιξη, παρατηρεῖται ὅτι ἡ βελτίωση ἔρχεται ὅταν τὸ ἕνα ἔργο ἀναδεικνύει τὸ ἄλλο. 




Μία ἐπιχείρηση ἢ μία ἐπιστημονικὴ προσπάθεια ποὺ προσφέρει κάτι ὑψηλότερο, ὀδηγεῖ τὴν ἑπόμενη νὰ ἀναβαθμίσει τὴ δική της προσέγγιση. Ἡ ἀλήθεια ἐδῶ δὲν λειτουργεῖ ὡς ἀντιπαλότητα προσώπων, ἀλλὰ ὡς ἀντικειμενικὴ ἀναγνώριση τοῦ καλύτερου καὶ πληρεστέρου.


Ὅμως ἡ πατερικὴ παράδοση θέτει ἕνα βαθύτερο θεμέλιο: ὅτι ἡ ἀληθινὴ πρόοδος δὲν εἶναι μόνον τεχνικὴ ἢ ἐπιστημονική, ἀλλὰ πρωτίστως πνευματική. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς διδάσκει ὅτι ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ δὲν ἐκδηλώνεται ἐν ἀνταγωνισμῷ, ἀλλὰ ἐν ἀποκαλύψει καὶ φωτισμῷ. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ δὲν μειώνει τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸν ἀναδεικνύει, διότι ὁ ἀληθινὸς φωτισμὸς δὲν καταστρέφει τὸν ἕτερον, ἀλλὰ τὸν ἀναδεικνύει εἰς πληρότητα.


Ἐντός τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας, ἡ ἀντιπαραβολὴ δὲν νοεῖται ὡς ἔρις, ἀλλὰ ὡς διάκριση πνευμάτων καὶ ἔργων. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «πάντα δοκιμάζετε, τὸ καλὸν κατέχετε» (Α΄ Θεσ. 5,21). Δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος καλείται νὰ διακρίνει τὴν ἀξία τῶν πραγμάτων χωρὶς νὰ καταστρέφει τὸν πλησίον, ἀλλὰ κρατῶντας ὅ,τι εἶναι ἀληθινὸ καὶ ὠφέλιμο.


Ἡ πραγματικὴ σοφία, ἐπομένως, συνίσταται στὸ νὰ ὁ ἄνθρωπος ἐκφράζει τὴν ἀλήθειά του χωρὶς προσβολή, νὰ προτείνει χωρὶς ὑπερηφάνεια, καὶ νὰ βελτιώνει χωρὶς καταδίκη. Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος σημειώνει ὅτι ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος δὲν ἀγωνίζεται νὰ φανεῖ καλύτερος ἀπὸ τὸν ἄλλον, ἀλλὰ νὰ γίνει καλύτερος ἀπὸ τὸν παλαιὸ ἑαυτό του, καὶ ἔτσι ἡ πρόοδος γίνεται ἐσωτερικὴ μεταμόρφωση καὶ ὄχι ἐξωτερικὴ ἐπικράτηση.


Ἡ ἀληθινὴ κοινωνία, λοιπόν, ὅπως καὶ ἡ ἀληθινὴ πρόοδος, στηρίζεται στὴν ἀρχὴ ὅτι ὁ ἕνας δὲν ἀκυρώνει τὸν ἄλλον, ἀλλὰ τὸν προκαλεῖ εἰς ἀνάδειξη τοῦ ἀγαθοῦ. Καὶ ὅταν αὐτὴ ἡ στάση καθαρισθεῖ ἀπὸ τὸν ἐγωισμό, τότε ἡ δημιουργικὴ ἄμιλλα μεταμορφώνεται σὲ ἔκφραση θείας σοφίας, ἡ ὁποία, κατὰ τοὺς Πατέρας, εἶναι πάντοτε εἰρηνική, καθαρά καὶ ἀναβαίνουσα πρὸς τὴν ἀλήθεια χωρὶς τραυματισμὸ τοῦ ἄλλου. Αμήν.





Νεότερη Παλαιότερη