Η ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ




Η ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΓΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

Η ευθύνη των χριστιανών, η καθολικότητα της ανθρώπινης πτώσεως, το μυστήριο του θανάτου και η απεριόριστη ελπίδα στο έλεος του Θεού

Όταν ο άνθρωπος γνωρίζει την αλήθεια, αλλά ξεχνά τον εαυτό του

Υπάρχει ένα παράδοξο στην ανθρώπινη πνευματική ζωή, το οποίο αξίζει να εξεταστεί με ιδιαίτερη προσοχή: οι άνθρωποι που ομολογούν ότι είναι αμαρτωλοί δεν διαφωνούν συνήθως ως προς το γεγονός ότι αμαρτάνουν, αλλά πολλές φορές συγκρούονται μεταξύ τους για το ποιος κατέχει την αλήθεια, ποιος ερμηνεύει ορθότερα το θέλημα του Θεού, ποιος βρίσκεται πλησιέστερα στη σωτηρία και ποιος απομακρύνθηκε από αυτήν.


Έτσι, ενώ η κοινή ανθρώπινη αδυναμία θα έπρεπε να τους οδηγεί στην ταπείνωση, η γνώση που απέκτησαν μπορεί να γίνει αφορμή υπερηφανείας. Ενώ η αναγνώριση της αμαρτωλότητάς τους θα έπρεπε να τους κάνει επιεικείς απέναντι στον πλησίον, ενίοτε γίνεται απλώς μια θεωρητική ομολογία, η οποία δεν αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο κρίνουν τους άλλους.


Ο χριστιανός μπορεί να λέει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί και, την ίδια στιγμή, να συμπεριφέρεται σαν να ανήκει ο ίδιος σε μια κατηγορία ανθρώπων που έχουν ήδη εξασφαλίσει την αποδοχή του Θεού, ενώ οι υπόλοιποι βρίσκονται έξω από αυτήν.


Μπορεί να ομολογεί ότι η σωτηρία είναι δώρο της θείας χάριτος και συγχρόνως να αντιμετωπίζει τη θρησκευτική του ταυτότητα σαν προσωπικό κατόρθωμα. Μπορεί να γνωρίζει τις εντολές του Χριστού και να λησμονεί ότι η γνώση των εντολών δεν ταυτίζεται με την εκπλήρωσή τους.


Το βαθύτερο πρόβλημα, επομένως, δεν βρίσκεται στην αναζήτηση της αλήθειας. Η αλήθεια είναι αναγκαία. Βρίσκεται στον κίνδυνο να μετατραπεί η γνώση της αλήθειας σε αίσθημα πνευματικής ανωτερότητας, η ορθόδοξη πίστη σε αφορμή αυτοδικαιώσεως και η προσδοκία της σωτηρίας σε καταδίκη εκείνων που δεν γνώρισαν ή δεν αποδέχθηκαν όσα εμείς πιστεύουμε.


Εδώ αναδύεται ένα θεμελιώδες ερώτημα:


Εάν ο χριστιανός γνωρίζει το θέλημα του Θεού, αλλά δεν το εφαρμόζει, μήπως η γνώση αυτή αυξάνει την ευθύνη του αντί να τον καθιστά ανώτερο από εκείνον που αγνοεί;


Και ακόμη βαθύτερα: εάν όλοι οι άνθρωποι βρίσκονται κάτω από τη σκιά του θανάτου, εάν όλοι έχουν ανάγκη από τη θεία χάρη και εάν κανένας δεν μπορεί να σωθεί με τις δικές του δυνάμεις, με ποιο δικαίωμα μπορεί ο άνθρωπος να μετατρέπει τη δική του θρησκευτική ταυτότητα σε βεβαιότητα για την καταδίκη του άλλου;


Αυτά τα ερωτήματα δεν αποδυναμώνουν τη χριστιανική πίστη. Αντιθέτως, μας καλούν να την προσεγγίσουμε βαθύτερα, όχι μόνο ως ομολογία δογμάτων, αλλά ως τρόπο υπάρξεως που πρέπει να μεταμορφώνει την καρδιά.


1. Οι χριστιανοί ομολογούν την αμαρτωλότητά τους, αλλά κινδυνεύουν να λησμονούν τη δική τους ευθύνη

Η χριστιανική πίστη αρχίζει από μια βαθιά αναγνώριση: ο άνθρωπος δεν είναι αυτάρκης, δεν είναι αναμάρτητος και δεν μπορεί να θεραπεύσει ολοκληρωτικά τον εαυτό του χωρίς τη χάρη του Θεού.


Ο Απόστολος Παύλος γράφει:


«Πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 3, 23).


Η διαπίστωση αυτή δεν αφορά μια συγκεκριμένη κοινωνική ή θρησκευτική ομάδα. Φανερώνει την καθολικότητα της ανθρώπινης ανάγκης για τη σωτηρία που προσφέρει ο Θεός.


Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να σταθεί ενώπιον του Δημιουργού σαν να έχει αποκτήσει την αιώνια ζωή ως προσωπικό δικαίωμα. Κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η σωτηρία του αποτελεί αποκλειστικό αποτέλεσμα της δικής του ηθικής προσπάθειας. Κανένας δεν μπορεί να μετατρέψει την πίστη του σε λόγο περιφρονήσεως των άλλων.


Ωστόσο, υπάρχει μια λεπτή και επικίνδυνη αντίφαση. Ο χριστιανός μπορεί να αναγνωρίζει θεωρητικά ότι είναι αμαρτωλός, αλλά πρακτικά να αισθάνεται ανώτερος από εκείνον που δεν ανήκει στη δική του θρησκευτική κοινότητα.


Μπορεί να λέει «είμαι αμαρτωλός», αλλά να σκέφτεται: «Η δική μου αμαρτωλότητα είναι μικρότερη, επειδή γνωρίζω την αλήθεια».


Μπορεί να ομολογεί ότι έχει ανάγκη από τη χάρη, αλλά να θεωρεί ότι η γνώση του δόγματος αποτελεί από μόνη της απόδειξη της πνευματικής του υπεροχής.


Μπορεί να γνωρίζει το Ευαγγέλιο, αλλά να μην επιτρέπει στο Ευαγγέλιο να κρίνει τη δική του συμπεριφορά.


Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται ο κίνδυνος της θρησκευτικής αυτοδικαιώσεως. Ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τη γνώση που προορίζεται να τον οδηγήσει στη μετάνοια, για να οικοδομήσει μια εικόνα ανωτερότητας απέναντι στους άλλους.


Αλλά η αληθινή γνώση του Θεού δεν πρέπει να οδηγεί στην περιφρόνηση του ανθρώπου. Όσο βαθύτερα συνειδητοποιεί κάποιος την αγιότητα του Θεού, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται την ανάγκη να καθαριστεί ο ίδιος από τα πάθη του.


Όσο περισσότερο γνωρίζει την εντολή της αγάπης, τόσο λιγότερο μπορεί να δικαιολογήσει την εμπάθεια. Όσο περισσότερο κατανοεί το μυστήριο της θείας ευσπλαχνίας, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αντιμετωπίζει τον αμαρτωλό ως άνθρωπο χωρίς ελπίδα.


Η ομολογία της αμαρτωλότητάς μας αποκτά πραγματικό νόημα όταν παύει να είναι απλή φράση και γίνεται ταπείνωση, μετάνοια και έμπρακτη αγάπη.

Ο Φαρισαίος και ο τελώνης: δύο διαφορετικοί τρόποι να στέκεται ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού

Ο Κύριος μάς προσφέρει μια εξαιρετικά αποκαλυπτική παραβολή στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο (Λουκ. 18, 9–14).


Ο Φαρισαίος στέκεται και προσεύχεται, απαριθμώντας τα θρησκευτικά του κατορθώματα. Ευχαριστεί τον Θεό που δεν είναι όπως οι άλλοι άνθρωποι, τους οποίους θεωρεί άδικους και αμαρτωλούς.


Ο τελώνης, αντίθετα, στέκεται μακριά, δεν τολμά να υψώσει τα μάτια του στον ουρανό και προσεύχεται:


«Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».


Ο τελώνης δεν παρουσιάζει τον εαυτό του ως ανώτερο. Δεν επιχειρεί να δικαιωθεί μέσω συγκρίσεως με τους άλλους. Αναγνωρίζει την ανάγκη του για το έλεος του Θεού.


Ο Χριστός καταλήγει ότι ο τελώνης έφυγε δικαιωμένος μάλλον παρά ο Φαρισαίος.


Η παραβολή δεν διδάσκει ότι η νηστεία, η προσευχή ή η τήρηση των εντολών είναι άχρηστες. Αποκαλύπτει ότι ακόμη και οι θρησκευτικές πράξεις μπορούν να χάσουν τον πνευματικό τους σκοπό όταν γίνονται μέσα σε πνεύμα υπερηφανείας και αυτοδικαιώσεως.


Ο Φαρισαίος δεν καταδικάζεται επειδή γνωρίζει τον Νόμο, αλλά επειδή χρησιμοποιεί τη θρησκευτική του συνέπεια ως βάση για να περιφρονήσει τον άλλον.


Αυτή είναι και η μεγάλη προειδοποίηση για τον σύγχρονο χριστιανό: μπορεί να βρίσκεται μέσα στην Εκκλησία, να γνωρίζει τις Γραφές, να συμμετέχει στη λατρεία και να μιλά για την ορθή πίστη, αλλά να μην έχει κατανοήσει ακόμη ότι η αληθινή μετάνοια αρχίζει από τη δική του καρδιά.


2. Η γνώση της αλήθειας δεν μειώνει την ευθύνη• την αυξάνει

Ένα από τα σοβαρότερα σφάλματα της θρησκευτικής συνειδήσεως είναι η αντίληψη ότι η γνώση της αλήθειας αποτελεί από μόνη της πλεονέκτημα ενώπιον του Θεού, ανεξάρτητα από το αν ο άνθρωπος εφαρμόζει όσα γνωρίζει.


Η Αγία Γραφή, όμως, παρουσιάζει μια διαφορετική αρχή: όσο περισσότερο φως δέχεται ο άνθρωπος, τόσο μεγαλύτερη ευθύνη αναλαμβάνει για τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνεται σε αυτό.


Ο Κύριος διδάσκει στην παραβολή του πιστού και του απίστου δούλου:


«Παντὶ δὲ ᾧ ἐδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αὐτοῦ» (Λουκ. 12, 48).


Η αρχή αυτή είναι θεμελιώδης για την πνευματική ζωή. Η γνώση δεν είναι απλώς προνόμιο• είναι ευθύνη.


Εκείνος που γνωρίζει την εντολή της αγάπης και επιμένει να μισεί, δεν μπορεί να επικαλείται τη γνώση του ως δικαιολογία. Εκείνος που γνωρίζει τη συγχώρηση και επιλέγει την εκδίκηση, δεν μπορεί να θεωρεί ότι η θρησκευτική του ταυτότητα τον δικαιώνει. Εκείνος που γνωρίζει την ταπείνωση και χρησιμοποιεί τη γνώση του για να εξευτελίζει τους άλλους, βρίσκεται μπροστά σε μια βαθύτερη εσωτερική αντίφαση.


Ο Απόστολος Ιάκωβος προειδοποιεί ότι οι διδάσκαλοι θα υποστούν αυστηρότερη κρίση (Ιακ. 3, 1). Η προειδοποίηση αυτή φανερώνει ότι η ανάληψη θρησκευτικής ευθύνης δεν προσφέρει ασυλία απέναντι στην κρίση του Θεού. Αντίθετα, απαιτεί μεγαλύτερη συνέπεια.


Επομένως, η γνώση της χριστιανικής αλήθειας δεν πρέπει να μας κάνει περισσότερο βέβαιους για την καταδίκη των άλλων. Πρέπει να μας κάνει περισσότερο προσεκτικούς απέναντι στη δική μας ζωή.


Εάν γνωρίζω ότι πρέπει να συγχωρώ, οφείλω να εξετάζω τη μνησικακία μου.


Εάν γνωρίζω ότι πρέπει να αγαπώ τον εχθρό μου, οφείλω να εξετάζω την εχθρότητα που διατηρώ στην καρδιά μου.


Εάν γνωρίζω ότι ο Θεός είναι ελεήμων, οφείλω να εξετάζω γιατί δυσκολεύομαι να δείξω έλεος.


Εάν γνωρίζω ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από τη σωτηρία, οφείλω να αναρωτηθώ γιατί αντιμετωπίζω ορισμένους σαν να μην αξίζουν την ευσπλαχνία.


Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στη γνώση που υπηρετεί τη μετάνοια και στη γνώση που υπηρετεί τον εγωισμό.


Η πρώτη φωτίζει τις αδυναμίες μας. Η δεύτερη φωτίζει επιλεκτικά τις αδυναμίες των άλλων.


Η πρώτη οδηγεί στην προσευχή. Η δεύτερη οδηγεί στην κατάκριση.


Η πρώτη γεννά ευγνωμοσύνη για τη χάρη του Θεού. Η δεύτερη δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι η χάρη αποτελεί προσωπική ιδιοκτησία.


Εάν η γνώση της αλήθειας δεν μας κάνει περισσότερο ταπεινούς, περισσότερο ελεήμονες και περισσότερο πρόθυμους να μετανοήσουμε, τότε οφείλουμε να εξετάσουμε όχι την αλήθεια του Θεού, αλλά τον τρόπο με τον οποίο εμείς τη χρησιμοποιούμε.


3. Η αναγέννηση του χριστιανού δεν σημαίνει ότι έπαψε να είναι ευάλωτος στην αμαρτία

Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα αφορά την έννοια της αναγεννήσεως.


Ο χριστιανός πιστεύει ότι, μέσω του Βαπτίσματος και της ζωής εν Χριστώ, εισέρχεται σε μια νέα πνευματική πραγματικότητα. Γίνεται μέλος του σώματος του Χριστού, λαμβάνει τη δωρεά της υιοθεσίας και καλείται να ζήσει ως καινός άνθρωπος.


Ο Απόστολος Παύλος γράφει:


«Εἴ τις ἐν Χριστῷ, καινὴ κτίσις» (Β΄ Κορ. 5, 17).


Η αναγέννηση, όμως, δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος έγινε αυτομάτως αναμάρτητος, ότι δεν έχει πλέον ανάγκη από μετάνοια ή ότι απέκτησε ήδη την τελική αφθαρσία του αναστημένου σώματος.


Στην ορθόδοξη θεολογία, η νέα ζωή εν Χριστώ είναι πραγματική δωρεά, αλλά και αρχή μιας συνεχούς πορείας θεραπείας και μεταμορφώσεως. Ο βαπτισμένος εξακολουθεί να αγωνίζεται εναντίον των παθών, να αντιμετωπίζει πειρασμούς, να ασθενεί σωματικά και να παραμένει θνητός μέχρι την ανάσταση των νεκρών.


Η αναγέννηση δεν καταργεί την ανάγκη για πνευματικό αγώνα. Τη θεμελιώνει.


Δεν σημαίνει ότι ο χριστιανός δεν αμαρτάνει πλέον. Σημαίνει ότι καλείται να μη ζει υποταγμένος στην αμαρτία, αλλά να αγωνίζεται με τη χάρη του Θεού για την ελευθερία από αυτήν.


Ο ίδιος ο Απόστολος Ιωάννης γράφει προς τους πιστούς:


«Ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτοὺς πλανῶμεν» (Α΄ Ιω. 1, 

Επομένως, η χριστιανική ταυτότητα δεν αποτελεί πιστοποιητικό αναμαρτησίας. Είναι πρόσκληση σε κοινωνία με τον Θεό και σε διαρκή μετάνοια.


Ο χριστιανός δεν καλείται να πει: «Εγώ δεν είμαι όπως οι άνθρωποι του κόσμου, διότι έχω ήδη αναγεννηθεί».


Καλείται να πει: «Έχω λάβει τη δωρεά της νέας ζωής και γι’ αυτό οφείλω να αγωνίζομαι ώστε η ζωή μου να φανερώνει περισσότερο το ήθος του Χριστού».


Η πρώτη διατύπωση μπορεί να γεννήσει υπερηφάνεια. Η δεύτερη γεννά ευγνωμοσύνη και ευθύνη.

Η αναγέννηση είναι δωρεά, όχι λόγος αυτοδικαιώσεως

Εδώ χρειάζεται μια ουσιαστική διάκριση. Δεν είναι σωστό να εξισώνουμε πλήρως την κατάσταση του ανθρώπου που γνωρίζει και βιώνει συνειδητά την πίστη με εκείνη που δεν τη γνωρίζει. Η γνώση του Ευαγγελίου, η συμμετοχή στα Μυστήρια και η ζωή μέσα στην Εκκλησία αποτελούν πραγματικές δωρεές.


Αλλά κάθε δωρεά συνοδεύεται από ευθύνη.


Ο χριστιανός έχει λάβει το φως της πίστεως για να φωτίζει τη ζωή του και να διακονεί τον πλησίον, όχι για να καυχάται απέναντί του.


Εάν κάποιος έλαβε περισσότερα, δεν δικαιούται να περιφρονεί εκείνον που έλαβε λιγότερα. Οφείλει να γίνει περισσότερο υπεύθυνος για όσα του εμπιστεύθηκε ο Θεός.


Το φως δεν δόθηκε για να δημιουργήσει δύο ανθρώπινες κατηγορίες, μία που μπορεί να αυτοδικαιώνεται και μία που μπορεί να καταδικάζεται ανεξέλεγκτα. Δόθηκε για να οδηγήσει τον άνθρωπο στην αλήθεια, στην αγάπη και στη σωτηρία.


4. Ο θάνατος ως κοινή ανθρώπινη τραγωδία και ως υπενθύμιση της ανάγκης για σωτηρία

Ένα από τα βαθύτερα σημεία είναι ότι η χριστιανοί και μη χριστιανοί ασθενούν, γερνούν και πεθαίνουν.


Ο άνθρωπος που εκκλησιάζεται δεν εξαιρείται από τη φθορά του σώματος. Ο άνθρωπος που προσεύχεται δεν παύει να είναι ευάλωτος στην ασθένεια. Ο άνθρωπος που γνωρίζει τις Γραφές δεν αποκτά αυτομάτως σωματική αθανασία.


Η ανθρώπινη εμπειρία του θανάτου αποτελεί κοινό στοιχείο της ζωής μας.


Η Αγία Γραφή συνδέει την είσοδο της αμαρτίας στον κόσμο με την είσοδο του θανάτου:


«Δι’ ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθε καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος» (Ρωμ. 5, 12).


Το χωρίο αυτό αναφέρεται στην καθολική τραγωδία της πτώσεως και στη θνητότητα της ανθρώπινης υπάρξεως. Δεν σημαίνει ότι κάθε συγκεκριμένη ασθένεια ή κάθε θάνατος αποτελεί άμεση τιμωρία για κάποια προσωπική αμαρτία του συγκεκριμένου ανθρώπου.


Ο ίδιος ο Χριστός απορρίπτει μια τέτοια απλουστευτική σύνδεση όταν οι μαθητές Του Τον ρωτούν για τον εκ γενετής τυφλό (Ιω. 9, 1–3).


Επομένως, πρέπει να διακρίνουμε την κοινή θνητότητα της πεπτωκυίας ανθρωπότητας από την προσωπική ενοχή κάθε ανθρώπου.


Ο θάνατος δεν αποτελεί απόδειξη ότι ένας συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν περισσότερο αμαρτωλός από κάποιον άλλον. Δεν αποτελεί μέτρο της ηθικής αξίας του ούτε επιτρέπει να συμπεράνουμε την τελική του μοίρα.


Οι άγιοι της Εκκλησίας πέθαναν. Οι Απόστολοι πέθαναν. Οι μάρτυρες παρέδωσαν τη ζωή τους. Και ο ίδιος ο αναμάρτητος Χριστός δέχθηκε τον θάνατο στο πλαίσιο της σωτηριώδους οικονομίας Του.


Άρα, η σωματική θνητότητα δεν σημαίνει ότι η θεία χάρη απουσιάζει από τον άνθρωπο.


Σημαίνει ότι η τελική φανέρωση της νίκης του Χριστού επί του θανάτου δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί μέσα στην ιστορική εμπειρία όλων των ανθρώπων.

Η ζωή και η αφθαρσία που φανερώθηκαν διά του Ευαγγελίου

Ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι ο Χριστός:


«Καταργήσαντος μὲν τὸν θάνατον, φωτίσαντος δὲ ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν διὰ τοῦ εὐαγγελίου» (Β΄ Τιμ. 1, 10).


Το χωρίο αυτό βρίσκεται στο κέντρο της χριστιανικής ελπίδας.


Ο Χριστός δεν ήρθε απλώς για να διδάξει μια καλύτερη ηθική συμπεριφορά ή για να προσφέρει μια προσωρινή ανακούφιση από τις δυσκολίες της ζωής. Ήρθε για να νικήσει την αμαρτία και τον θάνατο και να ανοίξει στον άνθρωπο τον δρόμο προς την αιώνια ζωή.


Ωστόσο, η νίκη αυτή έχει μια ουσιαστική εσχατολογική διάσταση. Ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών και φανέρωσε την αφθαρσία. Οι πιστοί συμμετέχουν ήδη στη νέα ζωή μέσω της κοινωνίας μαζί Του, αλλά εξακολουθούν να αναμένουν την κοινή ανάσταση των νεκρών.


Ο Απόστολος Παύλος διακηρύσσει ότι η φθαρτότητα θα ενδυθεί την αφθαρσία και το θνητό σώμα την αθανασία (Α΄ Κορ. 15, 42–54).


Αυτή είναι η τελική χριστιανική ελπίδα: όχι ότι ο πιστός δεν θα πεθάνει ποτέ κατά τη σημερινή βιολογική του ύπαρξη, αλλά ότι ο θάνατος δεν θα έχει την τελευταία λέξη.


Γι’ αυτό, το γεγονός ότι πεθαίνουν και οι χριστιανοί και οι μη χριστιανοί δεν αποδεικνύει ότι η πίστη είναι μάταιη. Αποδεικνύει ότι όλοι εξακολουθούμε να ζούμε μέσα στην κοινή ανθρώπινη συνθήκη της θνητότητας, ενώ η πλήρης φανέρωση της αναστάσεως παραμένει η ελπίδα μας.


Ο χριστιανός δεν καλείται να καυχηθεί ότι έχει ξεφύγει από την ανθρώπινη αδυναμία. Καλείται να μαρτυρήσει ότι μέσα στην κοινή ανθρώπινη αδυναμία υπάρχει η ελπίδα της νίκης του Χριστού επί του θανάτου.


5. Οι άνθρωποι του κόσμου και η ευθύνη εκείνων που γνωρίζουν το Ευαγγέλιο

Όταν μιλάμε για τους «ανθρώπους του κόσμου», χρειάζεται να αποφεύγουμε μια παρανόηση. Στη βιβλική γλώσσα, η λέξη «κόσμος» δεν έχει πάντοτε την ίδια σημασία.


Άλλοτε αναφέρεται στην ανθρωπότητα, την οποία ο Θεός αγαπά, και άλλοτε στην αντίσταση προς τον Θεό και στον τρόπο ζωής που απομακρύνει τον άνθρωπο από το θέλημά Του.


Ο Χριστός λέει:


«Οὕτως γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον» (Ιω. 3, 16).


Αυτή η αγάπη του Θεού προς τον κόσμο αποτελεί θεμελιώδη αλήθεια της χριστιανικής πίστεως.


Ο Θεός δεν δημιούργησε τον άνθρωπο για να τον εγκαταλείψει. Δεν έστειλε τον Υιό Του στον κόσμο για να περιφρονήσει την ανθρωπότητα, αλλά για να της προσφέρει τη σωτηρία.


Συνεπώς, δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε κάθε άνθρωπο που δεν συμμερίζεται τη χριστιανική πίστη σαν να αποτελεί εκ των προτέρων αντικείμενο θείας απορρίψεως.


Οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς τη γνώση, την ανατροφή, τις εμπειρίες, τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που είχαν στη ζωή τους. Άλλοι γνώρισαν το Ευαγγέλιο μέσα σε περιβάλλον αγάπης και αλήθειας. Άλλοι το γνώρισαν μέσα από παραμορφωμένες εικόνες, υποκρισία, βία ή κακή θρησκευτική συμπεριφορά. Άλλοι δεν είχαν ουσιαστική ευκαιρία να το γνωρίσουν.


Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πλήρως την εσωτερική κατάσταση κάθε ανθρώπου, το μέτρο της ελευθερίας του, τις συνθήκες της ζωής του ή τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίθηκε στο φως που είχε στη διάθεσή του.


Ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται στην ευθύνη τόσο εκείνων που γνωρίζουν τον Νόμο όσο και εκείνων που δεν τον έχουν λάβει με τον ίδιο τρόπο, επισημαίνοντας ότι η κρίση του Θεού λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα της ανθρώπινης συνειδήσεως (Ρωμ. 2, 12–16).


Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι θρησκευτικές πεποιθήσεις είναι ίδιες ή ότι η αλήθεια δεν έχει σημασία. Σημαίνει ότι η τελική κρίση του ανθρώπου δεν μπορεί να υποκατασταθεί από την αυθαίρετη ανθρώπινη ετυμηγορία.


Ο χριστιανός καλείται να μαρτυρεί την πίστη του με αλήθεια, αλλά και με σεβασμό προς την ελευθερία του άλλου. Να προσφέρει τη μαρτυρία του Χριστού χωρίς να θεωρεί ότι γνωρίζει ήδη την τελική κρίση του Θεού για κάθε άνθρωπο.


Εδώ εμφανίζεται μια ιδιαίτερα σημαντική πνευματική ευθύνη: εκείνος που γνώρισε το Ευαγγέλιο οφείλει να αναρωτηθεί μήπως η δική του συμπεριφορά δυσκολεύει τους άλλους να δουν την ομορφιά του Χριστού.


Εάν ο χριστιανός μιλά για αγάπη αλλά συμπεριφέρεται με περιφρόνηση, εάν κηρύττει την ταπείνωση αλλά ενεργεί με υπερηφάνεια, εάν μιλά για έλεος αλλά καταδικάζει αβασάνιστα, τότε η ζωή του δεν επιβεβαιώνει το μήνυμα που διακηρύσσει.


Δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που απορρίπτει τον χριστιανισμό το κάνει εξαιτίας της συμπεριφοράς των χριστιανών. Σημαίνει, όμως, ότι οι χριστιανοί έχουν ευθύνη να μη μετατρέπουν τη μαρτυρία του Ευαγγελίου σε εμπόδιο για τον πλησίον.


Η αλήθεια του Χριστού δεν χρειάζεται την υπεροψία μας για να παραμείνει αλήθεια. Χρειάζεται τη δική μας πιστότητα, τη μετάνοια και την αγάπη.


6. Θα σώσει ο Θεός όλους τους αμαρτωλούς; Το μυστήριο του θείου ελέους και της ανθρώπινης ελευθερίας

Εδώ φτάνουμε σε ένα από τα πιο ευαίσθητα και βαθιά ζητήματα του προβληματισμού σου.


Εάν όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί, εάν όλοι έχουν ανάγκη από τη χάρη και εάν ο Θεός αγαπά ολόκληρη την ανθρωπότητα, μπορούμε να ελπίζουμε ότι τελικά θα σωθούν όλοι;


Η Αγία Γραφή μάς δίνει ισχυρούς λόγους να προσευχόμαστε και να ελπίζουμε στο έλεος του Θεού για κάθε άνθρωπο.


Ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι ο Θεός:


«Πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. 2, 4).


Και ο Απόστολος Πέτρος διδάσκει ότι ο Κύριος μακροθυμεί, επειδή δεν θέλει να χαθούν άνθρωποι, αλλά να οδηγηθούν στη μετάνοια (Β΄ Πέτρ. 3, 9).


Αυτά τα χωρία αποκαλύπτουν τη σωτηριώδη βούληση του Θεού. Ο Θεός δεν ευχαριστείται με την απώλεια του ανθρώπου. Δεν αναζητεί αφορμές για να καταστρέψει τον άνθρωπο, αλλά τον καλεί στη ζωή.


Ο προφήτης Ιεζεκιήλ διατυπώνει με σαφήνεια αυτή την αλήθεια:


«Μὴ θελήσει θελήσω τὸν θάνατον τοῦ ἀσεβοῦς [...] ὡς τὸ ἀποστρέψαι αὐτὸν ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ τῆς πονηρᾶς καὶ ζῆν αὐτόν;» (πρβλ. Ιεζ. 18, 23).


Η επιθυμία του Θεού είναι η μετάνοια και η ζωή.


Ωστόσο, χρειάζεται να διακρίνουμε δύο διαφορετικές διατυπώσεις:

- Ότι ο Θεός θέλει τη σωτηρία όλων και ότι μπορούμε να ελπίζουμε στο άπειρο έλεός Του για όλους.

- Ότι γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως της τελικής στάσεώς τους απέναντι στον Θεό, θα σωθούν.

Η πρώτη διατύπωση θεμελιώνεται σαφώς στη βιβλική αποκάλυψη. Η δεύτερη υπερβαίνει όσα μπορούμε να διακηρύξουμε ως βεβαιότητα της ορθόδοξης πίστεως.


Η Εκκλησία ομολογεί την αγάπη του Θεού, την πραγματικότητα της ανθρώπινης ελευθερίας, την ανάγκη της μετανοίας και τη σοβαρότητα της τελικής κρίσεως. Δεν μας εξουσιοδοτεί να αποφασίζουμε αυθαίρετα ούτε ότι κάποιος συγκεκριμένος άνθρωπος έχει καταδικαστεί οριστικά ούτε ότι γνωρίζουμε εκ των προτέρων τη σωτηρία όλων.


Η ορθή πνευματική στάση δεν είναι ούτε η απελπισία για τους αμαρτωλούς ούτε η επιπόλαιη βεβαιότητα ότι η μετάνοια και η ελευθερία δεν έχουν τελικά σημασία.


Είναι η ελπίδα στο έλεος του Θεού, η προσευχή για όλους και η άρνηση να αναλάβουμε εμείς τον ρόλο του τελικού κριτή.

Η πατερική μαρτυρία: ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος και η απέραντη ευσπλαχνία

Η ασκητική διδασκαλία του Αγίου Ισαάκ του Σύρου παρουσιάζει τη θεία ευσπλαχνία ως πραγματικότητα που υπερβαίνει τα στενά μέτρα της ανθρώπινης ανταποδόσεως. Η πνευματική του προσέγγιση μάς καλεί να καλλιεργούμε καρδιά ευσπλαχνική, η οποία δεν περιορίζει την αγάπη της μόνο σε όσους θεωρεί άξιους.


Η πατερική αυτή κατεύθυνση δεν πρέπει να μετατρέπεται σε εύκολη απόδειξη ότι γνωρίζουμε με βεβαιότητα την τελική σωτηρία κάθε ανθρώπου. Μας προσφέρει, όμως, ένα ισχυρό κριτήριο για τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στον αμαρτωλό.


Εάν ο Θεός είναι ο μόνος που γνωρίζει πλήρως την καρδιά του ανθρώπου, εάν η κρίση Του είναι απαλλαγμένη από την άγνοια και την εμπάθεια και εάν η αγάπη Του δεν ταυτίζεται με την ανθρώπινη εκδικητικότητα, τότε ποιος είμαι εγώ για να μετατρέψω την προσωπική μου κρίση σε τελεσίδικη καταδίκη του άλλου;


Ο Άγιος Ισαάκ μάς κατευθύνει προς μια καρδιά που πονά για την πτώση του ανθρώπου και προσεύχεται για τη σωτηρία του, αντί να χαίρεται για την καταδίκη του.


Η ευσπλαχνία δεν σημαίνει ότι το κακό παύει να είναι κακό. Σημαίνει ότι ο άνθρωπος που αμάρτησε εξακολουθεί να είναι πρόσωπο που χρειάζεται τη θεραπεία, τη μετάνοια και το έλεος του Θεού.


Η Εκκλησία δεν καλείται να πάψει να διακρίνει την αλήθεια από την πλάνη. Καλείται να μην ταυτίζει τον άνθρωπο με την πτώση του, σαν να μην υπάρχει γι’ αυτόν δυνατότητα μετανοίας.


Δεν γνωρίζουμε ότι θα σωθούν όλοι. Μπορούμε, όμως, να ελπίζουμε για όλους, να προσευχόμαστε για όλους και να μην απελπιζόμαστε για κανέναν.


Αυτή είναι μια ουσιαστική διάκριση ανάμεσα στη χριστιανική ελπίδα και στην ανθρώπινη βεβαιότητα.


ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

 

Όταν ο άνθρωπος γνωρίζει την αλήθεια, αλλά ξεχνά τον εαυτό του

Υπάρχει ένα παράδοξο στην ανθρώπινη πνευματική ζωή, το οποίο αξίζει να εξεταστεί με ιδιαίτερη προσοχή: οι άνθρωποι που ομολογούν ότι είναι αμαρτωλοί δεν διαφωνούν συνήθως ως προς το γεγονός ότι αμαρτάνουν, αλλά πολλές φορές συγκρούονται μεταξύ τους για το ποιος κατέχει την αλήθεια, ποιος ερμηνεύει ορθότερα το θέλημα του Θεού, ποιος βρίσκεται πλησιέστερα στη σωτηρία και ποιος απομακρύνθηκε από αυτήν.


Έτσι, ενώ η κοινή ανθρώπινη αδυναμία θα έπρεπε να τους οδηγεί στην ταπείνωση, η γνώση που απέκτησαν μπορεί να γίνει αφορμή υπερηφανείας. Ενώ η αναγνώριση της αμαρτωλότητάς τους θα έπρεπε να τους κάνει επιεικείς απέναντι στον πλησίον, ενίοτε γίνεται απλώς μια θεωρητική ομολογία, η οποία δεν αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο κρίνουν τους άλλους.


Ο χριστιανός μπορεί να λέει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί και, την ίδια στιγμή, να συμπεριφέρεται σαν να ανήκει ο ίδιος σε μια κατηγορία ανθρώπων που έχουν ήδη εξασφαλίσει την αποδοχή του Θεού, ενώ οι υπόλοιποι βρίσκονται έξω από αυτήν.


Μπορεί να ομολογεί ότι η σωτηρία είναι δώρο της θείας χάριτος και συγχρόνως να αντιμετωπίζει τη θρησκευτική του ταυτότητα σαν προσωπικό κατόρθωμα. Μπορεί να γνωρίζει τις εντολές του Χριστού και να λησμονεί ότι η γνώση των εντολών δεν ταυτίζεται με την εκπλήρωσή τους.


Το βαθύτερο πρόβλημα, επομένως, δεν βρίσκεται στην αναζήτηση της αλήθειας. Η αλήθεια είναι αναγκαία. Βρίσκεται στον κίνδυνο να μετατραπεί η γνώση της αλήθειας σε αίσθημα πνευματικής ανωτερότητας, η ορθόδοξη πίστη σε αφορμή αυτοδικαιώσεως και η προσδοκία της σωτηρίας σε καταδίκη εκείνων που δεν γνώρισαν ή δεν αποδέχθηκαν όσα εμείς πιστεύουμε.


Εδώ αναδύεται ένα θεμελιώδες ερώτημα:


Εάν ο χριστιανός γνωρίζει το θέλημα του Θεού, αλλά δεν το εφαρμόζει, μήπως η γνώση αυτή αυξάνει την ευθύνη του αντί να τον καθιστά ανώτερο από εκείνον που αγνοεί;


Και ακόμη βαθύτερα: εάν όλοι οι άνθρωποι βρίσκονται κάτω από τη σκιά του θανάτου, εάν όλοι έχουν ανάγκη από τη θεία χάρη και εάν κανένας δεν μπορεί να σωθεί με τις δικές του δυνάμεις, με ποιο δικαίωμα μπορεί ο άνθρωπος να μετατρέπει τη δική του θρησκευτική ταυτότητα σε βεβαιότητα για την καταδίκη του άλλου;


Αυτά τα ερωτήματα δεν αποδυναμώνουν τη χριστιανική πίστη. Αντιθέτως, μας καλούν να την προσεγγίσουμε βαθύτερα, όχι μόνο ως ομολογία δογμάτων, αλλά ως τρόπο υπάρξεως που πρέπει να μεταμορφώνει την καρδιά.


7. Η κοινή θνητότητα ως πρόσκληση στην ταπείνωση και όχι ως απόδειξη θρησκευτικής αποτυχίας.

Ας επιστρέψουμε στο γεγονός που παρατήρησες: όλοι οι άνθρωποι ασθενούν, γερνούν και πεθαίνουν.


Ο χριστιανός μπορεί να προσεύχεται καθημερινά, να συμμετέχει στη Θεία Ευχαριστία, να αγωνίζεται για την αγιότητα και να προσπαθεί να ζει σύμφωνα με το Ευαγγέλιο. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί να προσβληθεί από μια σοβαρή ασθένεια, να βιώσει σωματικό πόνο ακόμα και να πεθάνει.


Αυτό δεν ακυρώνει την πίστη του.


Η χριστιανική σωτηρία δεν είναι μια υπόσχεση ότι θα απαλλαγούμε από κάθε σωματική δοκιμασία κατά τη διάρκεια της παρούσας ζωής. Είναι η πρόσκληση να ενωθούμε με τον Χριστό, ο οποίος εισήλθε στην ανθρώπινη οδύνη και νίκησε τον θάνατο μέσω της Αναστάσεώς Του.


Ούτε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι άνθρωποι που δεν ανήκουν στην Εκκλησία είναι πνευματικά αποκομμένοι από κάθε δυνατότητα να δεχθούν το έλεος του Θεού. Η τελική κρίση ανήκει στον Θεό, ο οποίος γνωρίζει όσα εμείς δεν γνωρίζουμε.


Η κοινή θνητότητα μάς υπενθυμίζει ότι δεν έχουμε ακόμη φτάσει στην πλήρη φανέρωση της αναστάσιμης ζωής. Μας καλεί να εγκαταλείψουμε την αυταπάτη της αυτάρκειας και να αναγνωρίσουμε ότι όλοι έχουμε ανάγκη από τη σωτηρία.


Δεν είναι, επομένως, ορθό να πούμε ότι εάν ήμασταν πραγματικά του Θεού δεν θα πεθαίναμε ποτέ στη σημερινή ζωή. Ο ίδιος ο Χριστός πέθανε κατά την ανθρώπινη φύση Του, χωρίς να έχει αμαρτία, και οι άγιοι παρέδωσαν τη ζωή τους μέσα στην πίστη.


Η ορθή διατύπωση είναι διαφορετική:


Ο άνθρωπος παραμένει θνητός μέσα στην παρούσα ιστορική συνθήκη, ακόμη και όταν ζει εν Χριστώ. Η πίστη δεν καταργεί αυτομάτως τον σωματικό θάνατο, αλλά προσφέρει την κοινωνία με Εκείνον που νίκησε τον θάνατο και υπόσχεται την ανάσταση και την αφθαρσία.


Αυτή η διάκριση είναι απαραίτητη, ώστε να μην ταυτίζουμε τη σωματική υγεία με την αγιότητα ούτε την ασθένεια με την πνευματική εγκατάλειψη.


Ο άνθρωπος μπορεί να είναι άγιος και να ασθενεί. Μπορεί να είναι αμαρτωλός και να έχει καλή σωματική υγεία. Μπορεί να πεθάνει σε νεαρή ηλικία ή να ζήσει πολλά χρόνια.


Οι βιολογικές αυτές πραγματικότητες δεν μας επιτρέπουν να αποφανθούμε για την τελική του κατάσταση ενώπιον του Θεού.


Το μυστήριο της σωτηρίας δεν εξαντλείται σε όσα βλέπουμε.


8. Η μεγαλύτερη πνευματική πλάνη: να θεωρείς ότι η δική σου σωτηρία αποδεικνύεται από την καταδίκη του άλλου

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο κρίσιμο σημείο ολόκληρου του κεφαλαίου.


Ο άνθρωπος συχνά προσπαθεί να βεβαιώσει τη δική του αξία μέσω της συγκρίσεως. Για να αισθανθεί ότι βρίσκεται ψηλότερα, αναζητεί κάποιον που βρίσκεται χαμηλότερα. Για να αισθανθεί δικαιωμένος, χρειάζεται να θεωρήσει τον άλλον ένοχο. Για να πιστέψει ότι βρίσκεται κοντά στον Θεό, ενδέχεται να επιδιώκει να αποδείξει ότι οι άλλοι βρίσκονται μακριά Του.


Αυτή η στάση μπορεί να εισχωρήσει ακόμη και στη θρησκευτική ζωή.


Ο χριστιανός μπορεί να σκέφτεται ότι, επειδή γνωρίζει την Αγία Γραφή, είναι πνευματικά ανώτερος από εκείνον που δεν τη γνωρίζει. Μπορεί να θεωρεί ότι, επειδή συμμετέχει στα Μυστήρια, δεν χρειάζεται να εξετάζει με την ίδια αυστηρότητα τα προσωπικά του πάθη. Μπορεί να θεωρεί ότι, επειδή ομολογεί το ορθό δόγμα, η συμπεριφορά του δεν χρειάζεται να υποβάλλεται σε καθημερινή μετάνοια.


Όμως, η γνώση της αλήθειας δεν εξαλείφει αυτομάτως την υπερηφάνεια. Η θρησκευτική συμμετοχή δεν καταργεί αυτομάτως τα πάθη. Και η ορθή ομολογία δεν μετατρέπει αυτομάτως κάθε πράξη του πιστού σε πράξη αγάπης.


Ο Απόστολος Παύλος γράφει:


«Ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ» (Α΄ Κορ. 8, 1).


Το χωρίο αναφέρεται σε συγκεκριμένο ζήτημα της ζωής της πρώτης χριστιανικής κοινότητας, αλλά η αρχή του φωτίζει και τον γενικότερο πνευματικό μας προβληματισμό: η γνώση, όταν αποσπάται από την αγάπη, μπορεί να τροφοδοτήσει την υπερηφάνεια. Η αγάπη, αντίθετα, οικοδομεί τον άνθρωπο και την κοινότητα.


Δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τη γνώση ή να θεωρήσουμε την αλήθεια ασήμαντη. Σημαίνει ότι η γνώση πρέπει να υπηρετεί την αγάπη και όχι την αυτοεπιβεβαίωση.


Ο χριστιανός δεν σώζεται επειδή βρήκε ανθρώπους να καταδικάσει. Η σωτηρία είναι δωρεά του Θεού, την οποία ο άνθρωπος καλείται να δεχθεί με πίστη, μετάνοια και ελεύθερη ανταπόκριση.


Η αληθινή πνευματική πρόοδος δεν μετριέται από το πόσους θεωρούμε πλανεμένους, αλλά από το πόσο βαθύτερα μαθαίνουμε να αγαπάμε, να μετανοούμε και να διακρίνουμε τη δική μας ευθύνη.


Ούτε, βέβαια, σημαίνει ότι όλες οι διαφωνίες μεταξύ χριστιανών είναι απλώς αποτέλεσμα υπερηφάνειας. Υπάρχουν πραγματικές δογματικές διαφορές, ουσιαστικά θεολογικά ερωτήματα και ζητήματα που απαιτούν προσεκτική εξέταση. Η επιδίωξη της αλήθειας είναι αναγκαία.


Αλλά ακόμη και όταν η διαφωνία είναι ουσιαστική, ο τρόπος με τον οποίο την αντιμετωπίζουμε αποτελεί μέρος της πνευματικής μας ευθύνης.


Μπορούμε να διαφωνούμε χωρίς να μισούμε. Μπορούμε να υπερασπιζόμαστε την πίστη χωρίς να εξευτελίζουμε τον άνθρωπο. Μπορούμε να επισημαίνουμε την πλάνη χωρίς να ισχυριζόμαστε ότι γνωρίζουμε την τελική κρίση του Θεού για εκείνον που πλανήθηκε.


Η ορθοδοξία της πίστεως δεν δικαιολογεί την ανορθοδοξία της συμπεριφοράς.


9. Η Εκκλησία ως θεραπευτήριο αμαρτωλών και όχι ως χώρος αυτοδικαιώσεως

Η Εκκλησία δεν αποτελεί μια κοινότητα ανθρώπων που δεν έχουν αμαρτίες. Είναι η κοινότητα εκείνων που καλούνται να ζήσουν τη θεραπεία, τη μετάνοια και την κοινωνία με τον Θεό.


Ο Χριστός λέει:


«Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ’ οἱ κακῶς ἔχοντες» (Ματθ. 9, 12).


Ο Κύριος χρησιμοποιεί την εικόνα του ιατρού για να φανερώσει τη σωτηριώδη αποστολή Του. Δεν έρχεται να επιβεβαιώσει την αυταρέσκεια εκείνων που θεωρούν ότι δεν χρειάζονται θεραπεία. Έρχεται να καλέσει τους αμαρτωλούς σε μετάνοια.


Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως χώρος στον οποίο εισερχόμαστε για να αποδείξουμε ότι είμαστε καλύτεροι από τους άλλους. Είναι ο τόπος όπου προσφέρουμε τις πληγές μας στον Χριστό, αναγνωρίζουμε τις αδυναμίες μας και αγωνιζόμαστε να μεταμορφωθούμε.


Ο άνθρωπος που προσέρχεται στη Θεία Ευχαριστία δεν προσέρχεται επειδή έχει ήδη γίνει αναμάρτητος. Προσέρχεται μέσα στην εκκλησιαστική ζωή, με μετάνοια και προετοιμασία, για να κοινωνήσει του Χριστού σύμφωνα με την πίστη και την τάξη της Εκκλησίας.


Ο άνθρωπος που εξομολογείται δεν δηλώνει ότι έχει κατακτήσει την τελειότητα. Αναγνωρίζει ότι χρειάζεται το έλεος και την πνευματική θεραπεία.


Ο άνθρωπος που προσεύχεται δεν διακηρύσσει ότι είναι ανώτερος από εκείνον που δεν προσεύχεται. Παραδέχεται ότι έχει ανάγκη από τον Θεό.


Επομένως, η εκκλησιαστική ζωή πρέπει να γεννά περισσότερη ταπείνωση, όχι μεγαλύτερη περιφρόνηση.


Εάν η συμμετοχή μας στην Εκκλησία μάς οδηγεί να αισθανόμαστε ότι μπορούμε να καταδικάζουμε εύκολα τους ανθρώπους, τότε χρειάζεται να εξετάσουμε αν έχουμε κατανοήσει βαθύτερα το νόημα της μετανοίας.


Εάν η γνώση της πίστεως μάς κάνει να βλέπουμε τον αμαρτωλό ως εχθρό αντί ως άνθρωπο που χρειάζεται τη θεραπεία, τότε χρειάζεται να επιστρέψουμε στην εντολή της αγάπης.


Εάν η προσδοκία της σωτηρίας μας μάς κάνει να αδιαφορούμε για την τύχη των άλλων, τότε χρειάζεται να αναλογιστούμε ότι η αγάπη του Χριστού απευθύνεται σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.


Η Εκκλησία δεν καλείται να υποβαθμίσει την αλήθεια, αλλά να φανερώνει την αλήθεια μέσα στην αγάπη. Δεν καλείται να αρνηθεί την αμαρτία, αλλά να προσφέρει τη δυνατότητα της μετανοίας. Δεν καλείται να ανακηρύξει όλους τους ανθρώπους ήδη σωσμένους, αλλά να προσεύχεται για όλους και να μαρτυρεί την ελπίδα της σωτηρίας.


10. Η αληθινή ταπείνωση: να αναγνωρίζεις ότι η σωτηρία σου δεν είναι προσωπικό κατόρθωμα

Η ταπείνωση δεν σημαίνει να περιφρονεί ο άνθρωπος τον εαυτό του ή να αρνείται τις δωρεές που έχει λάβει από τον Θεό. Σημαίνει να αναγνωρίζει την αλήθεια για τον εαυτό του χωρίς υπερηφάνεια και χωρίς απελπισία.


Ο χριστιανός μπορεί να χαίρεται για τη δωρεά της πίστεως. Μπορεί να ευχαριστεί τον Θεό για την Εκκλησία, τη Γραφή, τα Μυστήρια και τη δυνατότητα της πνευματικής ζωής. Δεν χρειάζεται να υποβαθμίσει αυτές τις δωρεές για να δείξει ταπεινότητα.


Χρειάζεται, όμως, να θυμάται ότι τις έλαβε ως δώρα και όχι ως λόγο προσωπικής υπεροχής.


Η πίστη δεν είναι μετάλλιο που μας απονέμεται για να ξεχωρίζουμε από τους άλλους. Είναι πρόσκληση σε σχέση με τον Θεό.


Η γνώση δεν είναι θρόνος από τον οποίο κρίνουμε τους ανθρώπους. Είναι φως που μας αποκαλύπτει την αλήθεια και τις δικές μας ευθύνες.


Η μετάνοια δεν είναι ένδειξη ότι αποτύχαμε να γίνουμε τέλειοι από μόνοι μας. Είναι αναγνώριση ότι χρειαζόμαστε διαρκώς τη χάρη του Θεού.


Και η ελπίδα της σωτηρίας δεν είναι δικαίωμα που μπορούμε να απαιτήσουμε από τον Θεό, ούτε όπλο με το οποίο καταδικάζουμε τους άλλους. Είναι εμπιστοσύνη στην αγάπη Του και ελεύθερη ανταπόκριση στο κάλεσμά Του.


Όταν ο άνθρωπος κατανοήσει βαθύτερα αυτές τις αλήθειες, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τον πλησίον.


Δεν τον αντιμετωπίζει πλέον μόνο ως κάποιον που γνωρίζει ή αγνοεί την πίστη. Τον βλέπει ως πρόσωπο με τη δική του ιστορία, τις δικές του πληγές, τις δικές του ευθύνες και τη δική του σχέση με το μυστήριο της ανθρώπινης ελευθερίας.


Δεν παραιτείται από την αλήθεια. Παραιτείται από την αξίωση να υποκαταστήσει τον Θεό στην τελική κρίση.


Δεν παύει να διακρίνει το καλό από το κακό. Παύει να θεωρεί ότι η δική του κρίση αποκαλύπτει πλήρως την τελική μοίρα του άλλου.


Και δεν παύει να αγωνίζεται για τη σωτηρία του. Μαθαίνει να προσεύχεται με την ίδια σοβαρότητα και για τη σωτηρία των άλλων.


Αυτή είναι η ταπείνωση που γεννιέται από τη βαθιά κατανόηση της χάριτος.


Επίλογος — Όλοι έχουμε ανάγκη από το έλεος του Θεού

Ας επιστρέψουμε, λοιπόν, στο αρχικό ερώτημα.


Γιατί οι χριστιανοί μαλώνουν μεταξύ τους, ενώ ομολογούν ότι είναι αμαρτωλοί;


Επειδή η ομολογία της αμαρτωλότητας δεν σημαίνει πάντοτε ότι ο άνθρωπος έχει αποκτήσει βαθιά αυτογνωσία. Μπορεί να γνωρίζει θεωρητικά ότι είναι αμαρτωλός και να μην έχει κατανοήσει πόσο εύκολα η υπερηφάνεια, η φιλαυτία και η ανάγκη αυτοδικαιώσεως εισχωρούν ακόμη και στη θρησκευτική ζωή.


Μπορεί να γνωρίζει την αλήθεια και να δυσκολεύεται να τη ζήσει. Μπορεί να υπερασπίζεται το ορθό δόγμα και να λησμονεί ότι η αλήθεια πρέπει να συνοδεύεται από αγάπη. Μπορεί να πιστεύει στην αναγέννηση και να συγχέει τη νέα ζωή εν Χριστώ με μια κατάσταση ολοκληρωμένης πνευματικής τελειότητας.


Γι’ αυτό χρειάζεται να θυμόμαστε ότι η γνώση του Ευαγγελίου δεν αποτελεί λόγο αυτοδικαιώσεως. Αυξάνει την ευθύνη μας να ζούμε σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε.


Ο άνθρωπος που γνωρίζει περισσότερα δεν έχει μεγαλύτερο δικαίωμα να καταδικάζει. Έχει μεγαλύτερη ευθύνη να εφαρμόζει την αλήθεια στη ζωή του.


Ο άνθρωπος που έχει λάβει περισσότερες πνευματικές δωρεές δεν δικαιούται να περιφρονεί εκείνον που δεν τις γνώρισε. Καλείται να τις αξιοποιήσει για την αγάπη, τη διακονία και την οικοδομή του πλησίον.


Ο άνθρωπος που έχει αναγεννηθεί εν Χριστώ δεν παύει αυτομάτως να είναι ευάλωτος στην αμαρτία και στη θνητότητα. Καλείται να αγωνιστεί για την ολοκλήρωση της νέας ζωής που έλαβε ως δωρεά.


Και ο άνθρωπος που προσδοκά τη σωτηρία δεν δικαιούται να μετατρέπει την ελπίδα του σε βεβαιότητα για την καταδίκη των άλλων.


Όλοι οι άνθρωποι εξακολουθούμε να ζούμε μέσα στην κοινή ανθρώπινη συνθήκη της φθοράς και του θανάτου. Η πίστη στον Χριστό δεν καταργεί αυτομάτως τη σωματική θνητότητα, αλλά μας ανοίγει τον δρόμο προς την ανάσταση και την αφθαρσία.


Ο Χριστός ήρθε στον κόσμο όχι για να επιβεβαιώσει την ανθρώπινη υπεροψία, αλλά για να θεραπεύσει την ανθρώπινη φύση και να προσφέρει τη σωτηρία.


Γι’ αυτό ο χριστιανός καλείται να αντιμετωπίζει τον αμαρτωλό όχι με περιφρόνηση, αλλά με σοβαρότητα, διάκριση και ευσπλαχνία. Να μη δικαιολογεί την αμαρτία, αλλά να μην απελπίζεται για τον αμαρτωλό. Να μην καταργεί την αλήθεια, αλλά να μην τη χρησιμοποιεί ως όπλο υπερηφανείας.


Η τελική κρίση ανήκει στον Θεό, ο οποίος γνωρίζει πλήρως την καρδιά, την ελευθερία, τη γνώση και τις ευθύνες κάθε ανθρώπου.


Η δική μας ευθύνη είναι να ζούμε με μετάνοια, να μαρτυρούμε την αλήθεια και να προσευχόμαστε για τη σωτηρία όλων.


Και εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη ανατροπή της χριστιανικής ζωής: ο άνθρωπος που αρχίζει να γνωρίζει αληθινά τον Θεό δεν γίνεται περισσότερο πρόθυμος να καταδικάζει, αλλά περισσότερο πρόθυμος να μετανοεί. Δεν γίνεται περισσότερο βέβαιος για την πνευματική του ανωτερότητα, αλλά περισσότερο ευγνώμων για τη χάρη που δέχεται. Δεν χαίρεται όταν ο άλλος χάνεται, αλλά επιθυμεί να βρει και εκείνος τον δρόμο της ζωής.


Διότι η αλήθεια του Θεού δεν μας δόθηκε για να δημιουργήσουμε έναν κόσμο στον οποίο εμείς θα θεωρούμαστε δίκαιοι και οι άλλοι ανάξιοι σωτηρίας. Μας δόθηκε για να γνωρίσουμε τον Χριστό, να αναγνωρίσουμε τη δική μας ανάγκη για έλεος και να γίνουμε, με τη χάρη Του, μάρτυρες της αγάπης Του προς ολόκληρη την ανθρωπότητα.


Δεν γνωρίζουμε ότι θα σωθούν όλοι. Δεν γνωρίζουμε την τελική κρίση για κάθε ψυχή. Γνωρίζουμε, όμως, ότι ο Θεός καλεί τους ανθρώπους στη μετάνοια και στη ζωή, ότι η αγάπη Του δεν χαίρεται με την απώλεια και ότι ο Χριστός ήρθε για τη σωτηρία του κόσμου.


Αυτό αρκεί για να μη μετατρέπουμε την πίστη μας σε όργανο απελπισίας για τους άλλους.


Αυτό αρκεί για να προσευχόμαστε για εκείνους που βρίσκονται μακριά από την πίστη, για εκείνους που αγνοούν την αλήθεια, για εκείνους που σφάλλουν, αλλά και για εκείνους που, ενώ γνωρίζουν την αλήθεια, δυσκολεύονται να τη ζήσουν.


Αυτό αρκεί για να θυμόμαστε ότι και εμείς έχουμε ανάγκη από διαρκή μετάνοια.


Και αυτό αρκεί για να κατανοήσουμε ότι η μεγαλύτερη απόδειξη πως αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε το μυστήριο της θείας ευσπλαχνίας δεν είναι η βεβαιότητα ότι εμείς θα σωθούμε και οι άλλοι θα χαθούν, αλλά η ταπεινή ελπίδα ότι ο Θεός θα μας ελεήσει και η ειλικρινής προσευχή να ελεήσει ολόκληρη την ανθρωπότητα.


Ο Θεός δεν μας κάλεσε να γίνουμε δικαστές της αιώνιας μοίρας των ανθρώπων, αλλά μάρτυρες της αλήθειας, εργάτες της αγάπης και άνθρωποι της μετανοίας.


Αυτή είναι η ευθύνη της γνώσεως. Αυτή είναι η δοκιμασία της πίστεως. Αυτή είναι η οδός της ταπεινώσεως.


Και αυτή είναι η ελπίδα μας: ότι ο Χριστός, ο οποίος νίκησε τον θάνατο και φανέρωσε τη ζωή και την αφθαρσία, καλεί κάθε άνθρωπο στη σωτηρία, ενώ εμείς, χωρίς να γνωρίζουμε την τελική κρίση Του για τον καθένα, οφείλουμε να εργαζόμαστε για τη δική μας μετάνοια και να προσευχόμαστε με αγάπη για όλους.


Προσευχή για όλους τους ανθρώπους

Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του ζώντος, ελέησέ μας όλους, διότι όλοι έχουμε ανάγκη από το άπειρο έλεός Σου.


Φώτισε τον νου μας, ώστε να μη μετατρέπουμε τη γνώση της αλήθειας σε υπερηφάνεια. Καθάρισε την καρδιά μας από την κατάκριση, τη μνησικακία και την επιθυμία να θεωρούμε τον εαυτό μας ανώτερο από τους άλλους.


Δίδαξέ μας να αναγνωρίζουμε τις δικές μας αμαρτίες πριν καταδικάσουμε τον πλησίον μας, να αγαπάμε χωρίς να δικαιολογούμε το κακό και να υπερασπιζόμαστε την αλήθεια χωρίς να περιφρονούμε τον άνθρωπο.


Μη μας αφήσεις να απελπιστούμε για κανέναν, αλλά χάρισέ μας καρδιά που προσεύχεται για όλους, υπομένει με διάκριση και ελπίζει στο άπειρο έλεός Σου.


Μνήσθητι, Κύριε, εκείνων που Σε γνωρίζουν και αγωνίζονται να τηρήσουν τις εντολές Σου, εκείνων που Σε αναζητούν χωρίς να γνωρίζουν ακόμη τον δρόμο, εκείνων που πληγώθηκαν από την υποκρισία των ανθρώπων και εκείνων που απομακρύνθηκαν από την πίστη εξαιτίας της αδυναμίας μας.


Οδήγησέ μας όλους στη μετάνοια, στην αλήθεια και στη ζωή που δεν τελειώνει.


Και όταν έρθει η ώρα να σταθούμε ενώπιόν Σου, αξίωσέ μας να μη στηριζόμαστε στα δικά μας κατορθώματα, αλλά στην ευσπλαχνία Σου, διότι Εσύ είσαι ο μόνος άγιος, ο μόνος Κύριος, ο μόνος που γνωρίζεις πλήρως την καρδιά κάθε ανθρώπου.


Διότι όλοι έχουμε ανάγκη από τη χάρη Σου, όλοι είμαστε εύθραυστοι ενώπιον του θανάτου και όλοι χρειαζόμαστε το φως της Αναστάσεώς Σου. Αμήν.


Νεότερη Παλαιότερη