Ἡ Ἀναγέννηση καὶ ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Ο ορθόδοξος νους οφείλει να διακρίνει πού βρίσκεται η εμπειρία της Εκκλησίας και πού παρεισφρέουν ιδιότυπες ιδέες χωρίς πατερική θεμελίωση. Στην Ορθοδοξία, η Φωνή του Θεού δεν είναι μία νέα οργάνωση ή «κίνηση», αλλά η μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Καθώς λέει ο Άγιος Ειρηναίος, «Όπου η Εκκλησία, εκεί το Πνεύμα του Θεού, και όπου το Πνεύμα του Θεού, εκεί η Εκκλησία και κάθε χάρη» (Γ΄ 24,1). Η αναγέννηση δεν είναι μία ανθρωποκεντρική εμπειρία αυτοβελτίωσης, αλλά ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στο σώμα του Χριστού. Ο Χριστός μάς αναγεννά διά του Αγίου Βαπτίσματος, και αυτό οι Πατέρες το μαρτυρούν ομόφωνα.
Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων λέει, «Το Βάπτισμα είναι η αναγέννηση της ψυχής» (Μυσταγωγική Κατήχηση Β΄). Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συμπληρώνει, «Το λουτρό της παλιγγενεσίας μάς κάνει θεούς κατά χάριν» (Λόγος ΛΕ΄).
Το Πνεύμα δεν αποστέλλεται απευθείας στον καθένα ως ιδιωτική οδός σωτηρίας, αλλά διά των μυστηρίων της Εκκλησίας. Γι’ αυτό λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Εκκλησία και Μυστήρια εργάζονται τη σωτηρία» (PG 49, 363). Το πυρ του Θεού, όπως ειπώθηκε, κατακαίει την αμαρτία και θερμαίνει τον δίκαιο.
Αυτό είναι αληθινό, αλλά ο Χριστιανός δεν έχει δική του «δύναμη πυρός», αλλά την άκτιστη ενέργεια του Θεού, την οποία ο Παλαμάς δίδαξε απέναντι στις λατινικές κακοδοξίες. «Το φως του Θεού μέσα στον άνθρωπο δεν είναι ανθρώπινη φύση, αλλά θεία χάρη» (Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων Γ΄). Αληθινό είναι ότι ο Θεός θέλει να σωθούν όλοι, αλλά η σωτηρία δεν έρχεται μέσω ιδεολογικής «εξέλιξης», ούτε μέσω ενώσεως επιστημών, πολιτικών και φιλοσοφικών συστημάτων. Αλλά, όπως λέει ο Απόστολος, «Αν ακόμη κι ένας άγγελος από τον ουρανό σάς κηρύξει άλλο ευαγγέλιο από αυτό που παραλάβατε, ας είναι ανάθεμα» (Γαλ. 1,8).
Κανένας Πατέρας δεν λέει ότι έρχεται νέος Θεός ή νέα φωνή ανεξάρτητη από την Εκκλησία. Ο ίδιος Χριστός, χθες, σήμερα και στους αιώνες, ζει μέσα στην Εκκλησία του. Καθώς λέει ο Άγιος Κυπριανός, «Δεν μπορεί να έχει τον Θεό Πατέρα εκείνος που δεν έχει την Εκκλησία μητέρα» (Περί ενότητος 6). Μέσα στο σώμα του Χριστού ο πιστός γίνεται υιός Θεού, όχι μέσω ανθρώπινων «λογικών προγραμμάτων», αλλά διά της χάριτος. Το «εγώ» γίνεται «εμείς» μόνο όταν κοινωνούμε στο Σώμα και Αίμα του Κυρίου.
Όπως κηρύττει ο Χρυσόστομος, «Από το ένα ποτήριο γινόμαστε ένα σώμα» (PG 61, 92). Συνεπώς, αγάπη, ενότητα, αφθαρσία, θέωση, είναι αληθινά, αλλά τελούνται μόνο μέσα στους δύο πνεύμονες της Εκκλησίας: μετάνοια και Μυστήρια. Όπως συμπεραίνει ο Μέγας Αθανάσιος: «Μέσα στην Εκκλησία βρίσκεται η σωτηρία και όχι αλλού» (PG 26, 585). Επομένως, η Ορθοδοξία δεν περιμένει νέα αποκάλυψη ή νέο φορέα. Το Πνεύμα οδηγεί μέσα στη Μία Εκκλησία, η οποία διατήρησε την πίστη των Αποστόλων.
Η φωνή του Θεού μέσα στην ιστορία δεν παρουσιάζει έναν Θεό μακρινό, μόνο για μετά θάνατον, αλλά έναν Θεό ζωντανό, ο οποίος ενεργεί σήμερα μέσα στις καρδιές, δημιουργώντας μετάνοια, αναγέννηση, έμπρακτη σοφία και άφθαρτη ζωή. Ο Θεός της Εκκλησίας είναι ο Θεός του παρόντος, ο «ὤν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος» (Αποκ. 1,8), ο οποίος επισκέπτεται τον κόσμο όχι για να εγκλωβίσει τον άνθρωπο σε φόβο και ενοχές, αλλά για να αναπλάσει το κατ’ εικόνα και να οδηγήσει στο καθ’ ομοίωσιν.
Η αναγέννηση αναδεικνύεται ως όρος στην Αγία Γραφή: «Εάν κάποιος δεν γεννηθεί άνωθεν, δεν μπορεί να δει τη βασιλεία του Θεού» (Ιω. 3,3). Ο άνωθεν Λόγος του Θεού διδάσκει ότι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και η σχέση του ανθρώπου προς τον Θεό, δεν μπορούν να θεμελιωθούν στην αλήθεια εάν δεν μεταμορφωθεί ο νους. Η αναγέννηση γίνεται προϋπόθεση ήπιων και χριστοκεντρικών σχέσεων, διότι μόνο ο άνθρωπος που έχει αλλάξει εσωτερικά μπορεί να ζήσει το «να μη ζητά τα δικά του» (Α΄ Κορ. 13,5) και να περάσει από το αμείλικτο «εγώ» στο ευλογημένο «εμείς». Ο Απόστολος Παύλος κηρύσσει ότι «αν κάποιος είναι εν Χριστώ, είναι νέα κτίση· τα παλιά πέρασαν, όλα έγιναν νέα» (Β΄ Κορ. 5,17).
Αυτή η νέα κτίση αποκαλύπτεται όταν ο νους διαποτίζεται από τις αρχές του Χριστού, όταν το ευαγγέλιο της χάρης παύει να είναι θεωρία και γίνεται φρόνημα, διάθεση, τρόπος ύπαρξης. Οι Πατέρες βλέπουν την αναγέννηση όχι απλώς ως έντονη ψυχική εμπειρία, αλλά ως μυστήριο της Εκκλησίας. Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων ονομάζει το Άγιο Βάπτισμα «λουτρό παλιγγενεσίας» και «γέννηση άνωθεν», διά της οποίας ο παλαιός άνθρωπος καταδύεται και ο νέος ενδύεται τον Χριστό.
Ο Μέγας Αθανάσιος συμπληρώνει ότι διά των Μυστηρίων ο Χριστός «κατοικεί στις καρδιές» και μεταβάλλει τον θνητό άνθρωπο σε φορέα άφθαρτης ζωής. Η σοφία του Θεού, η ενυπόστατη, δηλαδή ο ίδιος ο Χριστός, δίνεται ως δώρο μέσα στο Άγιο Πνεύμα. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει ότι ο Λόγος «συναναστρέφεται ανθρώπους ως Θεός, για να ανεβάσει τον άνθρωπο προς τον Θεό». Αυτή η θέωση δεν νοείται ως εγωκεντρική υπερήφανη ανάδειξη του ανθρώπου, αλλά ως κατάργηση του παλαιού εγωκεντρικού τρόπου ύπαρξης και ένταξη στην ελευθερία της αγάπης. Μέσα σε αυτό το μυστήριο γίνεται φανερό ότι η αναγέννηση είναι ο εσωτερικός καθαρισμός, ο αγιασμός, η αλλοίωση του νου, όπως την περιγράφει ο Παύλος: «μεταμορφώνεστε με την ανακαίνιση του νου» (Ρωμ. 12,2).
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής βλέπει αυτή την πορεία ως κίνηση από τη φιλαυτία προς την ανιδιοτελή αγάπη, όπου ο άνθρωπος αποβάλλει το αυτάρεσκο «εγώ» και ενδύεται το «δεν ζω πια εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός» (Γαλ. 2,20). Η μετάνοια, ως αλλαγή νου, σπάζει την αυταπάτη της προσωπικής δικαιοσύνης και αποκαθιστά τον άνθρωπο στην αλήθεια της κτίσεώς του. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος ονομάζει τη μετάνοια «δεύτερο βάπτισμα», δάκρυ που καθαρίζει τον νου και κάνει την καρδιά ευαίσθητη στη χάρη.
Μέσα σε αυτό το φως απορρίπτεται ο φαρισαϊκός τρόπος θρησκευτικότητας, ο οποίος περιορίζει τον Θεό σε ανθρώπινες εντολές, φόβους, αμοιβαία συμφέροντα και εξουσία πάνω στους άλλους. Ο Χριστός ελέγχει την υποκρισία λέγοντας: «Ο λαός αυτός με τιμά με τα χείλη, αλλά η καρδιά τους είναι μακριά από μένα» (Ματθ. 15,8). Οι Πατέρες βλέπουν σε αυτή τη φράση τον μόνιμο κίνδυνο μιας θρησκείας που αποκόπτεται από τη ζωντανή κοινωνία με τον Θεό. Η αληθινή φωνή του Θεού δεν εμπορεύεται ψυχές, δεν χειραγωγεί συνειδήσεις, δεν υπόσχεται ωμά ανταλλάγματα μετά θάνατον, αλλά ελευθερώνει, φωτίζει, ελέγχει και θεραπεύει. Η εξουσία του Θεού δεν ταυτίζεται με εξουσιαστικές ανθρώπινες δομές, αλλά με την ενέργεια της αγάπης, η οποία «δεν ζητά τα δικά της» και «ποτέ δεν καταργείται». Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος διδάσκει ότι η αληθινή πνευματική ηγεσία είναι σταυρική διακονία και όχι κοσμική κυριαρχία. Ο επίσκοπος συμβολίζει την παρουσία του Χριστού, αλλά καλείται πρώτος σε ταπείνωση και θυσία.
Η πνευματική κρίση των καιρών, μαζί με τις ανατροπές λαών, την αμφισβήτηση των φανατισμών και την άνοδο της αίσθησης δικαιοσύνης και ελευθερίας, μπορεί να θεωρηθεί ως θεία παιδαγωγία, η οποία φανερώνει ότι οι άνθρωποι δεν αρκούνται πλέον σε εγωκεντρικές θρησκείες και κλειστά συστήματα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία βλέπει με διάκριση αυτή την ιστορική κίνηση. Από τη μία, ομολογεί ότι «κάθε καλή δόση και κάθε τέλειο δώρο κατεβαίνει από πάνω» (Ιακ. 1,17), και άρα καθετί αληθινά καλό, έστω και μερικά, έχει θεία ρίζα. Από την άλλη, διακρίνει ότι η τεχνολογική, πολιτική ή πολιτιστική πρόοδος δεν ταυτίζεται αυτόματα με τη σωτηρία. Ό Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ξεχωρίζει καθαρά μεταξύ κτιστής γνώσης και άκτιστης χάρης. Η πρώτη αφορά τη διαχείριση του κόσμου· η δεύτερη σώζει, φωτίζει και θεώνει.
Η αίσθηση ότι ο Θεός εργάζεται «μέσα από την εξέλιξη» μπορεί να ερμηνευθεί ορθόδοξα μόνο εάν συνδεθεί με την ενεργό παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία, η οποία με τον χρόνο εκφράζει το ίδιο Ευαγγέλιο σε νέες ιστορικές συνθήκες, χωρίς να εισάγει «νέα πίστη» ή «νέο σύνταγμα» πέρα από το παραδεδομένο. Ο Άγιος Βικέντιος Ληρίνου έθεσε το κριτήριο της καθολικής αλήθειας: ορθό και θεόπνευστο είναι ό,τι πιστεύθηκε «πάντοτε, παντού και από όλους» μέσα στην Εκκλησία. Η Αποκάλυψη δεν συμπληρώνεται από νεότερα ανθρώπινα σχέδια. Ο Χριστός παραδόθηκε άπαξ, «στη μία πίστη που παραδόθηκε στους αγίους» (Ιούδα 3), και η Εκκλησία ζει αυτή τη μία πίστη μέσα σε δρόμους μετανοίας, αγιότητας και αγάπης. Η προσδοκία ενός «νέου παγκόσμιου πνευματικού συντάγματος», όταν αποσπάται από την Εκκλησία, κινδυνεύει να καταλήξει σε ένα πνευματικό υπερ-ιδεολόγημα, όπου η αφθαρσία και η αθανασία συνδέονται όχι τόσο με τη σταυρική μίμηση του Χριστού και τη μυστηριακή ζωή, όσο με ένα πρόγραμμα νοητικής αναβάθμισης. Ο Απόστολος, όταν μιλά για μεταστοιχείωση «σε μία στιγμή, σε ριπή οφθαλμού» (Α΄ Κορ. 15,52), συνδέει το μυστήριο του μετασχηματισμού όχι με τεχνικές ή νοητικές ασκήσεις, αλλά με τη νίκη του Χριστού πάνω στον θάνατο, στην οποία μετέχει ο πιστός διά της πίστεως, της αγάπης και των Μυστηρίων.
Η πίστη αληθινά αυξάνεται «από την ακοή, και η ακοή διά του λόγου του Θεού» (Ρωμ. 10,17), αλλά ο λόγος του Θεού ερμηνεύεται μέσα στην Εκκλησία, στη συμφωνία των Πατέρων, στη ζωή των Αγίων, και όχι ως ιδιωτική απόκρυφη γνώση. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς επιμένει ότι η εμπειρία του Θεού είναι εμπειρία άκτιστου φωτός, η οποία δίνεται μέσω καθάρσεως, νηστείας, προσευχής, αγάπης και κυρίως μέσα στον χώρο της Θείας Λειτουργίας. Εκεί ο άνθρωπος γεύεται τη Βασιλεία από τώρα, χωρίς να περιμένει ένα ιστορικό «μεγάλο γεγονός» για να ζήσει το μυστήριο. Η αφθαρτοποίηση του βιολογικού σώματος συνδέεται πατερικά με τη γενική ανάσταση και την εσχατολογική μεταμόρφωση όλης της κτίσης, όπως ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως: «προσδοκώ ανάσταση νεκρών και ζωή του μέλλοντος αιώνος».
Η Εκκλησία δεν απολυτοποιεί τον παρόντα αιώνα, αλλά τον βλέπει ως προοίμιο και καιρό μετανοίας. Η αληθινή πνευματική εξέλιξη λοιπόν συνίσταται στο να εξαφανίζεται ο φαρισαϊσμός, ο φανατισμός και η εκμετάλλευση, και να εμφανίζεται ο άνθρωπος του Θεού, ο ταπεινός, ο ελεήμων, ο αληθινός, ο οποίος παύει να εμπορεύεται το όνομα του Χριστού και ζει τη λογική λατρεία της καθημερινής διακονίας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ονομάζει τους Χριστιανούς «στράτευμα φωτός», που οπλίζεται όχι με βία αλλά με αγάπη. Και ο Απόστολος Παύλος θυμίζει ότι η πάλη δεν είναι «προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τις αρχές… προς τα πνεύματα της πονηρίας στα επουράνια» (Εφ. 6,12). Η νίκη του Χριστού κατά της φθοράς και του θανάτου ενεργείται ήδη στους αγίους, οι οποίοι δίνουν τη ζωή τους ως «λογική λατρεία». Η αληθινή υπογραφή της νέας εποχής δεν είναι το όνομα ενός κινήματος, αλλά η επιγραφή «καινή κτίση εν Χριστώ» πάνω στην καρδιά. Η φωνή του Θεού, η Αποστολική και Πατερική, καλεί σε επανένταξη στο σώμα του Χριστού, στη Μία Εκκλησία, ώστε εκεί, διά της ακρόασης του λόγου, διά του λουτρού της παλιγγενεσίας, διά της μετάνοιας και της θείας Ευχαριστίας, ο άνθρωπος να μάθει να ζει ήδη από τώρα τη ζωή της Βασιλείας.
Μέσα σε αυτή την οδό σιωπά το ψεύτικο μεγαλείο του κόσμου και φανερώνεται το ταπεινό μεγαλείο της αγάπης, η οποία αναδεικνύει τον άνθρωπο αληθινά θεωμένο, αλλά πάντοτε μέσα στο σώμα του Χριστού και στην κοινωνία των Αγίων.
Η λεγόμενη αποκατάσταση των πάντων στην ορθόδοξη παράδοση δεν νοείται ως ακύρωση της ελευθερίας ή ως αυτονόητη σωτηρία όλων χωρίς μετάνοια, αλλά ως καθολική ανακεφαλαίωση της κτίσης εν Χριστώ, όταν «τα πάντα ανακεφαλαιωθούν στον Χριστό, τα επουράνια και τα επίγεια» (Εφ. 1,10). Ήδη από την ενανθρώπηση αρχίζει μυστικά η αποκατάσταση.
Ο Λόγος του Θεού κατεβαίνει στη γη, αναλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, σταυρώνεται, ανασταίνεται και αναβαίνει, όπως ο Άγιος Αθανάσιος ομολογεί: «ανέβασε ξανά τη φύση μας στους ουρανούς».
Μέσα σε Αυτόν ήδη αποφασίζεται η κρίση του κόσμου. Ο Χριστός λέει: «Τώρα γίνεται κρίση του κόσμου αυτού, τώρα ο άρχοντας του κόσμου αυτού θα εκβληθεί έξω» (Ιω. 12,31). Η κρίση, λοιπόν, δεν είναι μόνο μελλοντικό γεγονός, αλλά παρόν μυστήριο. Όπου ο άνθρωπος ανταποκρίνεται με μετάνοια, εκεί η κρίση γίνεται σωτηρία· όπου σκληραίνει, εκεί η κρίση γίνεται καταδίκη του ψεύδους που ο ίδιος επέλεξε. Αμήν.
Πολλές φορές μπαίνουμε σε μία διαδικασία διαμάχης λεκτικής να αποδείξουμε ότι έχουμε δίκιο.
Για να δούμε αυτό μας συμφέρει.
Αυτό που θα περιγράψω τώρα είναι, ίσως, η μεγαλύτερη και πιο οδυνηρή παγίδα της πνευματικής ζωής, και οι Πατέρες της ορθοδόξου εκκλησίας το έχουν αναλύσει με απίστευτο βάθος. Είναι αυτό που ονομάζουν
«πνευματική υπερηφάνεια».
Είναι συγκλονιστικό να το αντιληφθεί κάποιος έστω και αργά. Το να χρησιμοποιεί κανείς το Ευαγγέλιο και τους Πατέρες όχι ως φάρμακο για να θεραπεύσει τη δική του ψυχή, αλλά ως «όπλο» για να κερδίσει μια συζήτηση και να «βγει από πάνω», είναι πράγματι αυτό μια υπαρξιακή πνευματική καταστροφή. Διότι μετατρέπει τη θεολογία από βίωμα και αγάπη, σε έναν εγωιστικό στίβο μάχης. Η γνώση τότε, όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος, «φυσιοί» (δηλαδή φουσκώνει το μυαλό με μυαλά), ενώ μόνο η αγάπη και η ταπείνωση οικοδομούν.
Έίναι απίστευτα δύσκολο να μπει ο άνθρωπος σε αυτή τη λογική. Γιατί; Επειδή από τη μέρα που γεννιόμαστε, ο κόσμος μας μαθαίνει το αντίθετο: να διεκδικούμε, να μην αφήνουμε κανέναν να μας πατήσει, να δείχνουμε τη σοφία μας, να έχουμε πάντα δίκιο. Ο εγωισμός είναι σαν το δεύτερο δέρμα μας. Η ταπεινοφροσύνη όμως μοιάζει με «παράλογη» συμπεριφορά για τη λογική του κόσμου τούτου.
Όμως, υπάρχει ένα κλειδί που ξεκλειδώνει αυτή τη δύσκολη πόρτα: η αγάπη για τον Θεό. Όταν αγαπήσεις τον Χριστό πολύ, αρχίζεις να θέλεις να του μοιάσεις. Εκείνος είπε: «μάθετε απ' εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία». Η αγάπη σπάει τον πάγο του εγωισμού. Δεν σε νοιάζει πια να «κερδίσεις» τον διάλογο, σε νοιάζει να μην χάσεις την ειρήνη της καρδιάς σου και τη σύνδεση σου με τον Θεό.
Ταπεινοφροσύνη αυτό είναι να χάσεις εσυ και να κερδίσει ο άλλος, όταν δίνης χαρά θα πάρεις χαρά και αυτή η ταπεινοφροσύνη φέρνει το θεό στη ζωή μας,
όταν όμως δεν έχουν καταλάβει τι θέλουμε από τον θεό τότε προσπαθούμε να κερδίσουμε τους άλλους έτσι χάνουμε των θεό.
Το να χάσω εγώ και το να ζητήσω ένα συγνώμη κι ας μη φταίω καταφέρνεις αμέσως να γίνεις φίλος του θεού νομίζω ότι γι' αυτό αγωνίζονται όλοι η χριστιανοί αλλά δεν το καταλαβαίνουμε και μπαίνουμε σε μία διαδικασία να θέλουμε να κερδίσουν, για να φανούμε στους ανθρώπους.
Το να χάσεις εσυ και να ζητήσεις ένα συγνώμη εκεί που δε φταις. Είναι η επανάσταση που σε κάνει φίλο του θεού, δεν αξίζουν όλες οι θυσίες ώστε να πετύχεις να είσαι φίλος του θεού.
Αυτή είναι η μόνη επένδυση που δεν χάνει ποτέ την αξία της, γιατί το κέρδος της είναι η ίδια η παρουσία του Θεού μέσα σου. Όταν αδειάζεις εσύ από το «δίκιο» σου, και όταν χάνεις για να κερδίσει ο άλλος, γεμίζει ο Θεός την ψυχή σου με τη δική του Χάρη.
Στον αέναο αγώνα του ανθρώπου να κατανοήσει το σύμπαν, την δημιουργία την κοσμογονια, επιστρατεύτηκαν διαχρονικά οι πιο λαμπρές διάνοιες, γεννήθηκαν οι θετικές και οι ανθρωπιστικές επιστήμες, και χαρτογραφήθηκαν οι νόμοι της φύσης και της ψυχής. Κι όμως, υπάρχει μια επιστήμη που στέκεται αγέρωχα πάνω από όλες τις άλλες, μια «υπέρ-επιστήμη» που δεν διδάσκεται σε πανεπιστημιακά έδρανα ούτε αποδεικνύεται σε εργαστήρια με μαθηματικούς τύπους, είναι η επιστήμη της ταπεινοφροσύνης. Ενώ οι γήινες επιστήμες πασχίζουν να υψώσουν τον άνθρωπο προς τον ουρανό μέσω της γνώσης, η ταπεινοφροσύνη καταφέρνει το αντίθετο και το πιο θαυμαστό: κάνει τον ίδιο τον Θεό να χαμηλώσει, να σκύψει και να έρθει να σε συναντήσει.
Ταπηνοφροσηνη Δεν πρόκειται για μια παθητική αδυναμία ή μια μοιρολατρική υποταγή, διοτι συχνά παρεξηγείται από τον σύγχρονο κόσμο της έπαρσης και του ατομικισμού, αλλά για την ύψιστη πνευματική ευφυΐα. Είναι η συνειδητή κένωση του εγώ, η δημιουργία ενός εσωτερικού κενού χώρου, απαλλαγμένου από τον θόρυβο της υπερηφάνειας, της αυτοδικαίωσης και της ψευδαίσθησης της παντοδυναμίας.
Σε αυτόν ακριβώς τον άδειο χώρο, τον καθαρμένο από το δηλητήριο του εγωισμού, έλκεται η θεία χάρη, όπως το νερό που κυλά φυσικά και γεμίζει πάντα τα πιο χαμηλά σημεία της γης. Η ταπεινοφροσύνη λειτουργεί ως ένας πνευματικός μαγνήτης για το άπειρο.
Μια φορά είδα στην τηλεόραση ένα περιστατικό που κάποιος μέσα στην εκκλησία που είχε ένα μεγάλο αξίωμα για τον άλφα ή βήτα λόγο τον καθαιρέσαν, και ο άνθρωπος αυτός έπεσε σε θλίψη και κατάθλιψη στεναχώρια μεγάλη ενώ είχε μεγάλες πνευματικές και θεολογικές γνώσεις δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι ο Θέος πέρασε από τη ζωή του και ήθελε να τον ταπείνωση σίγουρα είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο να το εφαρμόσεις ενώ με τα λόγια μπορεί να το λες, όμως σας είπα ότι αν έχεις αγάπη μεγάλη στον Χριστό το κάνεις με μεγάλη απλότητα και έχεις και χαρά.
Φανταστείτε αυτός ο άνθρωπος να έλεγε στην σύνοδο, έχετε δίκιο όλοι σας άχρηστος είμαι και δεν κάνω για αυτή τη θέση, και να το πιστευε αυτό, τι θα συνέβαινε, απλά θα είχαμε άλλον έναν άγιο σε λίγα χρόνια και όμως ο εγωισμός μας τυφλώνει και ζητάμε να δικαιωθούμε από στους ανθρώπους, έτσι καταλήγουμε άροστη, και στα δικαστήρια, και για όλα φτεη ο εγωησμος μας.
Όταν ο άνθρωπος αναγνωρίζει τη μικρότητά του απέναντι στο μεγαλείο της κτίσης και του Κτίστη, δεν εκμηδενίζεται, αλλά αντίθετα αποκτά την πραγματική του διάσταση και αξία. Γίνεται οικείος του Θεού, διότι ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».
Κάθε άλλη επιστήμη, όσο σπουδαία κι αν είναι, κινδυνεύει να διογκώσει το μυαλό και να σκληρύνει την καρδιά, αν δεν συνοδεύεται από αυτή την υπέρ-επιστήμη που λέγεται ταπεινοφροσύνη.
Η γνώση χωρίς ταπείνωση γεννά την αλαζονεία, η οποία τυφλώνει και απομονώνει τον άνθρωπο στον μικρόκοσμο του εαυτού του. Αντίθετα, η ταπεινοφροσύνη ανοίγει τα μάτια της ψυχής, καταλύει τις αποστάσεις και γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στο κτιστό και το άκτιστο.
Δεν χρειάζεται πλέον ο άνθρωπος να χτίζει πύργους της Βαβέλ για να φτάσει στον ουρανό, με ένα μόνο δάκρυ ειλικρινούς ταπείνωσης, με μια βαθιά εσωτερική υπόκλιση, ο ίδιος ο Δημιουργός του σύμπαντος συγκαταβαίνει, διασχίζει την αιωνιότητα και έρχεται να συναντήσει το πλάσμα του στην προσωπική του Γεσθημανή.
Αυτή η συνάντηση είναι το αποκορύφωμα της ανθρώπινης ύπαρξης, εξάλλου νομίζω ότι όλοι χριστιανοί παλεύουμε να γίνουμε φίλοι με το θεό αυτός είναι και ο μεγαλύτερος τίτλος φίλη μου εστε εάν κάνετε όσα εγώ εντελλόμε ημειν, η ταπηνοση, είναι η μοναδική αληθινή γνώση, όπου η επιστήμη της γης παραδίδει τα όπλα της και υποκλίνεται μπροστά στο μυστήριο της αγάπης. Η ταπεινοφροσύνη, επομένως, είναι το κλειδί της θεογνωσίας, η βασιλική οδός που μετατρέπει την καρδιά του ανθρώπου σε θρόνο του Θεού, αποδεικνύοντας ότι η μεγαλύτερη δύναμη στον κόσμο κρύβεται τελικά στην πιο απόλυτη και συνειδητή απλότητα.
Η υπέρ-επιστήμη της ταπεινοφροσύνης, σύμφωνα με τη διαχρονική διδασκαλία των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, δεν βρίσκεται απλώς σε πόλεμο με μια αφηρημένη έννοια κακού, αλλά με μια ολόκληρη, συμπαγή αλυσίδα σκοτεινών καταστάσεων που αλυσοδένουν την ψυχή του ανθρώπου. Για να κατανοήσει κανείς το μεγαλείο της ταπείνωσης, οφείλει να ανατομήσει το αντίθετό της, το οποίο οι Πατέρες, όπως ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, περιγράφουν με απίστευτη ψυχολογική και πνευματική ακρίβεια.
Στην κορυφή αυτής της αρνητικής κλίμακας βρίσκεται η υπερηφάνεια, η οποία δεν είναι απλώς ένα ελάττωμα, αλλά η πλήρης διαστροφή της ύπαρξης, το γέννημα του διαβόλου και η ολοκληρωτική άρνηση του Θεού.
Ενώ ο ταπεινός ελκύει τη θεία χάρη, ο υπερήφανος διώχνει τον Θεό από τη ζωή του, καθώς ζει με την ψευδαίσθηση ότι είναι αυταρκής και δεν έχει ανάγκη κανέναν. Δίπλα της, ως ρίζα όλων των παθών, στέκεται η φιλαυτία, ο εγωισμός δηλαδή στην πιο αρρωστημένη και εμμονική του μορφή, όπου ο άνθρωπος αγαπά τον εαυτό του με τρόπο απόλυτο, βάζοντας το δικό του «εγώ» στη θέση του Δημιουργού και απαιτώντας από ολόκληρη την κτίση να περιστρέφεται γύρω από τις δικές του επιθυμίες.
Από αυτόν τον πυρήνα του σκότους γεννιέται η κενοδοξία, η ακόρεστη δίψα για έπαινο, δόξα και επιδοκιμασία από τους ανθρώπους, η οποία μετατρέπει ακόμα και τις αρετές σε ένα υποκριτικό θέατρο, κλέβοντας τον πνευματικό πλούτο της ψυχής.
Καθώς ο εγωισμός ριζώνει, παράγει τους πικρούς καρπούς του: την κατάκριση, όπου ο άνθρωπος μετατρέπεται σε έναν αλάθητο και σκληρό δικαστή των λαθών των άλλων, την ίδια στιγμή που τυφλώνεται για τα δικά του, την αυτοδικαίωση, η οποία επιστρατεύει κάθε λογική δικαιολογία για να μην παραδεχτεί ποτέ το σφάλμα του και να μην προφέρει ποτέ τη λυτρωτική λέξη «συγγνώμη»· την αλαζονεία, την έπαρση και την οίηση, που κάνουν τον άνθρωπο να κοιτάζει τους συνανθρώπους του αφ' υψηλού, βεβαιωμένος για τη δική του ανώτερη σοφία και γνώση, κλείνοντας τα αυτιά του σε κάθε συμβουλή.
Αυτή η πνευματική τύφλωση οδηγεί αναπόφευκτα στην ανταρσία και την ανυπακοή, στην αδυναμία να εμπιστευτεί κανείς το θέλημα του Θεού, εγκλωβισμένος στο άγχος του απόλυτου ελέγχου της ζωής του.
Η αντίθεση είναι απόλυτη χαοτική: εκεί που ο ταπεινός επιλέγει την αυτομεμψία, την ευγνωμοσύνη, τη συγχωρητικότητα και την αφάνεια βρίσκοντας την αληθινή ειρήνη,
ο εγωιστής βυθίζεται στην κατάκριση, την αχαριστία, τη μνησικακία και την επίδειξη, ζώντας σε μια διαρκή ταραχή και απομόνωση.
Αν η ταπεινοφροσύνη είναι, όπως λέει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, το ένδυμα της Θεότητας, τότε ο εγωισμός και η υπερηφάνεια είναι η πλήρης απογύμνωση του ανθρώπου από το θείο φως, ένας πνευματικός θάνατος που τον αφήνει έκθετο στο κρύο της μοναξιάς και της υπαρξιακής απόγνωσης.
