Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026 — Κυριακή ΣΤ΄ Λουκά
Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2026, η Εκκλησία μας θα αναγνώσει ως Αποστολικό Ανάγνωσμα την Προς Γαλάτας Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, κεφάλαιο β΄, στίχους 16–20, και ως Ευαγγελικό Ανάγνωσμα το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, κεφάλαιο η΄, στίχους 26–39, όπου περιγράφεται η θεραπεία του δαιμονισμένου στα Γάδαρα.
Ο Απόστολος της Κυριακής — Προς Γαλάτας β΄ 16–20
«Ἀδελφοί, εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου, ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; Μὴ γένοιτο. Εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. Ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ».
Ο Απόστολος Παύλος μάς εισάγει με αυτό το αποστολικό ανάγνωσμα στο βαθύτερο μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου, αποκαλύπτοντάς μας ότι η αληθινή δικαίωση δεν είναι κατόρθωμα της ανθρώπινης υπερηφάνειας, ούτε αποτέλεσμα μιας εξωτερικής θρησκευτικότητας, αλλά δωρεά της θείας χάριτος, την οποία ο άνθρωπος δέχεται με την πίστη στον Ιησού Χριστό και βιώνει μέσα από τη μετάνοια, την αγάπη και την υπακοή στο θέλημα του Θεού. Όταν ο Παύλος λέγει ότι ο άνθρωπος δεν δικαιώνεται από τα έργα του νόμου, δεν εννοεί ότι τα καλά έργα είναι άχρηστα ή ότι ο άνθρωπος μπορεί να ζει αδιάφορα απέναντι στην αμαρτία, αλλά ότι κανένα ανθρώπινο κατόρθωμα δεν μπορεί να εξαγοράσει τη σωτηρία ούτε να υποχρεώσει τον Θεό να ανταμείψει τον άνθρωπο σαν να του οφείλει κάτι.
Ο άνθρωπος δεν σώζεται επειδή θεωρεί τον εαυτό του δίκαιο, επειδή γνωρίζει τις Γραφές, επειδή τηρεί ορισμένους θρησκευτικούς κανόνες ή επειδή μπορεί να συγκρίνει τον εαυτό του με άλλους και να βρίσκει ότι υπερέχει από αυτούς. Σώζεται διά του Χριστού, ο οποίος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας και αναστήθηκε για τη ζωή του κόσμου. Η πίστη, επομένως, δεν είναι απλώς η αποδοχή ορισμένων δογματικών αληθειών με τον νου, αλλά η εμπιστοσύνη ολόκληρης της υπάρξεώς μας στον Χριστό, η παράδοση της καρδιάς μας στο έλεός Του και η ελεύθερη συγκατάθεσή μας να μεταμορφωθούμε από τη χάρη Του.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας την προς Γαλάτας Επιστολή, αναδεικνύει τη θεμελιώδη αλήθεια ότι η σωτηρία δεν είναι ανθρώπινο καύχημα, αλλά φανέρωση της φιλανθρωπίας του Θεού, και ότι η πίστη στον Χριστό καταργεί κάθε υπεροψία που στηρίζεται στην καταγωγή, στην εξωτερική τήρηση του νόμου ή στα προσωπικά κατορθώματα. Εδώ χρειάζεται να προσέξουμε ιδιαίτερα μια λεπτή πνευματική παγίδα: μπορεί κάποιος να ομολογεί ότι πιστεύει στον Χριστό, αλλά μέσα του να εξακολουθεί να στηρίζεται στον εαυτό του, να υπερηφανεύεται για τη θρησκευτική του συνέπεια, να κατακρίνει τους άλλους και να θεωρεί ότι η δική του πνευματική κατάσταση τον καθιστά ανώτερο από τους αμαρτωλούς.
Μια τέτοια στάση αποκαλύπτει ότι η πίστη δεν έχει ακόμη μεταμορφώσει ολοκληρωτικά την καρδιά του. Διότι ο άνθρωπος που γνωρίζει πραγματικά το έλεος του Θεού δεν περιφρονεί τον αμαρτωλό, αλλά πονά για την πτώση του, προσεύχεται γι’ αυτόν και θυμάται ότι και ο ίδιος έχει ανάγκη από τη θεία συγχώρηση. Ο τελώνης της παραβολής, ο οποίος στεκόταν μακριά και έλεγε «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18,13), έφυγε δικαιωμένος, ενώ ο Φαρισαίος, παρά τα εξωτερικά θρησκευτικά του κατορθώματα, δεν δικαιώθηκε εξαιτίας της υπερηφάνειάς του.
Η διαφορά τους δεν ήταν ότι ο ένας είχε αμαρτίες και ο άλλος δεν είχε, αλλά ότι ο ένας αναγνώριζε την ανάγκη του για το έλεος του Θεού, ενώ ο άλλος καυχιόταν για τον εαυτό του και καταφρονούσε τον πλησίον. Αυτή είναι μία από τις βαθύτερες αλήθειες της ορθόδοξης πνευματικής ζωής: ο Θεός δεν ζητά από εμάς να παρουσιάσουμε μια ψεύτικη εικόνα τελειότητας, αλλά να προσέλθουμε με ταπείνωση, ειλικρίνεια και μετάνοια, ώστε να θεραπεύσει εκείνο που εμείς αδυνατούμε να θεραπεύσουμε μόνοι μας. Ο Παύλος συνεχίζει λέγοντας ότι πέθανε ως προς τον νόμο για να ζήσει για τον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι δεν εξαρτά πλέον τη σχέση του με τον Θεό από την εξωτερική αυτάρκεια της νομικής τήρησης, αλλά ζει μέσα στη νέα πραγματικότητα της χάριτος του Χριστού. Ο νόμος φανέρωνε την αμαρτία, αλλά δεν μπορούσε από μόνος του να ανακαινίσει ολοκληρωτικά την ανθρώπινη καρδιά. Η θεραπεία και η ανακαίνιση πραγματοποιούνται διά του Χριστού, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Αυτό δεν σημαίνει κατάργηση της ηθικής ζωής, αλλά βαθύτερη μεταμόρφωσή της: ο άνθρωπος δεν αποφεύγει πλέον το κακό μόνο από φόβο τιμωρίας, αλλά αρχίζει να το αποστρέφεται επειδή αγαπά τον Θεό και επιθυμεί να ζήσει σύμφωνα με το θέλημά Του.
Δεν κάνει το καλό για να αγοράσει τη σωτηρία, αλλά επειδή η σωτηρία που δέχεται ως δωρεά αρχίζει να καρποφορεί μέσα του. Γι’ αυτό ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος διδάσκει ότι «ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ’ ἑαυτήν» (Ιακ. 2,17). Η πίστη και τα έργα δεν είναι δύο αντίπαλες πραγματικότητες, σαν να πρέπει να επιλέξουμε τη μία και να απορρίψουμε την άλλη. Η πίστη είναι η ρίζα και τα καλά έργα είναι οι καρποί της ζωντανής σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεό. Τα έργα δεν αγοράζουν τη χάρη, αλλά φανερώνουν ότι η χάρη ενεργεί μέσα μας.
Ο άνθρωπος που πιστεύει πραγματικά καλείται να συγχωρεί, να αγαπά τους εχθρούς του, να ελεεί τους φτωχούς, να αποφεύγει το ψέμα, να πολεμά την υπερηφάνεια και να αγωνίζεται κατά των παθών του. Δεν μπορεί να λέγει ότι ζει εν Χριστώ και συγχρόνως να επιλέγει συνειδητά το μίσος, την αδικία, τη σκληρότητα και την αμετανοησία, σαν να μην έχουν αυτά καμία σχέση με τη σωτηρία του. Η κορύφωση του αποστολικού αναγνώσματος βρίσκεται στα συγκλονιστικά λόγια: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». Εδώ αποκαλύπτεται ολόκληρος ο σκοπός της χριστιανικής ζωής. Ο Παύλος δεν λέγει ότι έπαψε να υπάρχει ως ανθρώπινη προσωπικότητα, ούτε ότι εξαφανίστηκε η ελευθερία του, αλλά ότι το εγωκεντρικό φρόνημα, που θέλει να κυβερνά τη ζωή χωρίς τον Θεό, δεν αποτελεί πλέον το κέντρο της υπάρξεώς του.
Ο παλαιός άνθρωπος, ο αιχμάλωτος της φιλαυτίας, της υπερηφάνειας και της αμαρτίας, καλείται να σταυρωθεί, ώστε να φανερωθεί μέσα του ο νέος άνθρωπος, ο ανακαινισμένος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, μέσα στη χριστοκεντρική θεολογία του, αναδεικνύει ότι η ένωσή μας με τον Χριστό δεν είναι μια εξωτερική ηθική μίμηση, αλλά πραγματική κοινωνία μαζί Του, η οποία μας οδηγεί σε νέα ζωή. Και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, με τη διδασκαλία του για τη θεραπεία της ανθρώπινης θελήσεως και την πορεία του ανθρώπου προς τον Θεό, μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι η πνευματική ανακαίνιση δεν καταργεί την ανθρώπινη ελευθερία, αλλά την ελευθερώνει από την υποδούλωση στα πάθη, ώστε να μπορεί να αγαπά αληθινά.
Όταν, λοιπόν, ο Χριστός ζει μέσα μας, αρχίζει να αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας, τους συνανθρώπους μας και ολόκληρο τον κόσμο. Εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε εκδικητικότητα, αρχίζει να γεννιέται η συγχώρηση· εκεί όπου κυριαρχούσε η φιλαυτία, αρχίζει να αναπτύσσεται η θυσιαστική αγάπη· εκεί όπου βασίλευε η υπερηφάνεια, αρχίζει να ανθίζει η ταπείνωση· εκεί όπου η καρδιά ήταν προσκολλημένη στα υλικά αγαθά, αρχίζει να αναζητά τον πνευματικό πλούτο της βασιλείας του Θεού. Αυτός ο αγώνας δεν ολοκληρώνεται μέσα σε μία ημέρα. Είναι μια διαρκής πορεία μετανοίας, προσευχής, μυστηριακής ζωής και πνευματικής εγρηγόρσεως. Ο χριστιανός μπορεί να πέσει, αλλά δεν πρέπει να συμβιβαστεί με την πτώση του. Μπορεί να πληγωθεί από τα πάθη, αλλά δεν πρέπει να χάσει την ελπίδα του στο έλεος του Θεού.
Μπορεί να διαπιστώνει τις αδυναμίες του, αλλά δεν πρέπει να τις χρησιμοποιεί ως δικαιολογία για να παραμένει αμετανόητος. Και ο Παύλος ολοκληρώνει το αποστολικό ανάγνωσμα υπενθυμίζοντας ότι ο Υιός του Θεού τον αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του για χάρη του. Αυτή είναι η θεμελίωση της σωτηρίας μας: όχι η ιδέα ότι εμείς είμαστε άξιοι από μόνοι μας, αλλά η βεβαιότητα ότι ο Χριστός μάς αγάπησε πρώτος και προσφέρθηκε εκουσίως για εμάς. Η αγάπη Του δεν μας καλεί στην αδιαφορία, αλλά στην ανταπόκριση· δεν μας επιτρέπει να καυχηθούμε, αλλά μας καλεί να ευχαριστούμε· δεν μας οδηγεί στην απελπισία για τις αμαρτίες μας, αλλά στη μετάνοια και στην αναζήτηση της θεραπείας.
Το βαθύτερο, λοιπόν, μήνυμα του Αποστόλου είναι ότι ο χριστιανός δεν καλείται απλώς να αλλάξει ορισμένες εξωτερικές συμπεριφορές, αλλά να επιτρέψει στον Χριστό να γίνει το κέντρο ολόκληρης της ζωής του. Και τότε η πίστη παύει να είναι μόνο λόγος και γίνεται ζωή, η προσευχή παύει να είναι μόνο συνήθεια και γίνεται κοινωνία με τον Θεό, η μετάνοια παύει να είναι απλώς λύπη για το παρελθόν και γίνεται πορεία ανακαινίσεως, ενώ η αγάπη παύει να είναι αφηρημένη έννοια και γίνεται καθημερινή θυσία για τον αδελφό. Αυτή είναι η αληθινή ζωή εν Χριστώ: να μην κυριαρχεί πλέον μέσα μας το εγώ που απαιτεί, κατακρίνει και διεκδικεί, αλλά η χάρη του Χριστού που θεραπεύει, συγχωρεί, ταπεινώνει και αναγεννά τον άνθρωπο.
Το Ευαγγέλιο της Κυριακής — Κατά Λουκάν η΄ 26–39
«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο, καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν. Ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. Παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. Πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. Ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· Τί σοί ἐστιν ὄνομα; Ὁ δὲ εἶπε· Λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν. Καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένη ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. Ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. Ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. Ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ’ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. Ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ’ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. Καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς».
Το σημερινό Ευαγγέλιο μάς φέρνει μπροστά σε μία από τις πιο συγκλονιστικές αποκαλύψεις της ευαγγελικής ιστορίας, διότι μας δείχνει τον άνθρωπο στην κατάσταση της βαθύτερης δουλείας και τον Χριστό ως τον απόλυτο Ελευθερωτή της ανθρώπινης υπάρξεως. Ο Κύριος φθάνει στη χώρα των Γαδαρηνών και συναντά έναν άνθρωπο που ζούσε έξω από την κοινωνία, χωρίς ρούχα, χωρίς σπίτι και ανάμεσα στα μνήματα. Δεν πρόκειται απλώς για έναν άνθρωπο που υπέφερε σωματικά, αλλά για κάποιον του οποίου η ζωή είχε διαλυθεί από τη δαιμονική κατοχή, με αποτέλεσμα να έχει χάσει την εσωτερική του ειρήνη, την κοινωνική του ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. Ο ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει αυτή την κατάσταση με τρόπο που μας βοηθά να αντιληφθούμε πόσο καταστροφική είναι η δύναμη του κακού όταν κυριαρχεί στον άνθρωπο. Τα μνήματα, οι αλυσίδες, η γύμνια και η ερημιά συνθέτουν μια εικόνα ανθρώπινης αποξενώσεως και δουλείας. Δεν πρέπει, ωστόσο, να μετατρέψουμε αυτή την περιγραφή σε έναν αυθαίρετο συμβολισμό ούτε να θεωρήσουμε ότι κάθε ψυχική οδύνη, κάθε ασθένεια ή κάθε εσωτερικός αγώνας αποτελεί ένδειξη δαιμονικής κατοχής. Η Εκκλησία διακρίνει τη δαιμονική ενέργεια από τις σωματικές και ψυχικές ασθένειες και αντιμετωπίζει τον πάσχοντα άνθρωπο με διάκριση, συμπόνια και αγάπη.
Το συγκεκριμένο περιστατικό παρουσιάζεται από το Ευαγγέλιο ως πραγματική εκδίωξη δαιμονίων από τον Χριστό και αποκαλύπτει την εξουσία του πάνω στις δυνάμεις του σκότους. Το πρώτο μεγάλο μήνυμα είναι ότι ο άνθρωπος, όσο βαθιά κι αν έχει πέσει, δεν παύει να αποτελεί αντικείμενο της αγάπης του Θεού. Οι άνθρωποι μπορεί να τον είχαν απομονώσει, να τον φοβούνταν και να προσπαθούσαν να τον συγκρατήσουν με αλυσίδες, όμως ο Χριστός δεν τον αντιμετωπίζει ως ένα άχρηστο ή χαμένο πλάσμα. Πηγαίνει στον τόπο όπου βρίσκεται, τον συναντά μέσα στην ερημιά του και τον ελευθερώνει.
Εδώ φανερώνεται η άπειρη φιλανθρωπία του Θεού, ο οποίος δεν περιμένει πάντοτε τον πληγωμένο άνθρωπο να κατορθώσει μόνος του να ανέβει από την άβυσσο της δυστυχίας του, αλλά έρχεται ο ίδιος να τον αναζητήσει και να τον θεραπεύσει. Η στάση αυτή συνδέεται με τον λόγο του Κυρίου: «Οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. 9,13). Ο Χριστός δεν συγκατατίθεται στην αμαρτία, αλλά δεν εγκαταλείπει τον αμαρτωλό. Δεν εγκρίνει τη δουλεία του ανθρώπου στα πάθη, αλλά προσφέρει την ελευθερία. Δεν συγχέει την αμαρτία με την ανθρώπινη αξία, αλλά επιθυμεί τη σωτηρία του ανθρώπου. Όταν ο δαιμονισμένος βλέπει τον Ιησού, κραυγάζει: «Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου;». Είναι αξιοσημείωτο ότι τα δαιμόνια αναγνωρίζουν την ταυτότητα του Χριστού. Αυτή η αναγνώριση, όμως, δεν αποτελεί σωτήρια κοινωνία μαζί Του. Μπορεί κάποιος να γνωρίζει ορθές θεολογικές αλήθειες, να έχει διαβάσει την Αγία Γραφή, να γνωρίζει τα δόγματα και να μιλά με ευσέβεια, αλλά να μη ζει σε κοινωνία αγάπης και υπακοής προς τον Θεό. Η ορθή γνώση είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί χωρίς την ταπείνωση, τη μετάνοια και την έμπρακτη αγάπη.
Ο άγιος Ιάκωβος υπενθυμίζει ότι «καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσι» (Ιακ. 2,19), υπογραμμίζοντας ότι η απλή διανοητική αναγνώριση της υπάρξεως του Θεού δεν ταυτίζεται με τη σωτήρια πίστη. Η πίστη που σώζει είναι εκείνη που οδηγεί τον άνθρωπο να εμπιστευθεί τον Χριστό, να εγκαταλείψει την αμετανοησία και να επιθυμήσει την ανακαίνιση της ζωής του. Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, ερμηνεύοντας τα ευαγγελικά θαύματα, αναδεικνύει την κυριαρχική εξουσία του Χριστού πάνω στις δαιμονικές δυνάμεις και την αδυναμία τους να αντισταθούν στη θεία Του εντολή. Ο Χριστός δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσει ανθρώπινες τεχνικές, μαγικές πράξεις ή περίπλοκες τελετουργίες για να ελευθερώσει τον άνθρωπο.
Μιλά με εξουσία και τα πονηρά πνεύματα υποχωρούν. Αυτό μας διδάσκει ότι το κακό δεν είναι ισότιμη δύναμη απέναντι στον Θεό, ούτε υπάρχει κάποια αιώνια μάχη δύο ισοδύναμων αρχών, του καλού και του κακού. Ο Θεός είναι ο Δημιουργός και Κύριος των πάντων, ενώ ο διάβολος είναι κτιστό πνευματικό ον που έχει απομακρυνθεί από τον Θεό και δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια που θέτει η θεία κυριαρχία.
Η φράση «Λεγεών» αποκαλύπτει ότι τα δαιμόνια ήταν πολλά, όμως η πολλαπλότητά τους δεν περιορίζει ούτε στο ελάχιστο την εξουσία του Χριστού. Εκεί όπου ο άνθρωπος βλέπει μια δύναμη αξεπέραστη, ο Χριστός φανερώνει ότι το κακό δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Το Ευαγγέλιο αναφέρει ακόμη ότι ο άνθρωπος έσπαζε τις αλυσίδες και οδηγούνταν στις ερήμους.
Αυτό μας βοηθά να διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσα στην εξωτερική συγκράτηση και στην εσωτερική ελευθερία. Οι άνθρωποι μπορούσαν να προσπαθούν να περιορίσουν τη συμπεριφορά του, αλλά δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν την καρδιά του. Η ανθρώπινη δύναμη, οι απαγορεύσεις και οι εξωτερικοί περιορισμοί δεν επαρκούν από μόνοι τους για να μεταμορφώσουν τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Χρειάζεται η θεραπευτική ενέργεια της χάριτος, η οποία δεν εξαναγκάζει την ανθρώπινη φύση, αλλά την ανακαινίζει και την οδηγεί στην κοινωνία με τον Θεό.
Στη δική μας πνευματική ζωή υπάρχουν επίσης αλυσίδες που μπορεί να μη φαίνονται εξωτερικά, αλλά δεσμεύουν την καρδιά: η μνησικακία, ο εγωισμός, η φιλαργυρία, η πορνεία, η κατάκριση, η αλαζονεία, η υποκρισία, το ψέμα και η άρνηση να συγχωρήσουμε. Δεν είναι όλα αυτά τα πάθη το ίδιο με τη δαιμονική κατοχή του ευαγγελικού περιστατικού, όμως μπορούν να γίνουν μορφές πνευματικής δουλείας όταν ο άνθρωπος τα αποδέχεται, τα τρέφει και αρνείται να αγωνιστεί εναντίον τους. Ο απόστολος Πέτρος προειδοποιεί: «ᾧ γάρ τις ἥττηται, τούτῳ καὶ δεδούλωται» (Β΄ Πέτρ. 2,19). Ό,τι κυριαρχεί πάνω μας και μας απομακρύνει από την αγάπη του Θεού μπορεί να μετατραπεί σε δεσμά. Ο φθονερός δεσμεύεται από τη σύγκριση, ο φιλάργυρος από τον φόβο μήπως χάσει τα υπάρχοντά του, ο υπερήφανος από την ανάγκη να αναγνωρίζεται ως ανώτερος και ο μνησίκακος από την αδυναμία του να συγχωρήσει. Μπορεί εξωτερικά να φαίνονται ελεύθεροι, αλλά εσωτερικά να μην έχουν ειρήνη. Γι’ αυτό ο πνευματικός αγώνας δεν είναι απλώς η προσπάθεια να παρουσιάζουμε μια καλή εικόνα στους άλλους, αλλά η ειλικρινής αναζήτηση της ελευθερίας που προσφέρει ο Χριστός.
Όταν ο Κύριος ρωτά τον άνθρωπο «Τί σοί ἐστιν ὄνομα;», δεν το κάνει επειδή αγνοεί την κατάστασή του, αλλά η ερώτηση φανερώνει τη δύναμή Του να αποκαλύψει αυτό που τον έχει αιχμαλωτίσει. Ο άνθρωπος έχει πλέον ταυτιστεί, μέσα στην τραγική του κατάσταση, με το όνομα «Λεγεών», σαν να έχει χαθεί η προσωπική του ειρήνη κάτω από την κυριαρχία πολλών πονηρών πνευμάτων. Όμως ο Χριστός δεν τον εγκαταλείπει σε αυτή την κατάσταση. Τον ελευθερώνει, και ο άνθρωπος αποκαθίσταται. Η εικόνα που ακολουθεί είναι εξαιρετικά βαθιά: οι κάτοικοι βρίσκουν τον πρώην δαιμονισμένο «καθήμενον παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα». Τρεις λέξεις συμπυκνώνουν τη θεραπεία του: καθισμένος, ενδεδυμένος και σώφρων. Εκείνος που προηγουμένως περιπλανιόταν ανεξέλεγκτα τώρα αναπαύεται. Εκείνος που ήταν γυμνός τώρα είναι ενδεδυμένος. Εκείνος που είχε χάσει την εσωτερική του ισορροπία τώρα έχει αποκατασταθεί. Η σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός δεν είναι απλώς μια προσωρινή ανακούφιση, αλλά αποκατάσταση της ανθρώπινης υπάρξεως και της σχέσεώς της με τον Θεό. Η εικόνα του ανθρώπου στα πόδια του Ιησού εκφράζει επίσης τη μαθητεία, την ταπείνωση και την επιθυμία να ακούσει τον λόγο Του. Εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε απομόνωση, τώρα δημιουργείται σχέση· εκεί όπου υπήρχε ταραχή, αρχίζει να υπάρχει ειρήνη· εκεί όπου κυριαρχούσε το κακό, εμφανίζεται η δυνατότητα μιας νέας ζωής.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μέσα από την ερμηνεία του ευαγγελικού κηρύγματος, μας στρέφει διαρκώς προς τη θεραπευτική δύναμη του Χριστού και προς την ανάγκη να μην απελπιζόμαστε μπροστά στην ανθρώπινη αδυναμία. Η θεία χάρη μπορεί να ανακαινίσει εκείνον που επιστρέφει στον Θεό, ενώ η πνευματική πτώση δεν πρέπει να γίνεται αφορμή για απελπισία, αλλά για αναζήτηση της θεραπείας. Ένα ακόμη εντυπωσιακό στοιχείο του Ευαγγελίου είναι ότι οι κάτοικοι της περιοχής, αντί να χαρούν για τη θεραπεία του ανθρώπου, παρακαλούν τον Χριστό να φύγει από κοντά τους. Γιατί;
Ο ευαγγελιστής αναφέρει ότι φοβήθηκαν πολύ. Βλέπουμε εδώ μια παράδοξη ανθρώπινη αντίδραση: οι άνθρωποι διαπιστώνουν ένα θαύμα, βλέπουν έναν άνθρωπο να αποκαθίσταται, αλλά αντί να πλησιάσουν τον Χριστό, επιλέγουν να Τον απομακρύνουν. Η παρουσία Του τούς αναστατώνει και τους φέρνει αντιμέτωπους με μια πραγματικότητα που δεν μπορούν να ελέγξουν. Η απώλεια των χοίρων μπορεί να φανερώνει και το οικονομικό συμφέρον που επηρεάζει την ανθρώπινη κρίση, αν και το Ευαγγέλιο δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε με βεβαιότητα όλα τα κίνητρα κάθε κατοίκου. Το περιστατικό, πάντως, θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: τι αξία έχει για εμάς η σωτηρία ενός ανθρώπου; Πόσο εύκολα μπορεί να θεωρήσουμε σημαντικότερη την περιουσία, τη βολή ή την προσωπική μας ασφάλεια από την αποκατάσταση και τη χαρά του πλησίον μας; Μπορεί να επιθυμούμε τον Χριστό όσο δεν διαταράσσει τις συνήθειές μας, αλλά να Του ζητούμε να απομακρυνθεί όταν η παρουσία Του απαιτεί αλλαγή, μετάνοια και εγκατάλειψη της φιλαυτίας μας.
Ο Χριστός, όμως, δεν επιβάλλεται με τη βία. Η θεία αγάπη προσφέρεται, καλεί και περιμένει την ελεύθερη ανταπόκριση του ανθρώπου. Ο Κύριος αποχωρεί όταν οι κάτοικοι Τον παρακαλούν να φύγει, όχι επειδή η δύναμή Του έχει περιοριστεί, αλλά επειδή δεν μετατρέπει την ανθρώπινη ελευθερία σε καταναγκασμό. Εδώ αποκαλύπτεται και η ευθύνη μας: ο Θεός μπορεί να μας δείξει τον δρόμο, αλλά εμείς καλούμαστε να επιλέξουμε αν θα ανοίξουμε την καρδιά μας στη χάρη Του. Η τελευταία σκηνή του Ευαγγελίου είναι γεμάτη ελπίδα.
Ο θεραπευμένος άνθρωπος παρακαλεί τον Ιησού να τον πάρει μαζί Του, όμως ο Κύριος τού λέγει: «Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός». Ο άνθρωπος επιθυμεί να παραμείνει κοντά στον Χριστό, και η επιθυμία του είναι κατανοητή. Ωστόσο, ο Κύριος τού αναθέτει μια διαφορετική αποστολή: να επιστρέψει στο σπίτι του και να μαρτυρήσει όσα έκανε γι’ αυτόν ο Θεός. Η εντολή αυτή έχει μεγάλη πνευματική σημασία, διότι δείχνει ότι η ευγνωμοσύνη για τη θεία ευεργεσία δεν πρέπει να παραμένει κλεισμένη μέσα μας, αλλά να μετατρέπεται σε μαρτυρία και διακονία. Ο άνθρωπος που θεραπεύτηκε καλείται να επιστρέψει ακριβώς στον τόπο όπου ήταν γνωστή η προηγούμενη κατάστασή του, ώστε η αλλαγή της ζωής του να γίνει ορατή. Δεν καλείται να καυχηθεί για τον εαυτό του, αλλά να φανερώσει το έργο του Θεού. Και το αποτέλεσμα είναι ότι πηγαίνει σε ολόκληρη την πόλη και διακηρύσσει όσα έκανε γι’ αυτόν ο Ιησούς. Αυτό αποτελεί υπόδειγμα για κάθε χριστιανό. Δεν χρειάζεται να έχουμε ζήσει ένα εντυπωσιακό θαύμα για να μαρτυρήσουμε τη φιλανθρωπία του Θεού.
Μπορούμε να μαρτυρούμε το έλεός Του όταν μας δίνει δύναμη να συγχωρήσουμε, όταν μας βοηθά να εγκαταλείψουμε μια καταστροφική συνήθεια, όταν μας σηκώνει μετά από μια πτώση, όταν μας χαρίζει υπομονή μέσα στη δοκιμασία και όταν μας διδάσκει να αγαπάμε εκείνους που δυσκολευόμαστε να αποδεχθούμε. Η μαρτυρία μας δεν χρειάζεται να είναι θορυβώδης ούτε να στηρίζεται σε υπερβολές. Μπορεί να βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο μιλάμε, εργαζόμαστε, αντιμετωπίζουμε την αδικία, συμπαραστεκόμαστε στους αδύναμους και ζητούμε συγχώρηση όταν σφάλλουμε.
Εδώ συνδέεται το Ευαγγέλιο με τον Απόστολο της Κυριακής: ο Παύλος ομολογεί «ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός», ενώ ο θεραπευμένος άνθρωπος επιστρέφει στον κόσμο για να φανερώσει όσα έκανε γι’ αυτόν ο Ιησούς. Και στις δύο περιπτώσεις, η συνάντηση με τον Χριστό δεν παραμένει μια εξωτερική εμπειρία, αλλά γίνεται νέα ζωή και μαρτυρία. Ο Απόστολος μάς δείχνει ότι ο Χριστός καλείται να κατοικήσει μέσα μας, ενώ το Ευαγγέλιο μάς δείχνει ότι αυτή η παρουσία καρποφορεί σε μια ζωή ελευθερίας, ευγνωμοσύνης και μαρτυρίας. Η βαθύτερη, λοιπόν, διδασκαλία της Κυριακής είναι ότι ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να παραμένει δούλος των παθών, της απελπισίας και της αποξενώσεως, αλλά για να ζει σε κοινωνία με τον Θεό. Η αμαρτία πληγώνει, τα πάθη δεσμεύουν, η υπερηφάνεια απομονώνει και η προσκόλληση στα πρόσκαιρα αγαθά μπορεί να μας κάνει να χάσουμε την ουσία της ζωής. Ο Χριστός, όμως, έρχεται να ελευθερώσει, να θεραπεύσει και να ανακαινίσει.
Δεν μας καλεί να κρύψουμε τις πληγές μας πίσω από μια εξωτερική εικόνα ευσέβειας, αλλά να τις φέρουμε με μετάνοια ενώπιόν Του. Δεν μας καλεί να θεωρούμε τους άλλους χαμένους, αλλά να προσευχόμαστε για τη σωτηρία τους. Δεν μας καλεί να καυχόμαστε για τα πνευματικά μας κατορθώματα, αλλά να αναγνωρίζουμε ότι κάθε καλό στη ζωή μας είναι καρπός της χάριτός Του και της δικής μας ελεύθερης συνεργασίας μαζί της. Και κυρίως, δεν μας καλεί να αρκεστούμε στο να γνωρίζουμε ποιος είναι ο Χριστός, αλλά να Του επιτρέψουμε να μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο ζούμε.
Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, ειλικρινά: ποια είναι τα δεσμά που εξακολουθούν να κρατούν αιχμάλωτη την καρδιά μας; Ποιο πάθος μάς στερεί την ειρήνη; Ποια μνησικακία αρνούμαστε να εγκαταλείψουμε; Ποια προσκόλληση στα υλικά αγαθά μας εμποδίζει να αγαπήσουμε αληθινά; Και μήπως, ενώ ζητούμε τη βοήθεια του Χριστού, δεν θέλουμε να αλλάξουμε εκείνα που Εκείνος μας καλεί να θεραπεύσουμε; Η απάντηση δεν βρίσκεται στην αυτοκατηγορία χωρίς ελπίδα, αλλά στη μετάνοια, στην προσευχή, στην εξομολόγηση, στη συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία με τις προϋποθέσεις της εκκλησιαστικής ζωής και στην καθημερινή άσκηση της αγάπης. Η χάρη του Θεού δεν καταργεί τον αγώνα μας, αλλά μας δίνει δύναμη να αγωνιστούμε. Και όταν ο Χριστός ελευθερώνει τον άνθρωπο, δεν τον αφήνει απλώς να επιστρέψει στην προηγούμενη ζωή του, αλλά τον καλεί να γίνει μάρτυρας του ελέους Του.
Έτσι, ο άνθρωπος που κάποτε ζούσε ανάμεσα στα μνήματα γίνεται κήρυκας της ζωής, και ο άνθρωπος που ήταν απομονωμένος γίνεται φορέας της μαρτυρίας του Θεού. Αυτή είναι η δύναμη του Ευαγγελίου: εκεί όπου ο άνθρωπος βλέπει αδιέξοδο, ο Χριστός ανοίγει δρόμο· εκεί όπου η αμαρτία πληγώνει, ο Χριστός προσφέρει θεραπεία· εκεί όπου η απελπισία κλείνει την καρδιά, ο Χριστός προσφέρει ελπίδα. Και εκεί όπου ο παλαιός άνθρωπος κυριαρχείται από το εγώ και τα πάθη, μπορεί, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, να γεννηθεί ο νέος άνθρωπος, ο οποίος δεν ζει πλέον μόνο για τον εαυτό του, αλλά για τον Θεό και για την αγάπη προς τον πλησίον.
Ας παρακαλέσουμε, λοιπόν, τον Κύριο Ιησού Χριστό να μας ελευθερώσει από κάθε εσωτερικό δεσμό που μας απομακρύνει από Εκείνον, να φωτίσει τον νου μας, να καθαρίσει την καρδιά μας, να μας χαρίσει ταπείνωση και διάκριση και να μας αξιώσει να γίνουμε άνθρωποι που δεν ομολογούν απλώς με τα χείλη την πίστη τους, αλλά φανερώνουν με τη ζωή τους ότι ο Χριστός είναι η ελπίδα, η θεραπεία και η σωτηρία του κόσμου. Αμήν.
