Ἡ άξία τοῦ σώματος ἐν τῇ
Πατερικῇ Θεολογίᾳ.
Η
συζήτησις περὶ τῆς δήθεν ἀπαξιώσεως τοῦ σώματος, ὅταν ἀναφέρεται εἰς λόγους τοῦ
Κυρίου, ἀπαιτεῖ ἐρμηνευτικὴν ἐγρήγορσιν, διότι ὁ λόγος τῆς γραφῆς δὲν ἐπιδιώκει
φιλοσοφικὴν ἀνθρωπολογίαν ἀποσπασματικὴν, ἀλλὰ σωτηριολογικὴν παιδαγωγίαν. Όταν
ὁ Κύριος παραγγέλλει «μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ
δυναμένων ἀποκτεῖναι» καὶ παραλλήλως καλεί εἰς φόβον «τοῦ δυναμένου καὶ ψυχὴν
καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ» (Ματθ. 10,28. Λουκ. 12,4–5), ὁ λόγος δὲν ἀναιρεῖ τὴν
ἀξίαν τοῦ σώματος, ἀλλὰ ἱεραρχεῖ τὸ ἀνθρώπινον ἀγαθὸν ὑπὸ τὸ κριτήριον τῆς
κοινωνίας μετὰ τοῦ Θεοῦ.
Ή
ἐπιφανειακὴ ἀνάγνωσις ἐνδέχεται νὰ ἐγκλωβισθῇ εἰς δυϊσμὸν ψυχῆς καὶ σώματος, ὅμως
ἡ πατερικὴ παράδοσις ἀντιτίθεται ἐνεργῶς εἰς πάσαν νεοπλατωνικὴν ἢ γνωστικὴν
υποτίμησιν τῆς ὕλης, καθότι ἡ κτίσις ἐκ Θεοῦ ἐστίν «καλὴ λίαν» (Γεν. 1,31) καὶ ἡ
σωτηρία ἀφορά ὅλον τὸν ἄνθρωπον. Πρῶτον καὶ θεμελιωδέστατον δεδομένον εἶναι ὅτι
ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ «σὰρξ ἐγένετο» (Ἰω. 1,14). ἡ σάρκωσις δὲν εἶναι ἐπεισόδιον ἡθικῆς
διδασκαλίας, ἀλλὰ ὀντολογικὸ γεγονός: ὁ ἄκτιστος προσλαμβάνει τὴν κτιστήν
φύσιν, ἵνα ἡ κτιστή φύσις θεραπευθῇ καὶ ζωοποιηθῇ.
Ό
Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας συνοψίζει τὸ σωτηριολογικὸ νόημα ἀκριβῶς ἐν τῇ ἐνσαρκώσει:
ὁ Χριστὸς προσλαμβάνει τὸ ἀνθρώπινον ἵνα τὸ ἀνακαινίσῃ, καὶ ἡ σωτηρία δὲν ἀφορά
μόνον «ψυχὴν», ἀλλὰ τὸν ὅλον ἄνθρωπον. διὸ καὶ ἡ ἀνάστασις εἶναι ἀνάστασις
σωμάτων, ὄχι ἁπλῶς συνέχισις ψυχικῆς συνειδήσεως. Έὰν τὸ σῶμα ἦν ἀπλὸν βάρος ἢ
φυλακή, ἡ ἐνανθρώπησις θὰ ἦν θεολογικῶς ἀκατανόητος καὶ ἡ ἀνάστασις περιττή. Ό
λόγος «μὴ φοβηθῆτε…» (Ματθ. 10,28. Λουκ. 12,4) δὲν λέγει «τὸ σῶμα οὐδέν ἐστιν»,
ἀλλὰ λέγει «μὴ ἀναγάγητε τὴν βιολογικὴν διατήρησιν εἰς ὕψιστον κριτήριον ἀληθείας».
Ό Χριστὸς παιδαγωγεῖ εἰς ἐλευθερίαν ἀπὸ τὸν φόβον, ὁ ὁποῖος μεταβάλλει τὸ σῶμα
εἰς εἴδωλον καὶ τὴν ζωήν εἰς διαρκῆ ἀγωνίαν αὐτοσυντηρήσεως. Ό Ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητὴς
ἐρμηνεύει τὴν πτώσιν ὡς μετατόπισιν τῆς ἐπιθυμίας ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς τὰ κτιστά, ὅπου
τὸ ἡδονῆς–ὀδύνης σχήμα κυβερνᾷ τὸν ἄνθρωπον. ὅταν ἡ βιολογικὴ ἀπώλεια γίνεται ὁ
μέγιστος φόβος, τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται δεσμώτης. ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου ἀποκαθιστᾷ
τὴν ἀληθινὴ τάξιν: προτιμότερον τὸ πάθος τῆς ὁμολογίας ἢ ἡ ἀρνήσις τῆς ζωῆς ἐν
Θεῷ. ἡ μαρτυρία τῶν Μαρτύρων καὶ ὁμολογητῶν τῆς Ἐκκλησίας ἐπιβεβαιοῖ ὅτι ἡ τιμὴ
τοῦ σώματος δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν ἄνευ ὁρίων διατήρησιν τοῦ βίου, ἀλλὰ μὲ τὴν
προσφοράν τοῦ σώματος ὡς θυσίας λογικῆς (πρβλ. Ῥωμ. 12,1).
Ή
πατερικὴ ἀσκητικὴ παράδοσις συχνὰ παρεξηγεῖται ὡς «σωματοκτονία». ὅμως ἡ Ἐκκλησία
γνωρίζει ὅτι ἄλλο σῶμα καὶ ἄλλο πάθος. τὸ σῶμα εἶναι ὄργανον ζωῆς καὶ
κοινωνίας, τὰ δὲ πάθη εἶναι διαστροφὴ τῶν φυσικῶν δυνάμεων. Ό Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ
Σύρος ἀναπτύσσει ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι κίνησις ἐπιστροφῆς, ἐσωτερικὴ μεταστροφὴ
τοῦ νοὸς, ἡ ὁποία ἐκφράζεται καὶ σωματικῶς, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλεῖται εἰς τὸ
σωματικόν. ὁ ἀσκητὴς δὲν μισεῖ τὸ σῶμα, ἀλλὰ μισεῖ τὴν δουλείαν τῆς ἡδονῆς, τὴν
ἰδιοποίησιν τοῦ βίου, τὴν φιλαυτίαν ἡ ὁποία γεννᾷ τὴν πλάνην. διὸ καὶ ἡ πατερικὴ
φράσις περὶ μετανοίας ὡς «ἐρωτικοῦ γεγονότος» δύναται νὰ νοηθῇ ὀρθῶς, ἐὰν ὁ ἔρως
νοηθῇ ὡς ὁλοκληρωτικὴ στροφή τῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ ἀγαθόν, ὄχι ὡς
ψυχικὴ συγκίνησις. ἡ ἀσκητικὴ ἐλευθερία ἐπαναφέρει τὸ σῶμα εἰς τὴν λειτουργικὴν
του κλήσιν: νὰ γίνῃ φορεὺς χάριτος.
Ή
ἀποστολικὴ φράσις «ναὸς Θεοῦ» (Α΄ Κορ. 6,19) δηλοῖ ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ δὲν ἀφορά
μόνον ἔννοιες, ἀλλὰ κατοίκησιν. ἡ κατοίκησις δὲν τελεῖται ἐν ἀφηρημένῳ
«πνευματικῷ» χώρῳ, ἀλλὰ ἐν τῇ ὅλῃ ἀνθρωπίνῃ ὑπάρξει. Ό Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ἐκκινῶν
ἀπὸ τὸ «κατ’ εἰκόνα», ἀναπτύσσει τὴν δυναμικὴν πορείαν πρὸς τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν»,
ὅπου ἡ ἠθικὴ μεταμόρφωσις ἀδιάσπαστα συνδέεται μὲ τὴν ὀντολογικὴ θεραπείαν. ἐὰν
ἡ πνευματικὴ ζωή ἀποκοπῇ ἀπὸ τὸ σῶμα, τότε ἡ σωτηρία γίνεται ἰδεολογία. ἐὰν ὁ
βίος ταυτισθῇ μὲ τὸ σῶμα, τότε ἡ ζωὴ γίνεται βιολογισμός, ἡ Ἐκκλησία κρατεῖ τὴν
ὁδὸν τῆς ἐνότητος: σῶμα καὶ ψυχὴ κινοῦνται ἑνὶ τρόπῳ πρὸς τὸν Θεόν. Τὸ κήρυγμα
τοῦ Κυρίου εἶναι σαφές: «μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ.
4,17). καὶ «πεπλήρωται ὁ καιρὸς… μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ»
(Μαρκ. 1,14–15) ἐνταῦθα ἡ βασιλεία δηλοῖ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία ἤδη ἐφθασεν
εἰς τὸν κόσμον ἐν Χριστῷ, καὶ γίνεται ἐμπειρία ὅπου ὁ ἄνθρωπος μετανοεῖ.
Ό
λόγος «ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν» (Ματθ. 6,33. Λουκ. 12,31–32) οὐκ ἀναιρεῖ τὴν
ἱστορίαν, ἀλλὰ τὴν ἐπανατοποθετεῖ: ἡ ζωή ἀποκτᾷ ἄξονα καὶ τέλος. Όταν δὲ ὁ Χριστὸς
λέγει «εἰ ἐν δακτύλῳ Θεοῦ… ἄρα ἔφθασεν ἐφ’ ὑμᾶς ἡ βασιλεία» (Λουκ. 11,20. πρβλ.
Ματθ. 12,28), δηλοῖ ὅτι ἡ βασιλεία ἐπιτελεῖται ὡς νίκη ἐπὶ τῶν δαιμονικῶν δεσμῶν,
ἄρα ὡς θεραπευτικὴ δύναμις ἐν τῷ παρόντι. ἡ ἐσχατολογία δὲν ἀκυροῖ τὴν παρούσαν
ἱστορίαν, ἀλλὰ τὴν φωτίζει καὶ τὴν ὁδηγεῖ πρὸς τὸ πλήρωμα.
Ή
πνευματικὴ ζωή δύναται νὰ νοσήσῃ ὅταν ἀντικαθίσταται ἡ μετάνοια ἀπὸ τὴν τυπικὴν
ἐπανάληψιν λόγων, ὅμως ἡ θεραπεία δὲν εἶναι ἡ ἀπλή παραγωγὴ νέων λεκτικῶν
σχημάτων, ἀλλὰ ἡ μετατόπισις τοῦ νοὸς ἀπὸ τὴν φιλαυτίαν εἰς τὴν ἀγάπην. Ό Ἅγιος
Μάξιμος ὑπογραμμίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος «ἐστὶ καὶ γίνεται» ἡ ὕπαρξις ἐστὶ πορεία, ἡ
ἀληθὴς «ἀδιαλείπτως» ζωή τῆς προσευχῆς δὲν ταυτίζεται μὲ λεκτικὴν πολυλογίαν, ἀλλὰ
μὲ ἐσωτερικὴν ἔγερσιν καὶ ἐγρήγορσιν, ὅπου τὸ σῶμα συνεργεῖ, καὶ δὲν ἀχρηστεύεται.
Συμπερασματικῶς, ὁ λόγος τοῦ Κυρίου περὶ τοῦ μὴ φόβου ἐμπρός εἰς τὸν σωματικὸν
θάνατον δὲν ἀποτελεῖ ἀπαξίωσιν τοῦ σώματος, ἀλλὰ ἀπελευθέρωσιν ἀπὸ τὴν εἰδωλοποίησιν
τοῦ σώματος. ἡ ἐνανθρώπησις, ἡ ἀνάστασις, καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωή ὁμολογοῦν ὅτι
τὸ σῶμα ἔχει κλήσιν ἐσχατολογικήν: νὰ γίνῃ «σῶμα δόξης», δηλαδὴ φορεὺς τῆς
ζωοποιοῦ χάριτος. ἡ ἀληθὴς τιμὴ τοῦ σώματος δὲν εἶναι ἡ ἀγωνιώδης προσκόλλησις
εἰς τὴν βιολογίαν, ἀλλὰ ἡ ἐν Χριστῷ προσφορά τοῦ ὅλου ἀνθρώπου. Διὸ καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ
ὁδὸς παραμένει ἡ ὁδὸς τῆς μετανοίας καὶ τῆς βασιλείας: «μετανοεῖτε» (Ματθ.
4,17), «ζητεῖτε τὴν βασιλείαν» (Ματθ. 6,33), καὶ «μὴ φοβοῦ τὸ μικρὸν ποίμνιον…
εὐδόκησεν ὁ πατὴρ ὑμῶν δοῦναι ὑμῖν τὴν βασιλείαν» (Λουκ. 12,32). Ἀμήν.
