Τίτλος βιβλίου: Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος.

 


Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος.

Η εκκλησιαστική φράση «Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» (Ματθ. 21,9· Ψαλμ. 117,26) αποτελεί μία από τις πυκνότερες και βαθύτερες εκφράσεις της θεολογίας της Ενανθρωπήσεως και της σωτηριολογικής οικονομίας του Θεού. Δεν είναι απλώς ένας ύμνος θριάμβου της ιερουσαλημιτικής εισόδου του Χριστού, ούτε απλώς μία λειτουργική αναφώνηση της Θείας Λειτουργίας. Είναι μία αναφορά στην αλήθεια ότι ο Θεός «έρχεται» αδιαλείπτως στον κόσμο, στην ιστορία, και κυρίως στην καρδιά του ανθρώπου που τον δέχεται.

 

Η φράση αυτή συνδέει την παλαιά προφητική προσδοκία με την νέα πραγματικότητα της σωτηρίας. Στην Παλαιά Διαθήκη, ο Μεσσίας νοείται ως ο «ἐρχόμενος» που θα εκπληρώσει την υπόσχεση του Θεού και θα επαναφέρει το ανθρώπινο γένος στην κοινωνία με τον Δημιουργό. Στην Καινή Διαθήκη όμως, ο Χριστός αποκαλύπτεται ήδη ως ὁ «ἐληλυθώς» και συγχρόνως ὁ «ἐρχόμενος»: αυτός που ήλθε, έρχεται, και θα έλθει. Πρόκειται για μία θεολογία του χρόνου που υπερβαίνει την χρονολογική γραμμικότητα και βλέπει την παρουσία του Θεού ως συνεχές γεγονός.

 

Κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ὁμολογητή, η θεία παρουσία πραγματοποιείται εντός του ανθρώπου ως «λόγος ἐνδιάθετος» ο οποίος, όταν καθαριστεί η καρδιά, γίνεται «λόγος προφορικός» και ομολογία ζώσα. Ο Θεός δεν επιβάλλεται διά της βίας αλλά προσεγγίζει τον άνθρωπο με τρόπο δωρηματικό και ελεύθερο, ώστε η συνάντηση να είναι σχέση, κοινωνία, αγάπη. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τονίζει ότι ο Θεός αποκαλύπτεται μόνο στον «καθαρόν τῇ καρδίᾳ»· αυτόν δηλαδή που με την ταπείνωση και την αγάπη έχει ελευθερωθεί από τον εαυτό του για να χωρέσει τον Θεό. Η φράση «Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος» είναι επίσης μία κλήση προς την μεταμόρφωση του ανθρώπου. Δεν αρκεί η ιστορική αναγνώριση ούτε η απλή δογματική ομολογία. Ο αληθινός «ἐρχόμενος Χριστός» προσέρχεται στον άνθρωπο όταν ο άνθρωπος προσφέρεται στον Χριστό. Η κοινωνία με τον Θεό προϋποθέτει την κάθαρση από τα πάθη, την υπέρβαση του εγωκεντρισμού, την είσοδο στην ταπείνωση, στην πραότητα, στην φιλαδελφία και στην ευσπλαχνία. Ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Εἰ τις ἀγαπά με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ιω. 14,23). Η έλευση του Θεού γίνεται εντός της καρδιάς που γίνεται οίκος του.

 

Η Θεία Λειτουργία μάς υπενθυμίζει διαρκώς τούτο το μυστήριο. Όταν ο λαός αναφωνεί «Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου», δεν απευθύνει μία ανάμνηση, αλλά μία αναγνώριση: ο Χριστός έρχεται νυν, ἐν τῇ ὥρα ταύτῃ, στο σώμα και στο αίμα της Ευχαριστίας, για να γίνει κοινωνία ζωής, θεραπείας, ειρήνης και αφθαρσίας.

 

Επομένως, η φράση αυτή αποτελεί όχι απλώς ύμνο, αλλά τρόπο ζωής. Όποιος την προφέρει αληθινά, καλείται να γίνει αυτός ο ίδιος τόπος της ελεύσεως του Θεού. Η ευλογία του Θεού ανατέλλει όπου η καρδιά προσφέρεται ως γη εύφορη, όπου τα έργα της αγάπης μαρτυρούν την παρουσία του, όπου η ειρήνη γίνεται τρόπος υπάρξεως. Όπου ο άνθρωπος λέγει με αλήθεια: «Ἐλθέ, Κύριε», εκεί ο Θεός απαντά: «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. 3,20). Εὐλογημένος, λοιπόν, δεν είναι μόνον ο Χριστός που έρχεται, αλλά και ο άνθρωπος που τον υποδέχεται.

Η ευλογία δεν νοείται ως ανθρώπινο συναίσθημα, αλλά ως δωρεά θείας ζωής. Ο Χριστός ονομάζεται «Εὐλογημένος» όχι απλώς διότι εξυμνείται υπό των ανθρώπων, αλλά διότι Αυτός είναι η πηγή πάσης ευλογίας, ο «Κύριος τῆς δόξης» (Α΄ Κορ. 2,8), ο χορηγός της ζωής και της αφθαρσίας (Β΄ Τιμ. 1,10). Όμως η ευλογία του δεν δρα μονόπλευρα, αλλά ζητεί ανταπόκριση και κοινωνία. Ο Θεός προσέρχεται, αλλά ο άνθρωπος καλείται να τον δεχθεί. Έτσι, η σωτηρία δεν είναι αυτοματισμός, αλλά σχέση. Κατά τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, η ένωση Θεού και ανθρώπου προϋποθέτει το άνοιγμα της καρδιάς, «τὸ χωρῆσαι τὸν ἄχωρον». Ο άνθρωπος γίνεται «χώρημα Θεοῦ» (Μάξιμος Ὁμολογητής), όταν δια του καθαρισμού και της ταπείνωσης αποβάλλει τα πάθη που τον κλείνουν στον εαυτό του. Ο άνθρωπος που δέχεται τον Χριστό γίνεται και αυτός «εὐλογημένος», όχι τυπικά, αλλά οντολογικά, διότι γίνεται μέτοχος της θείας χάριτος. Η ευλογία τότε δεν είναι εξωτερική ευημερία, αλλά εσωτερική μεταμόρφωση: ο άνθρωπος γίνεται «ναὸς Θεοῦ ζῶντος» (Β΄ Κορ. 6,16). Ο Χριστός «ἔρχεται» αδιάκοπα: ἔρχεται ἐν τῇ Ἐνανθρωπήσει, ἔρχεται ἐν τῇ καρδίᾳ διὰ τῆς χάριτος, ἔρχεται ἐν τῇ Εὐχαριστίᾳ, ἔρχεται εἰς τὸ τέλος τῆς ἱστορίας.

Κάθε έλευση είναι πρόσκληση προς κοινωνία. Ο άνθρωπος που τον υποδέχεται γίνεται ευλογημένος, διότι δέχεται την Ζωή: «Ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» (Ἰω. 1,12). Ο Άγιος Ειρηναίος Λυώνος διακηρύσσει:
«Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐστὶν ὁ ζῶν ἄνθρωπος, ἡ δὲ ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἡ θέα τοῦ Θεοῦ.» Δηλαδή, ο Θεός δοξάζεται όταν ο άνθρωπος ζει, και ο άνθρωπος ζει όταν βλέπει τον Θεό. Επομένως, δεν είναι μόνον ο Χριστός ο Ερχόμενος που είναι ευλογημένος, αλλά και ο άνθρωπος που με ανοικτή καρδιά τον δέχεται. Διότι ο άνθρωπος αυτός γίνεται φορέας ζωής, ειρήνης και αγάπης, γίνεται καθρέπτης του Θεού, γίνεται «ὅμοιος αὐτῷ» (Α΄ Ιω. 3,2). Η ευλογία, λοιπόν, δεν είναι προνόμιο, αλλά κλήση.
Δεν είναι τίτλος, αλλά τρόπος υπάρξεως. Όπου υπάρχει καρδιά που λέγει: «Ἐλθέ, Κύριε», εκεί ο Θεός αναπαύεται,
και ο άνθρωπος γίνεται τόπος φανερώσεως της Βασιλείας. Αμήν.

Νεότερη Παλαιότερη