Η νίκη κατά της φθοράς και το μυστήριο της αιωνίου ζωής:

 




Η νίκη κατά της φθοράς και το μυστήριο της αιωνίου ζωής: Λόγος, σοφία και θεογνωσία.

 

Η ανθρώπινη ιστορία φέρει τη σφραγίδα της φθοράς, της ασθένειας, του πόνου και εν τέλει του θανάτου. Ωστόσο, η πίστη στον αληθινό Θεό αποκαλύπτει ότι η φθορά αυτή δεν αποτελεί το φυσικό ή τελικό στάδιο της ανθρώπινης υπάρξεως, αλλά μια παρεκτροπή από τον αρχικό σκοπό της Δημιουργίας. Η Αγία Γραφή και η πατερική παράδοση μαρτυρούν ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο προς αφθαρσίαν, «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ» (Γεν. 1,26), με σκοπό να μετέχει της θείας ζωής. Η φθορά είναι καρπός της απομάκρυνσης από τον Θεό, ενώ η σωτηρία –και συνεπώς η νίκη κατά της φθοράς επιτυγχάνεται δια της εν Χριστῷ ζωής.

 

Η φθορά δεν αφορά μόνο το σώμα, αλλά αρχικά και κυρίως την ψυχή. Ο θάνατος, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, είναι πρώτα πνευματικός και έπειτα σωματικός. Ο Μέγας Βασίλειος εξηγεί: «Ὁ ἀποχωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τοῦ Θεοῦ θάνατος λέγεται».¹ Αυτή η απομάκρυνση του ανθρώπου από την πηγή της ζωής, τον Θεό, είναι που εισήγαγε την υπαρξιακή φθορά στον κόσμο. Ο Απόστολος Παύλος διακηρύσσει ρητώς: «Ὁ μισθὸς τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωή αἰώνιος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (Ρωμ. 6,23).

 

Η επιδίωξη της αιωνίου ζωής δεν είναι προϊόν ανθρωπίνου στοχασμού, αλλά ανταπόκριση στην κλήση του Θεού. Ο ίδιος ο Χριστός επιβεβαιώνει την επιθυμία του Πατρός: «Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ θέλησις τοῦ πέμψαντός με, ἵνα πᾶς ὁ θεωρῶν τὸν Υἱὸν καὶ πιστεύων εἰς αὐτὸν ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. 6,40). Κατά τον Άγιο Αθανάσιο, «ο Λόγος σαρκώθηκε ἵνα θεοποιήσει τὸν ἄνθρωπο» επομένως, η εν Χριστῷ ζωή οδηγεί τον άνθρωπο στην αποκατάσταση της αρχαίας δόξας και στη μετοχή στη θεία φύση (βλ. Β΄ Πέτρ. 1,4). Η φύση και η αξία του ανθρώπου θεμελιώνονται στην ύπαρξη του Λόγου. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης θεμελιώνει χριστολογικά την αρχή των πάντων: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος... καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰω. 1,1). Ο Λόγος ως πρόσωπο είναι η αιώνια σοφία του Θεού, αλλά και ο ενεργός νους μέσα στον κόσμο, διά του οποίου τα πάντα έγιναν. Ο άνθρωπος, όντας λογικό και θεοειδές ον, φέρει εντός του την εικόνα του Λόγου. Ο λόγος, η συνείδηση, η δημιουργική σκέψη, η επιστήμη, όλα μαρτυρούν αυτή τη θεολογική καταγωγή του ανθρώπου. Ο Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει ότι κάθε λογική κίνηση του ανθρώπου προς το αγαθό είναι κατά μίμηση του θείου Λόγου³.

 

Η μετοχή στη σοφία του Θεού δεν είναι θεωρητική, αλλά εμπειρική και πνευματική. Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, η σοφία είναι ένα εκ των φυσικών ιδιωμάτων του Θεού και μεταδίδεται σε εκείνους που διά του Αγίου Πνεύματος φέρουν τους καρπούς της θείας ζωής.  Αυτοί είναι «νέοι άνθρωποι», κατά τον Παύλο, που «ἀνεκαινίσθησαν... κατ’ εἰκόνα τοῦ Κτίσαντος αὐτούς» (Κολ. 3,10). Η ζωή τους όχι μόνο μεταμορφώνεται εσωτερικά, αλλά λειτουργεί και αναγεννητικά στο κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον, όπως διδάσκει και ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος: «Ἐν τῇ ἀγάπῃ τοῦ Θεοῦ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου ἀνακαινίζεται καὶ ὁ κόσμος ἐντός του μεταμορφοῦται».

 

Η σοφία του Θεού ελευθερώνει τον άνθρωπο από την εγωκεντρική σύγχυση του ατομικού συμφέροντος και τον εισάγει στο μυστήριο της καθολικής κοινωνίας της αγάπης. Ο «καινός άνθρωπος» που ζει εν Πνεύματι δεν ενεργεί κατά την ιδιοτέλεια αλλά κατά το κοινό συμφέρον. Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος υπενθυμίζει ότι «οὐκ ἔστιν ἰδία σωτηρία», αλλά η σωτηρία και η πρόοδος κάθε προσώπου είναι συνυφασμένη με την εν Χριστῷ κοινωνία.⁵ Ο καινούριος αυτός άνθρωπος, διά του λόγου και των έργων του, γίνεται πρόξενος σωτηρίας και μεταμορφώσεως του κόσμου. Η νίκη κατά της φθοράς δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα, αλλά θείο δώρημα, προσφερόμενο σε εκείνους που ενδύονται τον Χριστό και μετέχουν της ζωής του Πνεύματος. Ο λόγος, η σοφία και η ενέργεια του Θεού, όταν εσωτερικεύονται, μεταμορφώνουν την ύπαρξη και οδηγούν τον άνθρωπο στην αιώνια ζωή, η οποία είναι η συνειδητή και αδιάκοπη μετοχή στη ζωή του Τριαδικού Θεού.


Προς την κατάργηση του θανάτου.

 

Η φθορά αποτελεί το πρόπτωτο στίγμα της ανθρωπότητας, το οποίο, ως σκιὰ θανάτου, βαραίνει τόσο την ψυχή όσο και το σώμα. Ο ανήλεος θάνατος, καρπός της πνευματικής αποστασίας και της αλλοτριώσεως του ανθρώπου από τον Δημιουργό του, εισέρχεται πρώτιστα στην ψυχή, σκοτίζοντας τον νου, και ακολούθως στο σώμα, οδηγώντας στην αναπόφευκτη διάλυσή του. Η Ανάσταση του Χριστού όμως εγκαινιάζει νέα προοπτική προσφέρει την δυνατότητα νίκης κατά της φθοράς και υπόσχεται ζωή ποιοτική, δηλαδή κοινωνία με τον Θεό, αλλά και ποσοτική, δηλαδή αιώνια.

 

Αυτός είναι ο σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου,  όχι απλώς η βιολογική επιβίωση, αλλά η θέωση, η κοινωνία με τον Θεό «κατά χάριν». Ο Πατήρ, διά του Υιού και εν Αγίῳ Πνεύματι, επιθυμεί να μεταλαμπαδεύσει στον άνθρωπο τις θείες του ενέργειες, ώστε ο άνθρωπος να γίνει, κατά τον λόγο του Αθανασίου, «Θεὸς κατά χάριν» (Κατά Αρειανών, Β΄ 70).

 

Ο άνθρωπος φέρει ήδη εντός του το αποτύπωμα της θεότητας: την λογικότητα, την δυνατότητα διαλόγου, την ελευθερία του προσώπου. Ο λόγος, ως χαρακτηριστικό της θείας εικόνος, δύναται να προάγει πολιτισμό, επιστήμη, τέχνη, σοφία, αλλά κυρίως, ως πνευματική δυνατότητα, έχει την εξουσία να δημιουργεί ή να καταστρέφει, να αγιάζει ή να διαστρέφει. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης φανερώνει την αξία του: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος… καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ιω. 1,1). Καθώς λοιπόν ο άνθρωπος συμμετέχει στον λόγο, συμμετέχει και στην δυνατότητα της ζωοποιού ενέργειας του Θεού.

 

Η ζωή, ως θείο δώρημα, δεν είναι στατική, αλλά δύναται να μεταμορφωθεί και να μεταμορφώσει, η σοφία του Θεού ενεργούμενη στον άνθρωπο διά του Πνεύματος παράγει καρπούς του Αγίου Πνεύματος (Γαλ. 5,22), και καθιστά τον άνθρωπο νέο κτίσμα (Β΄ Κορ. 5,17). Ο καινός αυτός άνθρωπος δύναται να κοσμεί το περιβάλλον του, να εξουσιάζει την δημιουργία ως οικονόμος του Θεού, και όχι να την εκμεταλλεύεται κατά το «κακώς εννοούμενο συμφέρον», που είναι έκφραση εγωκεντρικής φιλαυτίας και παιδικής πνευματικής αφέλειας. Το γενικό συμφέρον, δηλαδή το θέλημα του Θεού, είναι το αληθές συμφέρον όλων των υπάρξεων.

 

Ο Θεός, ως Πατήρ ελεήμων, προσφέρει στον άνθρωπο τις ιδιότητες που τον καθιστούν θεό κατά χάριν: τον αγιασμό, την αφθαρσία, την μετάνοια, την αναγέννηση, τις εξουσίες της πίστεως και, κορυφαία όλων, την ταπεινοφροσύνη  «την βασιλίδα των αρετών», όπως διδάσκει η πατερική παράδοση. Δίχως αυτήν, ουδεμία άλλη αρετή γίνεται δεκτή ενώπιον του Θεού, διότι η ταπείνωση ελκύει την χάρη (Πρβλ. Ιακ. 4,6· Αββά Ισαάκ, Λόγοι ασκητικοί).

 

Το όραμα της αφθαρσίας, το οποίο επί αιώνες απασχόλησε φιλοσόφους, θεολόγους και επιστήμονες, δεν είναι πλέον μια εξωπραγματική φαντασία, αλλά μία δυναμική προοπτική. Η εσωτερική μεταστοιχείωση του ανθρώπου διά Πνεύματος Αγίου ενεργοποιεί εκείνους τους θεόσδοτους μηχανισμούς ζωής που ήδη φέρουμε εντός μας. Δεν είναι τυχαίο ότι και η επιστήμη σήμερα, μέσω της τεχνολογικής προόδου, επιβεβαιώνει την ύπαρξη ζωοποιών λειτουργιών ακόμη και στο επίπεδο των κυττάρων, και θέτει ερωτήματα για την ίδια τη φύση της φθοράς και του θανάτου.

 

Οι έρευνες για τον διπλασιασμό του προσδόκιμου ζωής, οι ανακαλύψεις πάνω στην ανανέωση των κυττάρων και την πλαστικότητα του εγκεφάλου, δεν αποδεικνύουν απλώς τις δυνατότητες του σώματος, αλλά και την αλήθεια του Λόγου του Θεού, που υποδεικνύει πως η ζωή  όχι ο θάνατος είναι η φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Η θεία Χάρις μπορεί, όπως διδάσκουν οι Πατέρες, να ζωοποιήσει τα θνητά σώματα (Ρωμ. 8,11) όταν ο νους, ως ηγεμονικό της ψυχής, αναγεννηθεί και καθαρθεί. Η βιοχημική διαφοροποίηση ανάμεσα σε έναν καθαρμένο και έναν μολυσμένο νου είναι πλέον όχι μόνο θεολογική, αλλά και επιστημονική διαπίστωση. Ο αναγεννημένος νους καθίσταται πηγή ζωής για το σώμα, ενώ ο σκοτισμένος οδηγεί στην πνευματική και σωματική φθορά. Η ανακάλυψη των στοιχείων αυτών βεβαιώνει ότι ο άνθρωπος είναι δυνατόν να καταργήσει τον θάνατο όχι μόνο ως φυσικό γεγονός αλλά και ως πνευματική κατάσταση αποξένωσης από τον Θεό. Αυτό είναι το «μέγα μυστήριον» της θεώσεως: ότι ο άνθρωπος δύναται να μεταβεί εκ του θανάτου εις την ζωήν (Ιω. 5,24), όχι δι’ ἀνθρωπίνης ἱκανότητος, ἀλλὰ διὰ Πνεύματος Ἁγίου, ὅταν ἀναγεννηθῇ εἰς τὸ καθ’ ὁμοίωσιν.


Η αφιέρωση ως προϋπόθεση της αφθαρσίας.

 

Για να καταστεί εφικτή η είσοδος του ανθρώπου στο πεδίο της αφθαρσίας, είναι αναγκαία η δημιουργία συνθηκών εσωτερικής αφιέρωσης. Η αφιέρωση αυτή, την οποία το κοσμικό φρόνημα μεθοδικά αποκλείει και περιθωριοποιεί, αποτελεί το θεμέλιο κάθε πνευματικής ανακαίνισης και την απαραίτητη προϋπόθεση της εν Χριστῷ ζωής. Είναι η πράξη εκείνη της ελευθερίας του προσώπου, δια της οποίας ο άνθρωπος παραδίδει το είναι του στον Θεό όχι εντός του σχήματος του κόσμου τούτου, αλλά ως ζῶσα θυσία, ἁγία, εὐάρεστη τῷ Θεῷ (Ρωμ. 12,1).

 

Μέσα από αυτήν την αφιέρωση, ο άνθρωπος μετέχει ήδη της μακαρίας ζωής, της ζωής της Βασιλείας, της θείας μακαριότητος. Δεν πρόκειται για μια μελλοντική κατάσταση, αλλά για μία παρούσα δυνατότητα, την οποίαν ο Θεός εναποθέτει ως εν δυνάμει ζωή εντός του ναού της υπάρξεώς μας, ήτοι της καρδίας. Η αφιέρωση δεν είναι φυγή από τον κόσμο, αλλά τρόπος εναλλακτικής διαβιώσεως μέσα στον κόσμο, όχι «κατά κόσμον», αλλά «κατὰ Χριστόν».

 

Εντός του αγιαστηρίου της καρδίας, εκεί όπου ενεργεί το Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, και εκεί όπου εγκαθιδρύεται ο Χριστός (Β΄ Κορ. 13,5), ο άνθρωπος λαμβάνει εξουσίαν τέκνου Θεοῦ (Ἰω. 1,12), και δια της αναγεννήσεως ζει με επίγνωση και εξουσία πάνω στις εσωτερικές του καταστάσεις. Λειτουργεί συνειδητά τους «διακόπτες» της ζωής, ενεργοποιεί τα πνευματικά αντισώματα, διατηρείται νέος όχι κατὰ φύσιν, αλλά κατὰ χάριν, όχι ως αποτέλεσμα φυσιολογικής λειτουργίας, αλλά ως αποτέλεσμα μεταμορφωτικής μετοχής στο άκτιστον. Ωστόσο, η απιστία προς τον Λόγο του Θεού, η άρνηση της εν Χριστῷ παιδείας και η εθελοδουλία στην ραθυμία του κόσμου καθιστούν τον δρόμο της αφιέρωσης ασύλληπτο και απόμακρο. Όπως οι Εβραίοι της Παλαιάς Διαθήκης μπορούσαν να εισέλθουν εις τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας σε τεσσαράκοντα ἡμέρες, αλλ᾽ ἐπειδὴ ἀπεδοκίμασαν τὴν σοφίαν τοῦ Θεοῦ και περιεπάτησαν ἐν ἀπιστίᾳ, τελικώς περιεπλανήθησαν ἐν τῇ ἐρήμῳ τεσσαράκοντα ἔτη (Αριθμ. 14,33-34), έτσι και εμείς, ως πνευματικοί Ισραηλίτες, παρατείνουμε την έρημο της ζωής μας λόγω της ανυπακοής.

 

Το αποτέλεσμα είναι η αδυναμία να ενεργοποιήσουμε τους θείους μηχανισμούς της ζωής που έχουν εμφυτευθεί εντός μας διά της δημιουργίας. Το δένδρον τῆς ζωῆς (Γεν. 2,9· Αποκ. 22,2) παραμένει ανενεργό, όχι διότι του λείπει η δύναμις, αλλά διότι εμείς αρνούμεθα να το ποτίσουμε με τον Λόγο, την προσευχή, την ευχαριστία, την ταπείνωση, την πίστη και την υπακοή. Ο Χριστός έγινε για εμάς σοφία, δικαιοσύνη, αγιασμός και απολύτρωση (Α΄ Κορ. 1,30), αλλά εμείς συχνά ζούμε ωσεί μη γνωρίζοντες Αυτόν, παραμένοντες «εἰς τὴν ματαιότητα τοῦ νοὸς ἡμῶν» (Ἐφ. 4,17).

 

Η αφιέρωση στο Θεό, λοιπόν, δεν είναι επιλογή μερικών «επαγγελματιών» της πνευματικής ζωής, αλλά είναι η μόνη δυνατότητα αποκατάστασης της σχέσης του ανθρώπου με τη Ζωή, δηλαδή με τον Χριστό, «Ἐγώ εἰμι ἡ Ζωή» (Ἰω. 14,6). Μόνο όταν το πνεύμα μας ενοικήσει στο αγιαστήριο της παρουσίας του Θεού, και οι λειτουργίες του σώματός μας υπακούσουν στο πνευματικό φρόνημα, θα μπορέσει η ζωή του Θεού να γίνει ζωή δική μας, τότε και μόνον τότε θα φανερωθεί η νίκη της αφθαρσίας επί του φθαρτού, του φωτός επί του σκότους, της πίστεως επί της απιστίας, του Πνεύματος επί της σαρκός, της Ζωής επί του θανάτου.




Νεότερη Παλαιότερη