Μια Αποκάλυψη της Θείας οικονομίας.

 


Μια Αποκάλυψη της Θείας οικονομίας.

 

Η θεολογία δεν εξαντλείται σε ηθικά ή φιλοσοφικά σχήματα, είναι η αποκάλυψη των βαθέων μυστηρίων του Θεού, τα οποία «οὐκ ἀνέβησαν ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου» (Α΄ Κορ. 2,9), αλλά αποκαλύπτονται διά του Πνεύματος του Αγίου. Ένα τέτοιο μέγα και απόκρυφο μυστήριο, το οποίο ήδη ενεργείται εντός της Εκκλησίας και φανερώνει τη βουλή του Θεού για τον άνθρωπο, είναι η μεταστοιχείωση του φθαρτού σώματος σε αφθαρσία, η ανακαίνιση όχι μόνο του πνεύματος αλλά και του σώματος, κατά την πλήρη ένωση του ανθρώπου με τον Χριστό.

 

Ο Απόστολος Παύλος δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν, καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν» (Α΄ Κορ. 15,53). Πρόκειται για επαγγελία και όχι για στοχασμό, για προορισμό του ανθρώπου εν Χριστῷ και όχι για υπαρξιακή φαντασία. Ο Χριστός ως νικητής του θανάτου εισάγει τη δυνατότητα της ζωής αιωνίου όχι μόνο για την ψυχή, αλλά και για το σώμα, το οποίο κατά τον όρο των Πατέρων είναι «ναὸς τοῦ ἐν ἡμῖν ἁγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορ. 6,19). Το ανθρώπινο σώμα δεν είναι φυλακή, αλλά συγκοινωνός της σωτηρίας, καλούμενο να συμμετάσχει στην ένδοξη μεταμόρφωση της θεώσεως.

 

Ο Κύριος το εδήλωσε με θεία σαφήνεια: «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται, καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμέ, οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ιω. 11,25-26). Η πίστη αυτή δεν είναι απλή παραδοχή, είναι καρδιακή εργασία, υπαρξιακή επιλογή, στάση ζωής. Δεν αρκεί να ομιλούμε περί Θεού, καλούμεθα να ζούμε τον Θεό, εντός μας και γύρω μας, ως ζώσα παρουσία, ως φωτισμό και καθοδήγηση, ως δύναμη ανακαινιστική και ζωή μεταμορφωμένη.

 

Η αλλαγή στάσης απέναντι στον Πατέρα Θεό δεν είναι αποτέλεσμα ψυχολογικής μεταστροφής, αλλά μυστηριακής ένταξης στη ζωή της Εκκλησίας, όπου ο Λόγος και το Πνεύμα ενεργούν εντός του ανθρώπου μια νέα ζωή. Ο άνθρωπος δεν καλείται απλώς να βελτιωθεί, αλλά να αναγεννηθεί, και η αναγέννηση αυτή στοχεύει στην κατάργηση της φθοράς, στην επαναφορά του αρχαίου κάλλους, στην ανάδειξη του ανθρώπου σε αληθινή εικόνα της θείας ιδιότητος.

 

Ο Σολομών το φανερώνει: «Οὐ θάνατον ἐποίησεν ὁ Θεός, οὐδὲ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων, ἔκτισεν γὰρ εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα» (Σοφ. Σολ. 1,13-14). Ο άνθρωπος δεν πλάστηκε για να φθαρεί ή να αφανιστεί, κλήθηκε να ζήσει αιωνίως, να ενδυθεί αφθαρσία, να γίνει θείας φύσεως κοινωνός (Β΄ Πέτρ. 1,4). Ο θάνατος εισήλθε στον κόσμο «φθόνῳ τοῦ διαβόλου» (Σοφ. Σολ. 2,24), αλλά καταργήθηκε με την επιφάνεια του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, «ὅστις κατήργησε τὸν θάνατον, καὶ ἐφώτισεν ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν διὰ τοῦ εὐαγγελίου» (Β΄ Τιμ. 1,10).

 

Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού είναι ο τόπος της σταδιακής αυτής μεταστοιχείωσης. Οι άνθρωποι που ενσυνείδητα πλησιάζουν τον Πατέρα, που αναθεωρούν τον βίο τους και προσανατολίζουν την ύπαρξή τους στο Ευαγγέλιο, βιώνουν ήδη ακτίνες αφθαρσίας, όπως λέει η Γραφή: «Ὁ ἔχων τὴν ἐλπίδα ταύτην ἐπ᾿ αὐτῷ ἁγνίζει ἑαυτὸν» (Α΄ Ιω. 3,3).

 

Η καθημερινή μυσταγωγική εργασία του Πνεύματος δεν είναι ουτοπία, είναι η ζύμη που ζυμώνει εντός του κόσμου τη βασιλεία του Θεού. Το αγαθό δεν χάθηκε από τη γη, αντιθέτως, εργάζεται αθόρυβα, λυτρωτικά, μέσα από εκείνους που διά της πίστεως προγεύονται την άφθαρτη ζωή. Το μυστήριο της μεταμορφώσεως του σώματος δεν αναμένεται μόνο ως γεγονός εσχατολογικό, ήδη ενεργείται, προγεύεται, αρχίζει εδώ και τώρα.

 

Όπως διακηρύσσει και πάλι ο Παύλος: «Οὐ γὰρ θέλομεν ἐκδύσασθαι, ἀλλ’ ἐπενδύσασθαι, ἵνα καταποθῇ τὸ θνητὸν ὑπὸ τῆς ζωῆς» (Β΄ Κορ. 5,4). Αυτή η ζωή δεν είναι άλλη από τον Χριστό, είναι η νίκη Του επί του Άδου, η καινή κτίσις που μας καλεί να ντυθούμε τη δόξα του Αναστάντος.

Νεότερη Παλαιότερη