Η πορεία του
ανθρώπου προς τη θέωση.
Ο άνθρωπος, κατά
τη χριστιανική οντολογία, δεν είναι απλώς ένα δημιούργημα, αλλά το μόνο ον που
πλάσθηκε «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» (Γεν. 1,26). Η εικόνα αυτή δεν είναι εξωτερική
ομοιότητα, αλλά έμφυτη δυνατότητα του ανθρώπου να σχετίζεται, να γνωρίζει, να
αγαπά και να ελευθερώνεται εν αληθεία. Είναι η θεμελιώδης ταυτότητα του
ανθρώπου ως προσώπου, προορισμένου όχι απλώς να υπάρχει, αλλά να ζήσει σε
κοινωνία με τον Δημιουργό του. Η «εικόνα» φανερώνει την οντολογική βάση της
ύπαρξης. η «ομοίωση» όμως δείχνει το τέλος, τον σκοπό της ζωής, είναι η πορεία
προς την θέωση, την εν Χάριτι ένωση με τον Θεό. Όπως διδάσκει ο Άγιος Γρηγόριος
Νύσσης, «το εἰς τὴν ὁμοίωσιν ἡμῖν ἀνάκειται», δηλαδή η ομοίωση δεν δόθηκε ως
δεδομένο, αλλά ως πρόσκληση και άσκηση, εξαρτάται από την ελευθερία και τη
συνεργία του ανθρώπου με τη θεία χάρη. Ο
Χριστός, ο τέλειος Άνθρωπος και τέλειος Θεός, είναι το απόλυτο μέτρο της
«ομοίωσης». Όποιος ενώνεται με Αυτόν δια της πίστεως, του βαπτίσματος, της
μετάνοιας και της ευχαριστιακής ζωής, μετέχει της θείας φύσεως (Β' Πέτρ. 1,4).
Ο άνθρωπος μεταμορφώνεται, ανακαινίζεται «κατ' εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν»
(Κολ. 3,10), και ο νους του γίνεται «θυσιαστήριο», όπου τελείται η εσωτερική λειτουργία
της γνώσεως του Θεού. Η πατερική παράδοση διδάσκει ότι η θέωση δεν είναι
αφαίρεση της ανθρώπινης φύσης, αλλά πλήρωσή της, είναι η μετοχή του ανθρώπου
στη ζωή της Αγίας Τριάδος κατά χάριν. Γι’ αυτό και η πνευματική ζωή δεν είναι
τίποτε άλλο παρά ο σταδιακός καθαρισμός από τα πάθη, ο φωτισμός του νοός και η
ένωση με τον Θεό δια της αγάπης. Στον βαθμό που ο άνθρωπος αγαπά ανιδιοτελώς,
ταπεινώνεται ελεύθερα και προσφέρει τον εαυτό του ως «ζῶσαν θυσίαν» (Ρωμ.
12,1), ομοιάζει με τον Χριστό. Στους έσχατους καιρούς, όπου η εικόνα του
ανθρώπου διαστρέφεται και λησμονείται, η κλήση προς την ομοίωση αποκτά
χαρακτήρα σωτηριολογικό και αποκαλυπτικό. Ο Χριστιανός καλείται να
επανενεργοποιήσει την εικόνα, όχι μόνο προσωπικά, αλλά και κοινοτικά, να γίνει
μαρτυρία και φανέρωση του αληθινού προσώπου του ανθρώπου, όπως αυτό φανερώθηκε
στο Πρόσωπο του Χριστού.
Η πτώση και η διαστρέβλωση
της εικόνας.
Η πτώση των
πρωτοπλάστων, όπως περιγράφεται στο τρίτο κεφάλαιο της Γένεσης, δεν αποτελεί
απλώς μια ηθική παράβαση, είναι μία οντολογική ρήξη. Ο άνθρωπος, πλάσμα
προικισμένο με αυτεξούσιο και λογική, απομακρύνθηκε από τον Θεό όχι μόνο
εξωτερικά, αλλά κυρίως εσωτερικά: αποκόπηκε από την πηγή της ζωής, τον ίδιο τον
Δημιουργό του. Η διακοπή αυτής της σχέσης οδήγησε στη σκοτεινίαση του νοός, στη
φθορά και τελικώς στον θάνατο. Η εικόνα του Θεού μέσα στον άνθρωπο δεν
καταστράφηκε, θόλωσε όμως, διαστρεβλώθηκε. Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας
διδάσκει πως η εικόνα παρέμεινε, αλλά «ἐτυπώθη ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας», δηλαδή χάθηκε
η καθαρότητα και η διαφάνειά της. Ο νους, που είχε πλαστεί για να είναι
«καθρέπτης τοῦ Θεοῦ», έγινε πλέον όργανο πλάνης, όταν υποδουλώθηκε στα πάθη και
στο σκοτάδι του εγωισμού.
Η αμαρτία δεν
είναι απλώς παράβαση κάποιων εντολών, είναι αλλοίωση της θεοειδούς ταυτότητας
του ανθρώπου. Οδηγεί στην αποξένωση από τον Θεό, στην επιβολή του «ετέρου κακού
εαυτού», όπως παρατηρεί η πατερική ασκητική παράδοση, και στην ψευδαισθησιακή
αυτοθέωση του ανθρώπου. Αντί να πορεύεται προς την καθ’ ὁμοίωσιν, ο πεπτωκώς
άνθρωπος κλείνεται στη φιλαυτία, μετατρέπει την αγάπη σε χρήση και τη σχέση σε
κυριαρχία. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει πως, λόγω της πτώσης,
διασπάστηκε η ενότητα των δυνάμεων της ψυχής η επιθυμία, η οργή και ο νους αντί
να συνεργούν προς τη θέωση, στρέφονται προς τα πάθη, το υλικό και το γήινο.
Έτσι, η ψυχή δεν κυβερνά το σώμα εν Αγίῳ Πνεύματι, αλλά το σώμα γίνεται
δεσμώτης της ψυχής, και η ελευθερία του προσώπου χάνεται μέσα στις ορμές της
φύσεως. Όμως ακόμη και μέσα στην πτώση, η θεία αγάπη δεν αποσύρθηκε. Ο Θεός δεν
εγκατέλειψε τον άνθρωπο. Αντιθέτως, προανήγγειλε την αποκατάσταση της εικόνας,
προλέγοντας τον Ερχόμενο Λυτρωτή (Γεν. 3,15). Ολόκληρη η Παλαιά Διαθήκη
μαρτυρεί αυτή την αναμονή. Ο άνθρωπος προετοιμάζεται να δεχθεί την Ενανθρώπηση,
την τελική φανέρωση του Προτύπου της εικόνας, δηλαδή του Χριστού.
Η πτώση,
επομένως, δεν είναι τέλος, είναι αφετηρία της σωτηρίας. Στην πτώση του Αδάμ
αποκαλύπτεται το βάθος της ανθρώπινης ελευθερίας, αλλά και το μεγαλείο της
θείας συγκατάβασης. Ο Χριστός, ο Νέος Αδάμ, γίνεται άνθρωπος για να επαναφέρει
τον παλαιό Αδάμ στην αρχέγονη δόξα και να του ανοίξει τον δρόμο όχι απλώς της
επιστροφής, αλλά της υπέρβασης: από την εικόνα στην ένδοξη ομοίωση, από την
πτώση στη θέωση.
Η Οδός
της ομοίωσης. Η κλήση προς Θέωση.
Αν η πτώση είναι
η αλλοίωση της εικόνας και η διάσπαση της σχέσης με τον Θεό, τότε η ομοίωση
είναι η πορεία αποκατάστασης και ολοκλήρωσης του ανθρώπου στην εν Χριστῷ ζωή. Η
Αγία Γραφή και η πατερική παράδοση τονίζουν ότι η σωτηρία δεν είναι απλώς
συγχώρηση αμαρτιών, αλλά συμμετοχή στην ίδια τη ζωή του Θεού, είναι η μετοχή «τῆς
θείας φύσεως» (Β' Πέτρ. 1,4), η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό «κατὰ χάριν» η
θέωση.
Ο Θεός δεν
απαιτεί, αλλά προσκαλεί. Ο Χριστός έρχεται όχι για να επιβάλει, αλλά για να
θεραπεύσει, όχι για να κατακρίνει, αλλά για να ανεβάσει τον άνθρωπο στη δική του
ζωή. Ο Χριστός έγινε άνθρωπος, «ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» (Αθανάσιος ο Μέγας).
Αυτό είναι το θαυμαστό μυστήριο της Ενανθρώπησης: ότι το Άκτιστο προσλαμβάνει
το κτιστό, ώστε το κτιστό να μπορεί να μετέχει του Ακτίστου. Η πορεία προς την
ομοίωση δεν είναι αυτόματη, είναι αγώνας, άσκηση, μετάνοια και ενσυνείδητη
συνεργία με τη χάρη.
Ο άνθρωπος
καλείται να απαρνηθεί τον παλαιό άνθρωπο «τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας»
(Εφ. 4,22) και να ενδυθεί τον καινόν, «τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα». Αυτή η
ανακαίνιση συντελείται διά του Αγίου Πνεύματος, που είναι ο μόνος δυνατός να
μορφώσει τον Χριστό μέσα στον άνθρωπο (Γαλ. 4,19). Η πατερική ασκητική
διδασκαλία περιγράφει την οδό της ομοίωσης ως τριπλή κλίμακα: κάθαρση,
φωτισμός, θέωση. Ο άνθρωπος πρώτα καθαίρεται από τα πάθη με την τήρηση των
εντολών, την νηστεία, την προσευχή και την ταπείνωση, ύστερα φωτίζεται ο νους
του ώστε να γνωρίσει εμπειρικά τον Θεό και τέλος, κατά την ευδοκία του Θεού,
αξιώνεται της ένωσης και της θέωσης, δηλαδή της αγάπης χωρίς όρια, της ειρήνης
άνωθεν, της αθανασίας κατά χάριν.
Η Εκκλησία ως
Σώμα Χριστού είναι ο τόπος αυτής της πορείας. Στα μυστήρια της Εκκλησίας ιδίως
στη θεία Ευχαριστία ο άνθρωπος μεταμορφώνεται, ενώνεται με το Σώμα και το Αίμα
του Χριστού και γίνεται «σύσσωμος καὶ σύναιμος Χριστοῦ» (Ιγνάτιος ο Θεοφόρος).
Η ζωή εντός της Εκκλησίας είναι η ζωή του μέλλοντος αιώνος που ήδη έχει
ξεκινήσει, είναι η πραγματική κοινωνία στην αγάπη της Αγίας Τριάδος.
Η θέωση δεν είναι
υπερανθρώπινη τελείωση, είναι η αληθινή ανθρώπινη ύπαρξη. Ο Χριστός δεν ήρθε να
μας απο-ανθρωπίσει, αλλά να μας εξανθρωπίσει εν τω Θεῷ. Ο Άγιος Ιωάννης ο
Δαμασκηνός διδάσκει πως «ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος κατά
χάριν Θεός». Αυτή η δυναμική ομοίωσης δεν καταργεί τη φύση μας, την
τελειοποιεί, την αγιάζει, την καθιστά φως και αγάπη.
Σήμερα,
σε έναν κόσμο που έχει λησμονήσει τον σκοπό του, η κλήση προς την ομοίωση
γίνεται εσχατολογική πρόκληση.
Ο
άνθρωπος που ζει εν Χριστῷ γίνεται σημείο του μέλλοντος κόσμου, γίνεται φορέας
της αγάπης, της ειρήνης, της ανεξικακίας και της ελευθερίας. Είναι ο αληθινός
νέος άνθρωπος, που φανερώνει στους άλλους όχι τη δική του τελειότητα, αλλά το
κάλλος της Χάριτος που τον μεταμορφώνει.
Όστις νομίζει
εαυτόν τέλειον και άνθρωπον Θεού, εισέρχεται εις την οφθαλμίαν του πονηρού.