Τα Μυστικά της Άφθαρτης Ζωής.
Στην πνευματική πορεία, ο άνθρωπος συχνά παγιδεύεται από
το βάρος των προβλημάτων του και αναζητεί ανακούφιση σε αδιάκριτους
συνομιλητές. Όμως, κατά την πατερική σοφία, η απερίσκεπτη κοινολόγηση των
θλίψεων όχι μόνο δεν προσφέρει λύση, αλλά μπορεί να καταστεί αιτία λύπης ή και
εμπαιγμού. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος μας προτρέπει να εναποθέτουμε τον πόνο της
καρδίας μας στον Χριστό η στον πνευματικό οδηγό και όχι στους κοσμικούς: «Όσα
εν τω οίκω σου γίνονται, εν τω ταμιείω της ψυχής σου φύλαττε, και μόνον εις τον
Θεόν και εις τον πνευματικόν αποκαλύπτε» (Λόγος ΝΘ').
Η μέριμνα του κόσμου τούτου, κατά τον λόγο του Κυρίου,
«συμπνίγει τον λόγον» (Ματθ. 13,22). Πρόκειται για την πιο ύπουλη παγίδα, διότι
μεταμφιέζεται σε ευθύνη και πρόνοια, ενώ στην πραγματικότητα αποπροσανατολίζει
τον άνθρωπο από την αιώνια κλήση του. Όπως παρατηρεί ο Άγιος Ιωάννης ο
Χρυσόστομος: «Μέριμνα λέγεται το
πάθος εκείνο το οποίον, ενώ φαίνεται φυσικόν και χρήσιμον, εν τούτοις
καθίσταται αιτία πτώσεως» (PG 62, 338).
Η φροντίδα για τον πλούτο, για τα υλικά πράγματα, ακόμη
και για την ανθρώπινη δόξα, κλείνει τους πόρους του πνεύματος. Όπως το τσιγάρο
φράσσει τους φυσικούς πόρους του σώματος, έτσι και η προσκόλληση στη μέριμνα
φράσσει τη δεκτικότητα του ανθρώπου στη χάρη. Ο εγωισμός που είναι η βαθύτερη
ρίζα όλων των μεριμνών καθιστά τον άνθρωπο πνευματικά κουφό και τυφλό. Σε ένα
γκάλοπ που έγινε το 80% των ανθρώπων χαίρονται με τα προβλήματα σου το
19% δεν τους ενδιαφέρουν τα προβλήματα
σου. Και το 1% θα είναι αναγεννημένοι
άνθρωποι αυτοί που θα προσευχηθούν για σένα.
Ο διάβολος, κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, έχει τρία
κύρια όπλα: την κρίση, τη ζήλια και το ψεύδος· και κέντρο του θρόνου του είναι ο εγωισμός. Όποιος κρίνει και κατακρίνει, ήδη έχει γίνει όργανο εκείνου
που εναντιώνεται στην αλήθεια. Ο Χριστός, ενώ εδείκνυε παγκόσμια εξουσία,
«λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει» (Α’ Πέτρ. 2,23), και
μακαρίζει τους «δεδιωγμένους ένεκεν δικαιοσύνης» (Ματθ. 5,10).
Ο εγωιστής άνθρωπος όχι μόνο σκανδαλίζει, επειδή
στερείται της σοφίας του Θεού, αλλά και σκανδαλίζεται εύκολα, διότι δεν έχει
ρίζες ταπεινώσεως.
Η ταπεινοφροσύνη, λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος,
είναι η στολή της Θεότητας. Η
υπερηφάνεια, αντιθέτως, αλλοιώνει ακόμη και τη φυσιογνωμία του ανθρώπου, τον
καθιστά υπεροπτικό, απότομο, εσωστρεφή. Ο εγωιστής ομοιάζει με τον πετεινό, που
φωνάζει μεγαλόφωνα, δίχως να αντιλαμβάνεται πως έλκει την αλεπού δηλαδή την
πτώση.
Η πραγματική γνώση του εαυτού μας είναι η απαρχή της
καθάρσεως. Όσο γνωρίζουμε τον εσωτερικό μας κόσμο, τόσο στρέφουμε το βλέμμα μας
προς την ουράνια πατρίδα. Όπως μας λέγει ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος: «Εάν ο
άνθρωπος δεν αποκτήσει επίγνωση της ασθένειάς του, δεν θα προστρέξει στον ιατρό
Χριστό».
Ο αγώνας λοιπόν κατά του έτερου, πτωτικού εαυτού είναι ο
μόνος νόμιμος και θεάρεστος πόλεμος. Κάθε άλλη μάχη είναι είτε ματαιότητα είτε
παραπλάνηση.
Η σύγχρονη εποχή, εν μέσω πνευματικής συγχύσεως και
υλιστικής αλλοτριώσεως, προβάλλει ενώπιόν μας την ανάγκη μιας νέας πνευματικής
μαρτυρίας. Κατά την πρόνοια του Θεού, ο οποίος «θέλει πάντας σωθήναι και εις
επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ. 2,4), ανοίγονται στους ανθρώπους θύραι
σοφίας και αποκαλύψεως, αι οποίαι για αιώνες παρέμεναν κεκλεισμέναι λόγω της
ανθρώπινης ημιμάθειας και του ελλείμματος παιδαγωγίας. Η αποκάλυψη αυτή, καρπός
του πληρώματος του χρόνου (Γαλ. 4,4), δηλώνει ότι εισερχόμεθα σε έναν νέο
σωτηριολογικό και εσχατολογικό κύκλο, εντός του οποίου καλούμεθα να
συνεισφέρουμε ενεργά στην πνευματική ανάπλαση του κόσμου.
Η πτώση του ανθρώπου επέφερε την ανατροπή της σχέσεως
πνεύματος και ύλης. Ενώ κατά την αρχική θεολογική τάξη το πνεύμα προΐστατο της
ύλης, σήμερα παρατηρείται η κυριαρχία της ύλης επί του πνεύματος. Το αίτημα της
αντιστροφής αυτής της τάξης είναι θεμελιώδες στην κλήση του ανθρώπου προς τον
αγιασμό: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιος εἰμί» (Α΄ Πέτρ. 1,16). Η αποκατάσταση
του πνεύματος προϋποθέτει καθαρισμό και άσκηση, δηλαδή μία οντολογική
μεταστροφή του ανθρώπου από την κοσμικότητα προς την εν Χριστώ ζωή.
Εν τω παρόντι κόσμῳ, η κοινωνική και πνευματική κατάσταση
φανερώνει την αναβίωση της Βαβέλ, όχι μόνο ως ιστορικό γεγονός, αλλά ως
πνευματικό φαινόμενο.
Η διάσπαση του ενιαίου φρονήματος μεταξύ των ανθρώπων ακόμη
και εντός της Εκκλησίας προέρχεται από τον ατομικισμό και την απόλυτη
εμπιστοσύνη στην υποκειμενική κρίση. Η θεολογική αλήθεια, όμως, δεν δύναται να
γίνει αντικείμενο ατομικής ερμηνείας ξένης προς το εκκλησιαστικό σώμα, διότι
τούτο οδηγεί στον διχασμό, στον φανατισμό και, τελικώς, στην αποστασία: «Μὴ
κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε» (Ματθ. 7,1). Η κρίση, ως αυτονομημένη λειτουργία του
εγώ, λειτουργεί διαλυτικά εις βάρος της ενότητας της πίστεως και της κοινωνίας
του Αγίου Πνεύματος.
Ο άνθρωπος, καλούμενος να εισέλθει εν μετανοία εις τον Λόγο
του Θεού, οφείλει να μελετά και να εμβαθύνει στην Αγία Γραφή και την Ιερά
Παράδοση με διάθεση μαθητείας και υπακοής. Μόνον ο άνθρωπος ο οποίος γνωρίζει
τον εαυτό του («γνῶθι σεαυτόν») και την αξία του προσώπου εν Χριστώ μπορεί να
καταστεί «κληρονόμος Θεοῦ, συγκληρονόμος δὲ Χριστοῦ» (Ρωμ. 8,17). Η συμμετοχή
του πιστού στα μυστήρια, η ασκητική του ζωή και η υπακοή στο θέλημα του Θεού
τον καθιστούν συμμέτοχο της θείας δόξης.
Η φωνή του Θεού δεν έχει σιγήσει στην εποχή μας
αντιθέτως, καλεί τους «νέους μαθητές», ήτοι όλους όσοι έχουν λάβει την κλήση
της νέας ζωής εν Χριστώ, να αναλάβουν την ευθύνη του πνευματικού αγώνα. Ο
εσωτερικός πόλεμος προς την αμαρτία και το «μεσότοιχον του φραγμού» (Εφ. 2,14)
είναι πόλεμος προς κάθε μορφή διαίρεσης, είτε θρησκευτικής, είτε πολιτικής,
είτε πολιτισμικής και στοχεύει στην αναίρεση κάθε δομής που αντιστρατεύεται την
αγάπη του Χριστού.
Η πνευματική αναγέννηση, ως καρπός ελευθέρας βουλήσεως
και συνέργειας με τη Χάρη, προϋποθέτει θυσία του εγώ, απόρριψη της υλοφροσύνης
και αφιέρωση στον Θεό. Ο χρόνος που καταναλώνεται για την απόκτηση υλικών
αγαθών, εάν δεν ενταχθεί στην προοπτική της Βασιλείας του Θεού, γίνεται
«θάνατος ψυχής και σώματος». Ο υλισμός καταργεί τον πνευματικό χρόνο, εμποδίζει
την καλλιέργεια της υπαρξιακής αυτογνωσίας και αποστερεί τον άνθρωπο από την
εμπειρία του Θεού.
Ο αληθινός μαθητής του Χριστού καλείται να ζήσει εν
πνεύματι και αληθεία, να σηκώσει το φως του Ευαγγελίου στην κοινωνία του, να
καταδείξει εν τω βίῳ του ότι «ζῇ Κύριος» και ότι «οὐκέτι ἐγὼ ζῶ, ἀλλ᾿ ἐν ἐμοὶ
Χριστὸς ζῇ» (Γαλ. 2,20). Η πνευματική αυτή μαρτυρία δεν περιορίζεται σε λόγους,
αλλά απαιτεί συνέπεια ζωής, κοινωνική ευαισθησία και αγαπητική προσφορά.
Ο πειρασμός της απογοήτευσης και της δαιμονικής διαβολής
αποτελεί συστατικό στοιχείο της πνευματικής πορείας. Η πρώτη ενθουσιώδης πίστη
οφείλει να ενισχύεται διαρκώς με την προσευχή, τη νηστεία, τη συμμετοχή στη
θεία λατρεία και την αδιάλειπτη αναφορά στον Θεό. Ο διάβολος επιδιώκει να
οδηγήσει τον άνθρωπο πίσω «στὰς αὐλὰς τῆς ἁμαρτίας», όμως η πίστη, όταν είναι
ζώσα και εμπιστευτική, δεν κάμπτεται: «Ὅστις πιστεύει εἰς ἐμέ, ἔχει ζωὴν αἰώνιον,
καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται» (Ιω. 5,24).
Η θεολογία των εσχάτων δεν περιορίζεται σε
μελλοντολογικές προβολές, είναι κάλεσμα για ζωή αιώνια ήδη από το παρόν. Η εν
Χριστώ αναγέννηση δεν είναι ιδεολογία αλλά μεταμόρφωση του προσώπου. Η Βασιλεία
του Θεού αρχίζει «ἐντός ὑμῶν» (Λουκ. 17,21), και οι νέοι μαθητές καλούνται να
γίνουν φορείς αυτής της Βασιλείας μέσα στον κόσμο.
