Όπου μιλά ο Θεός.
Ο
Θεός μιλά με τρόπους ανεξιχνίαστους, αλλά όχι απροσπέλαστους. Μιλά με μία σκέψη
που γεννιέται ξαφνικά και φωτίζει το σκοτάδι μέσα σου. Με ένα όνειρο που δεν
ξεχνιέται, γιατί δεν προήλθε από την ψυχή σου αλλά την άγγιξε. Μιλά με έναν
άνθρωπο που βρέθηκε στην κατάλληλη στιγμή, με έναν πνευματικό που δεν σου
απάντησε απλώς, αλλά σου αποκάλυψε την καρδιά του Θεού. Μιλά με μία έμπνευση,
με μία σιωπή, με μία λέξη που σε ελευθερώνει από τον φόβο. Ο διάλογος με τον
Θεό δεν τρομάζει. Δεν σε περιορίζει, σε απελευθερώνει. Δεν σε ελέγχει, σε
μεταμορφώνει. Η Φωνή του είναι σαν συμφωνική ορχήστρα που γεμίζει τον εσωτερικό
σου χώρο με συγκίνηση, με δάκρυα που δεν είναι λύπης αλλά πληρότητας. Είναι η
φωνή που δεν εξουσιάζει, αλλά συγκινεί. Δεν απαιτεί, αλλά θεραπεύει. Δεν κατηγορεί,
αλλά σε καλεί με αγάπη όπως η φωνή του Πατέρα στον άσωτο, όπως το «Μαρία» που
αναγνώρισε η Μαγδαληνή την αυγή της Ανάστασης.
Το
βιβλίο αυτό δεν γράφτηκε για να εξηγήσει πώς μιλά ο Θεός, αλλά για να
υπενθυμίσει ότι μιλά. Ότι ο ουρανός δεν είναι βουβός, ούτε ο Θεός μακρινός. Η
φωνή του διατρέχει τον χρόνο, την ιστορία, τα Ευαγγέλια, τη ζωή των Αγίων, αλλά
και την πιο απλή, προσωπική στιγμή ενός ανθρώπου που τον αναζητά. Ίσως ήδη να
σου έχει μιλήσει. Ίσως να μην το κατάλαβες, ή να το θεώρησες σύμπτωση. Μα
Εκείνος δεν σταμάτησε. Γιατί Αυτός που μίλησε στην αρχή του κόσμου, Αυτός που
είπε «Γενηθήτω», είναι ο Ίδιος που ψιθυρίζει μέσα σου: «Εγώ είμαι εδώ». Αυτό το
βιβλίο είναι μία πρόσκληση να αναγνωρίσουμε αυτή τη φωνή. Να τη θυμηθούμε, να
τη ζητήσουμε, να της δώσουμε χώρο. Γιατί όπου μιλά ο Θεός εκεί γεννιέται ο
άνθρωπος αληθινά. Στο βιβλίο αυτό εξετάζεται η πολυτρόπως και πολυμερώς έκφραση
της θείας φωνής στην Αγία Γραφή. Από την αποκάλυψη στον Μωυσή στην καιόμενη
Βάτο, μέχρι τη φωνή του Πατρός κατά τη Βάπτιση του Χριστού και τη μεταμόρφωση
στο Θαβώρ, παρακολουθούμε τον Θεό που μιλά, οδηγεί, παρηγορεί και παιδαγωγεί.
Αναλύεται η διάκριση μεταξύ της εξωτερικής και εσωτερικής φωνής, και η θεολογία
του Λόγου ως υπόστασης και ενέργειας. Πατερικές ερμηνείες (Μ. Βασίλειος,
Χρυσόστομος, Αθανάσιος Αλεξανδρείας) εμπλουτίζουν τη γραμματολογική θεώρηση. Ο
Θεός μιλά στον άνθρωπο όχι μόνο απευθείας, αλλά και διαμέσου προσώπων, κυρίως
των πνευματικών οδηγών. Στην πατερική παράδοση, η πνευματική πατρότητα είναι
τόπος θείας φανέρωσης. Ο Γέροντας δεν είναι αυτόφωτος, είναι διαφανής της
Χάριτος. Το κεφάλαιο αναδεικνύει τη σημασία της διάκρισης, της ταπείνωσης και
της ακρόασης στην πνευματική καθοδήγηση. Συνδέεται επίσης με τη σύγχρονη
επιστήμη της συμβουλευτικής ψυχολογίας και τη θεολογική ψυχοδυναμική,
δείχνοντας πώς η φωνή του Θεού μπορεί να ανιχνευθεί και μέσα από τη σχέση
θεραπευτή, θεραπευόμενου, όταν αυτή δομείται σε εμπιστοσύνη, ελευθερία και
διάκριση.
Η
σιωπή του Θεού δεν είναι απουσία, είναι τρόπος παρουσίας που δοκιμάζει,
καθαίρει και μεταμορφώνει. Στην Παλαιά Διαθήκη, ο Ιώβ αντιμετωπίζει τη θεία
σιωπή, στην Καινή Διαθήκη, ο Χριστός
σιωπά ενώπιον του Πιλάτου. Στην πατερική γραμματεία (π.χ. Άγιος Ιωάννης της
Κλίμακος, Άγιος Ισαάκ ο Σύρος), η σιωπή γίνεται στάδιο καθάρσεως και μέσο
εσωτερικής θεογνωσίας. Το κεφάλαιο προσεγγίζει και τη βιωματική διάσταση της
ερήμου, καθώς και τις ψυχολογικές φάσεις της "σκοτεινής νύχτας της
ψυχής" κατά τον Άγιο Ιωάννη του Σταυρού, ερμηνεύοντας την εμπειρία της
«σιωπής του Θεού» ως στάδιο ωρίμανσης. Η φωνή που νομίζουμε πως ακούμε δεν
είναι πάντα θεία. Υπάρχουν ψυχικά φαινόμενα, φαντασιακές προεκτάσεις ή ακόμα
και παθολογικές καταστάσεις που μπορεί να εκληφθούν εσφαλμένα ως αποκάλυψη. Το
βιβλίο αυτό αναλύει την ανάγκη διάκρισης μεταξύ θείας εμπειρίας, ψυχολογικής
προβολής και εγωκεντρικής αυταπάτης. Γίνεται αναφορά στη διάκριση πνευμάτων
κατά τον Απόστολο Παύλο (Α' Κορ. 12,10), στις νουθεσίες των Πατέρων (π.χ. Αγ.
Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Ευάγριος ο Ποντικός) και στις παρατηρήσεις της
υπαρξιακής και αναλυτικής ψυχολογίας. Παρουσιάζονται και οι θεραπευτικοί
δείκτες που διακρίνουν την αληθινή πνευματική εμπειρία από τις ψυχογενείς
πλάνες. Ο σύγχρονος κόσμος φαινομενικά στέκεται μακριά από τη θεία επικοινωνία,
κατακλυσμένος από τεχνολογία, αποϊεροποίηση και σχετικισμό. Κι όμως, η ανάγκη
ακρόασης του Θεού παραμένει βαθιά και υπαρξιακή. Το κεφάλαιο εξετάζει τους
νέους τρόπους με τους οποίους ο Θεός φανερώνεται στον σύγχρονο άνθρωπο: μέσα
από κρίσεις, ερωτήματα, υπαρξιακές ρωγμές, καλλιτεχνικές δημιουργίες, ακόμη και
μέσα από την επιστήμη. Η νευροθεολογία, η ψυχολογία της θρησκευτικής εμπειρίας,
και η ποιμαντική στον ψηφιακό κόσμο φωτίζουν πτυχές του σύγχρονου «λόγου» του
Θεού. Ο Θεός μιλά ακόμη, το ερώτημα είναι αν διαθέτουμε τα κατάλληλα
"ακουστικά όργανα" για να τον ακούσουμε.
Δεν
σκέφτεσαι ποτέ μόνος, όταν ζητάς τον Θεό. Ο νους που στρέφεται στον Ουρανό
συνοδοιπορεί μυστικά με όλους εκείνους που πόθησαν να τον ακούσουν, με τους
Προφήτες που στάθηκαν στην άκρη της ερήμου και είδαν «όραμα Θεού», με τους
Πατέρες που έσκαψαν βαθιά στην καρδιά τους και βρήκαν το πηγάδι της άκτιστης
φωνής, με την ίδια τη Δημιουργία, η οποία «στενάζει και συναγωνιά» (Ρωμ. 8,22),
σαν να ζητά κι αυτή να ξανακούσει τον Λόγο που την έφερε στην ύπαρξη. Οι
Προφήτες δεν ήταν απλώς εκφραστές θείας βουλής. Ήταν άνθρωποι που άκουσαν. Και
επειδή άκουσαν, μίλησαν. Δεν μετέφεραν δικά τους λόγια, άφησαν μέσα τους χώρο
για τη φωνή Εκείνου που είναι πάνω από τον λόγο. Η φωνή του Θεού δεν ήρθε σε
αυτούς ως ιδέα, αλλά ως κλήση: «Ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων…» (Ιεζ. 1,3·
Ιερ. 1,4· Ιων. 1,1). Το ίδιο συμβαίνει και με κάθε άνθρωπο που σιωπά αρκετά
ώστε να γίνει δοχείο αποκαλύψεως.
Οι
Πατέρες της Εκκλησίας υπήρξαν συνεχιστές του προφητικού πνεύματος μέσα στο φως
της Χάριτος του Χριστού. Με διάκριση, προσευχή και αγώνα, απέκτησαν τα
«αισθητήρια γεγυμνασμένα» (Εβρ. 5,14), ώστε να αναγνωρίζουν τη φωνή του Θεού
από τις άλλες φωνές τις φωνές του
κόσμου, της πλάνης ή του ίδιου του εγωισμού. Η σκέψη τους δεν ήταν στοχαστική
θεωρία, ήταν έμπειρη θεολογία, καρπός κοινωνίας με τον Ζώντα Θεό. Και τέλος, η
Δημιουργία. Δεν είναι απλώς έργο, είναι
λόγος Θεού εγγεγραμμένος στον κόσμο. Ο Μέγας Βασίλειος μιλά για την «ερμηνεία
του σύμπαντος» ως θείας φανέρωσης, ο Μ.
Αθανάσιος θεωρεί ότι ο κόσμος είναι το «βιβλίο της σοφίας του Λόγου». Ο ουρανός
διηγείται δόξαν Θεού, η φύση δεν σιωπά, μα ομολογεί. Ο Θεός μίλησε στον κόσμο
με το «γενηθήτω», και συνεχίζει να μιλά σε όποιον διαβάζει το σύμπαν με
ευχαριστία, ταπείνωση και θεολογική ευαισθησία. Γι’ αυτό και το παρόν θεολογικό
δοκίμιο δεν αποτελεί προσωπικό λόγο, αλλά κοινή ακρόαση. Είναι σκέψη με τους
Προφήτες, γιατί ακούμε μαζί τους. Είναι σκέψη με τους Πατέρες, γιατί
δανειζόμαστε τη διάκρισή τους. Και είναι σκέψη με τη Δημιουργία, γιατί
αναπνέουμε τον ίδιο άνεμο του Πνεύματος.
Η
φωνή του Θεού δεν περιορίζεται. Ακούγεται σε κάθε εποχή. Και όπου Εκείνος μιλά,
ο άνθρωπος υπάρχει αληθινά.
Ο
Θεός δεν μιλά στον θόρυβο. Δεν αποκαλύπτεται στα πλήθη, στις επιδείξεις, στις
κραυγές του κόσμου. Ο Θεός καλεί τον άνθρωπο στην έρημο, τον τραβά στην
απομόνωση όχι για να τον τιμωρήσει, αλλά για να τον καθαρίσει. Όχι για να τον
πληγώσει, αλλά για να του μιλήσει. «16 Διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ πλανῶ αὐτὴν καὶ τάξω
αὐτὴν ὡς ἔρημον καὶ λαλήσω ἐπὶ τὴν καρδίαν αὐτῆς» (Ωσηέ 2,16). Θα την οδηγήσω
στην έρημο και θα της μιλήσω στην καρδιά της. Η έρημος δεν είναι τόπος
καταστροφής, είναι τόπος κάθαρσης. Εκεί όπου στερεύουν τα περιττά, αποσύρεται
το περιβάλλον, οι φωνές, οι επιθυμίες, οι περισπασμοί. Εκεί απομένει μόνο η
γυμνή καρδιά και ο Θεός. Και τότε, στη σιωπή αυτή που μοιάζει τρομακτική,
ακούγεται μια φωνή όχι από έξω, αλλά από μέσα. Όχι του ανθρώπου, αλλά του Θεού.
Ο
Μωυσής άκουσε τον Θεό στην έρημο. Ο Ηλίας συνάντησε τη θεία παρουσία όχι στον
σεισμό ούτε στη φωτιά, αλλά σε «ήχο λεπτού αέρος» (Γ' Βασ. 19,12). Ο Ιησούς
οδηγήθηκε από το Πνεύμα στην έρημο για να νηστέψει, να σιωπήσει, να νικήσει και να αποκαλύψει την ταυτότητά του όχι ενώπιον
του κόσμου, αλλά του Πατέρα. Στην πατερική παράδοση, η «ἔρημος» είναι όχι απλώς
γεωγραφικός τόπος, αλλά ψυχική και πνευματική κατάσταση. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος
λέει: Μείνε στο κελί σου και το
κελί θα σε διδάξει τα πάντα. Εκεί, ο άνθρωπος αναγκάζεται να
αντιμετωπίσει τον εαυτό του και όταν πια
δεν έχει πού αλλού να στραφεί, στρέφεται στον Θεό και Εκείνος απαντά. Η
ψυχολογία μιλά σήμερα για την ανάγκη της αποσυμπίεσης του ψυχισμού, της σιωπής,
της συνειδητής παύσης. Ο εγκέφαλος σε κατάσταση «σιωπής» δεν είναι αδρανής, είναι πιο ενεργός και εσωτερικά
συγκεντρωμένος. Η έρημος, τόσο ψυχολογικά όσο και πνευματικά, είναι ο τόπος της
αποκάλυψης. Μην φοβηθείς τη σιωπή. Μην αποφύγεις την εσωτερική έρημο. Μην
τρομάζεις στη μοναξιά. Γιατί εκεί, στην άκρα απουσία των άλλων, είναι που
αναδύεται η παρουσία του Θεού. Εκεί ακούγεται η φωνή του. Όχι για να σε
συντρίψει, αλλά για να σε καλέσει: «Ἄκουε, τέκνον μου, φωνὴν Κυρίου τοῦ Θεοῦ
σου…» (Παροιμ. 4,1) Αν λοιπόν ακούσεις μέσα στη σιωπή μια φωνή να σου λέει:
«Έλα στην έρημο», μην τρέξεις να φύγεις. Εκεί θα σε περιμένει ο Θεός. Στην
Παλαιά Διαθήκη, η έρημος είναι κατεξοχήν τόπος θείας παρουσίας και παιδαγωγίας.
Εκεί
ο Θεός κάλεσε τον Μωυσή (Έξοδος 3,1-4), εκεί συνάντησε τον Ηλία (Γ' Βασ.
19,11-12), εκεί οδηγήθηκε ο Ισραήλ για να μάθει την υπακοή και την εμπιστοσύνη
στον Θεό (Δευτ. 8,2-3). Ο Θεός λέει μέσω του προφήτη Ωσηέ: «Διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ ἐκθέλξω
αὐτὴν καὶ ἄξω αὐτὴν εἰς τὴν ἔρημον, καὶ λαλήσω ἐπὶ τὴν καρδίαν αὐτῆς» (Ωσηέ
2,14, LXX). Ο όρος λαλήσω ἐπὶ τὴν καρδίαν δεν είναι απλώς ποιητικός, δηλώνει
βαθιά, προσωπική, καρδιακή αποκάλυψη του θελήματος του Θεού. Στην έρημο λοιπόν
ο Θεός δεν σιωπά. Ο κόσμος σιωπά, και ο Θεός μιλά.
Ο Άγιος
Ισαάκ ο Σύρος γράφει: «Ἡ ἔρημος ἐστὶ μυστήριον, τόπος καθάρσεως, ἔκστασις τοῦ
νοός, φανέρωσις τοῦ Θεοῦ». (Λόγοι Ασκητικοί, Λόγος ΚΒ’) Ο Ισαάκ συνδέει την
έρημο με την έκσταση του νου και την φωτιστική εμπειρία της χάριτος. Στην
ησυχία, ο νους αποβάλλει τις αισθητές εικόνες και εισέρχεται στον χώρο της
θεογνωσίας. Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι μεγάλοι Πατέρες της Νήψεως Ευάγριος,
Μάξιμος, Ισαάκ, Ησύχιος, Συμεών ο Νέος Θεολόγος εφιστούν την προσοχή στην
εσωτερική σιωπή ως προϋπόθεση της θεοπτίας. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στη
Δεύτερη Θεολογική του Ομιλία (Λόγος 28), επισημαίνει πως: «Εἰ θεολόγος εἶ, ἐν
ησυχίᾳ γίνου…» και εξηγεί πως μόνο μέσα από την ησυχία και την απομάκρυνση από
τα πάθη μπορεί ο άνθρωπος να αναγνωρίσει την θεία φωνή. Στην Καινή Διαθήκη, η
έρημος γίνεται τόπος καθαγιασμένος από τον ίδιο τον Χριστό: «Τότε ὁ Ἰησοῦς ἀνήχθη
εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος» (Ματθ. 4,1), το Πνεύμα οδηγεί τον Χριστό στην
έρημο ως πρώτο βήμα της σωτηριολογικής του αποστολής, όχι για να τον
εγκαταλείψει, αλλά για να φανερώσει τη δύναμή του μες στη σιωπή και τον
πειρασμό. Η έρημος λειτουργεί θεραπευτικά. Είναι ένας «ασκητικός καθρέφτης»,
στον οποίο ο άνθρωπος αντικρίζει το πραγματικό του πρόσωπο.
Οι
Πατέρες αναγνωρίζουν τον ψυχικό κίνδυνο της εγωκεντρικής απομόνωσης, αλλά
διακρίνουν τη μετάνοια της καρδιάς από τη φυγή του κόσμου από έπαρση. Ο Άγιος
Ιωάννης της Κλίμακος επισημαίνει: «Ἡ ἡσυχία ἐστι γνῶσις τοῦ ἑαυτοῦ, θεμέλιον προσευχῆς, θάνατος τοῦ κόσμου· ἀνάστασις
τῶν λογισμῶν, βλεμματισμὸς τοῦ Θεοῦ.» (Κλίμαξ, Λόγος 27) Στην ψυχολογία της
πνευματικής ζωής, η σιωπή δεν είναι καταστολή, αλλά καθαρτική διαδικασία. Είναι
το «διάστημα» που χρειάζεται η ψυχή για να ανασάνει, να αποβάλει τον θόρυβο και
να αναγνωρίσει την ουσία. Η κλήση στην έρημο είναι κλήση προς εσωτερική
επιστροφή, προς καρδιακή ακρόαση, προς διάλογο με τον Θεό. Η φωνή του δεν
επιβάλλεται, προσκαλεί. Δεν κραυγάζει,
ψιθυρίζει μέσα στο βάθος της ύπαρξης.
Ο
Θεός δεν αποκαλύπτεται εν μέσω θορύβου, καλεί στην σιωπή, την ταπείνωση και την
εγρήγορση και εκεί, όπου δεν υπάρχει πια τίποτα άλλο, μιλά η φωνή του. Η
ανθρώπινη εμπειρία της πνευματικής οδύνης και του υπαρξιακού κενού συνιστά μία
από τις βαθύτερες αλήθειες της πορείας προς τη θέωση. Στιγμές που ο άνθρωπος,
πληγωμένος από την τραγικότητα του κόσμου, απευθύνει προς τον Θεό κραυγή γεμάτη
πόνο και καρδιακή αυθεντικότητα, είναι κοινές στην ιστορία κάθε προσευχής. Και
όμως, πολλές φορές, αντί η προσευχή να συναντήσει την παρουσία του, προσκρούει
σε μια απροσδόκητη θεϊκή σιωπή. Σιωπή, η οποία για τον μη καταρτισμένο ψυχικά
και πνευματικά άνθρωπο μπορεί να εκληφθεί ως απόδειξη της απουσίας ή ακόμη και
της ανυπαρξίας του. Οι λογισμοί, όπως παρατηρούν οι Πατέρες, όταν δεν
ελέγχονται, εύκολα μετατρέπονται σε δυνάμεις πλάνης και απελπισίας (Ἁγ. Ἰσαάκ ὁ
Σύρος, Λόγοι Ἀσκητικοί). Ωστόσο, η ίδια η Γραφή και η εμπειρία των αγίων
διδάσκει ότι η σιωπή του Θεού δεν αποτελεί ένδειξη αδιαφορίας, αλλά παιδαγωγία
και κάλεσμα σε βαθύτερη εμπιστοσύνη.
Όπως
λέγει ο Παύλος: «Πιστὸς δὲ ὁ Θεός, ὃς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ ὃ
δύνασθε, ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν» (Α΄ Κορ. 10,13). Η σιωπή
του, ενίοτε, γίνεται το πεδίο όπου ασκείται η πίστη όχι με όρους λογικής
βεβαιότητας, αλλά με όρους ερωτικής εμπιστοσύνης. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς,
με τη γνωστή του φράση «κάθε λόγος αμφισβητείται από άλλον λόγο, ποιος λόγος
όμως μπορεί να αμφισβητήσει τη ζωή;» (Λόγος Ε΄ περί προσευχής), αναδεικνύει τη
θεολογία του βιώματος ως έσχατο κριτήριο αληθείας.
Η
σχέση με τον Θεό δεν είναι σχέση νομική ή ανταποδοτική, αλλά ερωτική και
χαρισματική. Ο Θεός μιλά εντός της ύπαρξής μας με τρόπο μοναδικό και προσωπικό,
"κατ' οικονομίαν" και "κατά συγκατάβασιν", ώστε ο κάθε
άνθρωπος να μπορέσει να δεχθεί τη φανέρωσή του.
Γι'
αυτό και η θεία Παρουσία δεν επιβάλλεται αλλά δωρίζεται ως λεπτή αύρα (Γ΄ Βασ.
19,12), ως παρουσία σιγής που δοκιμάζει την αντοχή και την αγάπη του πιστού.
Όταν ο άνθρωπος επιμένει στην προσευχή παρά τη σιωπή, τότε η σχέση αυτή
καθαγιάζεται, εδραιώνεται και καθίσταται θεανθρώπινη. Η ψυχοσωματική διάσταση
του ανθρώπου δεν μένει αμέτοχη σε αυτή τη θεία παιδαγωγία.
Η
μνήμη των ευεργεσιών του Θεού, όταν παραμένει ζωντανή στο νου και την καρδιά,
γίνεται αντίδοτο στη λήθη ένα από τα πιο
επικίνδυνα πνευματικά αμαρτήματα, κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Η λήθη
αποκόπτει τον άνθρωπο από την ευγνωμοσύνη και, εν τέλει, από τη Χάρη. Η διαρκής
ανάμνηση της θείας αγάπης γίνεται «μνημοσύνη Θεού», δηλαδή προσευχή. Ο
βαπτισμένος άνθρωπος έχει δυνατότητα, αν όχι πάντα συνειδητότητα, της θείας
υιοθεσίας. Η μνήμη αυτής της υιοθεσίας ενισχύει την ελπίδα, τη σταθερότητα του
νοός, την προσδοκία της επανάληψης των ευεργεσιών. Εξάλλου, η θεία συγκατάβαση
δεν εκδηλώνεται με καθολικά σχήματα, αλλά διαμορφώνεται με απόλυτα προσωπικούς
τρόπους. Ο Θεός μιλά στον καθένα «με τη γλώσσα που καταλαβαίνει», όχι με όρους
ηθικής δικαίωσης ή λογικής τεκμηρίωσης, αλλά με όρους σχέσης και ερωτικής
εμπιστοσύνης. Ο Χριστός δεν είναι «μέθοδος» αλλά «πρόσωπο» που εισέρχεται στην
ανθρώπινη ύπαρξη και συνοδοιπορεί άλλοτε με δύναμη και άλλοτε με σιωπή, άλλοτε
με θαύμα και άλλοτε με σταυρό.
Η
σχέση με τον Θεό είναι σχέση που μοιάζει με εκείνη των ερωτευμένων: απρόβλεπτη,
ενίοτε βασανιστική, πάντοτε αποκαλυπτική. Αυτό τον τρόπο τον ψηλαφούμε μόνο
στον έρωτα». Και πράγματι, η αγάπη είναι εκείνη η δύναμη που επιτρέπει στον
άνθρωπο να υφίσταται τη σιωπή του αγαπημένου όχι ως απόρριψη αλλά ως μυστήριο,
όχι ως απουσία αλλά ως παρουσία αθέατη, απερινόητη και όμως παντοδύναμη.
Η
θεολογία του πόνου και της αναμονής δεν είναι θεολογία της ήττας αλλά της
σχέσης. Η σιωπή του Θεού δεν διασπά την κοινωνία, αλλά την βαθαίνει. Διότι «ἐν ὑπομονῇ
κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν» (Λουκ. 21,19). Και η υπομονή αυτή είναι η πιο εκκωφαντική
μαρτυρία της πίστης.
