Ο δρόμος της σωτηρίας και της ζωής.

 


Οι εντολές του Χριστού. — Ο δρόμος της σωτηρίας και της ζωής.

 

Όταν ο άνθρωπος ακούει τη λέξη «εντολή», πολλές φορές σκέφτεται έναν νόμο, μια απαγόρευση, έναν εξωτερικό κανόνα που πρέπει να τηρήσει για να αποφύγει μια τιμωρία. Όμως, όταν ανοίγουμε το Ευαγγέλιο και ακούμε τις εντολές του Χριστού, συναντούμε κάτι πολύ βαθύτερο. Ο Χριστός δεν ήρθε απλώς να δώσει στον άνθρωπο έναν κατάλογο θρησκευτικών κανόνων. Ήρθε να του δείξει τον δρόμο προς τον Πατέρα, να τον καλέσει σε μετάνοια, να τον ελευθερώσει από τη δουλεία της αμαρτίας και να του προσφέρει ζωή. Γι’ αυτό οι εντολές του Χριστού δεν πρέπει να διαβάζονται σαν ψυχρός νομικός κώδικας. Είναι λόγια ζωής. Είναι προσκλήσεις προς τον άνθρωπο να αφήσει τον παλαιό τρόπο υπάρξεως και να εισέλθει στη ζωή της Βασιλείας του Θεού.

 

Ο ίδιος ο Χριστός λέει: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». Δεν λέει απλώς «σας δείχνω έναν δρόμο». Ο ίδιος είναι ο Δρόμος. Επομένως, όταν ακούμε τις εντολές του, δεν πρέπει να ακούμε μόνο τι πρέπει να κάνουμε, αλλά ποιον καλούμαστε να ακολουθήσουμε. Η πρώτη μεγάλη πρόσκληση του Χριστού είναι: «Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ». Η σωτηρία αρχίζει με τη μετάνοια. Μετάνοια δεν σημαίνει απλώς να λυπηθώ επειδή έκανα κάτι κακό. Σημαίνει αλλαγή νου, αλλαγή κατεύθυνσης, επιστροφή του ανθρώπου από τον δρόμο της απομάκρυνσης προς τον Θεό. Ο άνθρωπος σταματά να δικαιολογεί συνεχώς τον εαυτό του και αναγνωρίζει ότι χρειάζεται τον Θεό. Γι’ αυτό ο Χριστός καλεί ταυτόχρονα: «Πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ». Δεν αρκεί όμως μια διανοητική παραδοχή ότι ο Θεός υπάρχει.

 

Η πίστη του Ευαγγελίου είναι εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Χριστού, παράδοση της ζωής σε Εκείνον και είσοδος σε μια καινούργια σχέση μαζί Του. Έπειτα ο Χριστός δίνει μια από τις πιο θεμελιώδεις εντολές Του: «Ἀκολουθεῖ μοι». «Ακολούθησέ Με». Δεν είπε απλώς «θαυμάζετέ Με», ούτε «ακούστε Με περιστασιακά». Ζήτησε να Τον ακολουθήσουμε. Και η ακολουθία αυτή δεν είναι μόνο λόγια. Είναι τρόπος ζωής. Γι’ αυτό λέει: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι». Εδώ βρίσκεται μία από τις βαθύτερες εντολές του Ευαγγελίου. Ο Χριστός δεν καταργεί την ελευθερία του ανθρώπου. Λέει «εἴ τις θέλει». Ο άνθρωπος καλείται ελεύθερα. Όμως, εάν θέλει να Τον ακολουθήσει, πρέπει να αρνηθεί τον παλαιό εγωκεντρικό εαυτό του, να σηκώσει τον σταυρό του και να ακολουθήσει τον Χριστό. Η αυτοάρνηση εδώ δεν σημαίνει περιφρόνηση της ανθρώπινης υπάρξεως. Σημαίνει άρνηση του εγωισμού που θέλει να γίνει θεός χωρίς τον Θεό. Σημαίνει να πάψει το «θέλω μόνο το δικό μου» να είναι ο κυβερνήτης της ζωής. Ο Χριστός μάς καλεί επίσης: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου». Αυτή είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Ο Θεός δεν ζητά ένα μικρό τμήμα της υπάρξεώς μας. Ζητά ολόκληρη την καρδιά. Και αμέσως προσθέτει: «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Εδώ ο Χριστός ενώνει την αγάπη προς τον Θεό με την αγάπη προς τον άνθρωπο. Δεν μπορώ να λέω ότι αγαπώ τον Θεό και ταυτόχρονα να περιφρονώ τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα μου.

 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιμένει ακριβώς σε αυτή την αλήθεια: η αγάπη προς τον Θεό δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από την έμπρακτη αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Γι’ αυτό ο Χριστός προχωρά ακόμη βαθύτερα και λέει: «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν». Δεν μας καλεί μόνο να ανεχόμαστε τον εχθρό. Μας καλεί να τον αγαπάμε, να ευλογούμε εκείνους που μας καταρώνται, να ευεργετούμε εκείνους που μας μισούν και να προσευχόμαστε για εκείνους που μας κακομεταχειρίζονται. Αυτή είναι μία από τις πιο δύσκολες εντολές του Χριστού και ταυτόχρονα μία από τις πιο χαρακτηριστικές αποκαλύψεις της δικής Του ζωής. Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό προσεύχεται για εκείνους που Τον σταυρώνουν. Έτσι η εντολή δεν είναι θεωρία. Είναι ο ίδιος ο Χριστός που γίνεται πράξη. Ο Χριστός επίσης λέει: «Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος». Η συγχώρηση επομένως δεν είναι μια δευτερεύουσα αρετή. Βρίσκεται στην καρδιά της χριστιανικής ζωής.

 

Γι’ αυτό μας δίδαξε να προσευχόμαστε: «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Δηλαδή ζητούμε από τον Θεό να μας συγχωρήσει με τρόπο που συνδέεται με τη δική μας διάθεση να συγχωρούμε. Ο άνθρωπος που θέλει το έλεος του Θεού αλλά αρνείται πεισματικά να ελεήσει τον άλλον δεν έχει καταλάβει ακόμη το πνεύμα του Ευαγγελίου. Ο Χριστός δίνει ακόμη μία εντολή που αγγίζει τη ρίζα της ανθρώπινης συμπεριφοράς: «Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε». Δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταργήσουμε τη διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Σημαίνει ότι δεν πρέπει να παίρνουμε τη θέση του τελικού κριτή της καρδιάς του άλλου. Ο άνθρωπος βλέπει την πράξη, ο Θεός γνωρίζει την καρδιά, τις πληγές, τις συνθήκες και όσα εμείς δεν γνωρίζουμε. Ο Χριστός μας καλεί πρώτα να βγάλουμε το δοκάρι από το δικό μας μάτι και ύστερα να δούμε το ξυλάκι στο μάτι του αδελφού μας. Έτσι η εντολή του Χριστού γίνεται πρόσκληση στην αυτοεξέταση. Πριν διορθώσω τον άλλον, ας κοιτάξω εμένα. Πριν καταδικάσω, ας μετανοήσω. Πριν μιλήσω για την αμαρτία του άλλου, ας δω τη δική μου καρδιά. Ο Χριστός μάς καλεί επίσης σε συμφιλίωση. Λέει ότι εάν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε το δώρο και πρώτα συμφιλιώσου μαζί του. Τι συγκλονιστική διδασκαλία! Ο Θεός δεν θέλει μια εξωτερική λατρεία που συνυπάρχει με εσωτερικό μίσος. Θέλει καρδιά που αναζητά την ειρήνη. Γι’ αυτό η σχέση μας με τον Θεό δεν μπορεί να αποκοπεί από τη σχέση μας με τον συνάνθρωπο. Ο Χριστός μάς καλεί επίσης να είμαστε ελεήμονες: «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθώς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστίν». Η σωτηρία δεν είναι μόνο να αποφεύγω το κακό. Είναι να γίνομαι άνθρωπος ελέους. Να βλέπω τον πονεμένο και να μην προσπερνώ. Να βλέπω τον φτωχό και να μη γυρίζω το πρόσωπο. Να βλέπω εκείνον που έχει ανάγκη και να προσπαθώ να βοηθήσω. Ο Χριστός το κάνει ακόμη πιο συγκεκριμένο στην παραβολή της Τελικής Κρίσεως: «Ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με». Και καταλήγει: «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε».

 

Εδώ ο Χριστός αποκαλύπτει κάτι που δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε: ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον άνθρωπο γίνεται ενώπιον του Θεού μαρτυρία για τη δική μας καρδιά. Ο Χριστός μας καλεί επίσης να μην περιορίζουμε την ηθική στην εξωτερική πράξη. Στην επί του Όρους Ομιλία αποκαλύπτει ότι η αμαρτία αρχίζει βαθύτερα, στην καρδιά. Δεν αρκεί να μην έχω διαπράξει φόνο, εάν καλλιεργώ μέσα μου μίσος. Δεν αρκεί να μην έχω διαπράξει εξωτερικά μια πράξη μοιχείας, εάν καλλιεργώ μέσα μου εμπαθή επιθυμία. Ο Χριστός θέλει να θεραπεύσει την πηγή της πράξεως, όχι μόνο την εξωτερική της μορφή. Γι’ αυτό λέει: «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Η καθαρότητα της καρδιάς είναι δρόμος προς τη θέα του Θεού. Ο Χριστός μάς διδάσκει επίσης την αλήθεια: «Ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναί, ναί, οὔ, οὔ». Ο χριστιανός δεν χρειάζεται να ζει με ψέματα, υπεκφυγές και διπροσωπία. Η αλήθεια πρέπει να γίνεται τρόπος υπάρξεως. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι χρησιμοποιώ την «ειλικρίνειά» μου για να πληγώνω τους άλλους. Η αλήθεια του Χριστού πάντοτε συνδέεται με την αγάπη.

 

Ο Χριστός μας καλεί ακόμη να μην υπηρετούμε ταυτόχρονα τον Θεό και το χρήμα: «Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ». Δεν καταδικάζει την ύπαρξη των υλικών αγαθών, αλλά την υποδούλωση της καρδιάς σε αυτά. Ο άνθρωπος μπορεί να έχει χρήματα και να είναι ελεύθερος από αυτά. Μπορεί όμως να μην έχει πολλά και να είναι εσωτερικά δούλος του πλούτου. Γι’ αυτό ο Χριστός λέει: «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς», αλλά να θησαυρίζουμε θησαυρούς στον ουρανό. Η εντολή αυτή δεν αφορά μόνο τα χρήματα. Αφορά ολόκληρο τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε τη ζωή. Τι θεωρώ θησαυρό μου; Τι προσπαθώ να μη χάσω; Πού βρίσκεται η καρδιά μου; Γιατί, όπως λέει ο Χριστός, «ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός σου, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία σου». Ο Χριστός μάς καλεί επίσης να μη ζούμε μέσα στην αγωνιώδη μέριμνα σαν να μην υπάρχει Θεός. «Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον». Δεν σημαίνει να γίνουμε αδιάφοροι ή να εγκαταλείψουμε τις ευθύνες μας. Σημαίνει να μην αφήσουμε τον φόβο για το αύριο να καταπιεί την πίστη μας. «Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ». Αυτή είναι η προτεραιότητα του χριστιανού. Πρώτα η Βασιλεία του Θεού. Πρώτα η σχέση με τον Θεό. Και τα υπόλοιπα μπαίνουν στη σωστή τους θέση. Ο Χριστός μας διδάσκει επίσης πώς να προσευχόμαστε. Μας δίνει το «Πάτερ ἡμῶν». Μας διδάσκει να προσευχόμαστε με εμπιστοσύνη, αλλά και με επιμονή: «Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε, κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν». Η προσευχή δεν είναι μαγικός μηχανισμός για να αναγκάσω τον Θεό να κάνει αυτό που θέλω. Είναι σχέση εμπιστοσύνης με τον Πατέρα. Γι’ αυτό ο Χριστός μάς διδάσκει επίσης να προσευχόμαστε χωρίς επίδειξη: «Μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταί».

 

Να μην κάνουμε την προσευχή θέατρο. Να μη χρησιμοποιούμε τον Θεό για να δημιουργούμε εικόνα αγιότητας μπροστά στους ανθρώπους. Το ίδιο διδάσκει και για την ελεημοσύνη και τη νηστεία. «Μὴ ποιεῖτε τὴν δικαιοσύνην ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεαθῆναι». Η πνευματική ζωή χάνει την αλήθεια της όταν γίνεται επίδειξη. Ο Θεός βλέπει το κρυφό. Βλέπει εκεί που δεν βλέπει κανένας άνθρωπος. Ο Χριστός μας καλεί να νηστεύουμε χωρίς να δημιουργούμε εικόνα πένθους για να μας θαυμάσουν οι άλλοι. Μας καλεί να κάνουμε ελεημοσύνη χωρίς να χρησιμοποιούμε τον φτωχό για να προβάλουμε τον εαυτό μας. Μας καλεί να προσευχόμαστε χωρίς να χρησιμοποιούμε την προσευχή ως μέσο αυτοπροβολής. Ο Χριστός επίσης λέει: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πραΰς εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ». Η ταπείνωση δεν είναι αδυναμία. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος ελευθερώνεται από την ανάγκη να είναι πάντοτε πρώτος. Ο Χριστός λέει: «Ὅστις θέλει ἐν ὑμῖν γενέσθαι μέγας, ἔσται ὑμῶν διάκονος». Και ακόμη: «Ὅστις θέλει ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος». Αυτή είναι η ανατροπή των ανθρώπινων κριτηρίων. Ο κόσμος λέει ότι μεγάλος είναι εκείνος που εξουσιάζει.

 

Ο Χριστός λέει ότι μεγάλος είναι εκείνος που υπηρετεί. Ο κόσμος λέει ότι πρώτος είναι εκείνος που βρίσκεται πάνω από τους άλλους. Ο Χριστός λέει ότι πρώτος γίνεται εκείνος που γίνεται υπηρέτης. Και ο ίδιος ο Χριστός δεν έμεινε στη θεωρία. Έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του. Ο Χριστός μας καλεί ακόμη να γίνουμε «ἅλας τῆς γῆς» και «φῶς τοῦ κόσμου». Δεν μας καλεί να κρυφτούμε από τον κόσμο, αλλά να ζήσουμε μέσα στον κόσμο χωρίς να γίνουμε δούλοι του σκοταδιού του. Το φως δεν φωνάζει ότι είναι φως. Φωτίζει. Έτσι και ο χριστιανός δεν χρειάζεται να διακηρύσσει συνεχώς πόσο χριστιανός είναι. Η ζωή του πρέπει να μαρτυρεί τον Χριστό. «Οὕτως λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων», λέει ο Κύριος, «ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν». Ο Χριστός μας καλεί να τηρούμε τις εντολές Του, αλλά η τήρηση αυτή δεν είναι ένας τρόπος να αγοράσουμε τη σωτηρία. Είναι καρπός της αγάπης. Γι’ αυτό λέει: «Ἐάν με ἀγαπᾶτε, τὰς ἐντολάς μου τηρήσατε». Η υπακοή στον Χριστό είναι έκφραση αγάπης προς Εκείνον. Δεν υπακούω επειδή φοβάμαι έναν τύραννο. Υπακούω επειδή αγαπώ Εκείνον που με αγαπά και θέλω να ζήσω σύμφωνα με το θέλημά Του. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής επιμένει ότι η τήρηση των εντολών οδηγεί τον άνθρωπο στη θεραπεία των παθών και στην απόκτηση των αρετών. Οι εντολές δεν είναι αυθαίρετα εμπόδια που έβαλε ο Θεός μπροστά στον άνθρωπο. Είναι δρόμος θεραπείας. Όπως ένας γιατρός δίνει οδηγίες όχι για να βασανίσει τον ασθενή αλλά για να τον οδηγήσει στην υγεία, έτσι και οι εντολές του Θεού οδηγούν τον άνθρωπο προς την πνευματική υγεία. Ο Χριστός λέει επίσης: «Μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν». Δεν αρκεί να γνωρίζουμε τις εντολές του. Χρειάζεται να μένουμε ενωμένοι μαζί Του. Ο Χριστός είναι η άμπελος και εμείς τα κλήματα. Χωρίς Εκείνον δεν μπορούμε να καρποφορήσουμε. Αυτό σημαίνει ότι η χριστιανική ζωή δεν είναι προσπάθεια ενός ανθρώπου που προσπαθεί μόνος του να γίνει καλός. Είναι ζωή κοινωνίας με τον Χριστό και συνεργασία με τη χάρη του.

 

Ο Χριστός μας καλεί ακόμη να φυλάμε τον εαυτό μας από τη σκανδαλοποιία, να μη γινόμαστε αιτία πτώσεως για τον αδελφό μας. Μας καλεί να αναζητούμε τον πλανημένο, όπως ο ποιμένας αναζητά το χαμένο πρόβατο. Μας καλεί να αντιμετωπίζουμε τον αδελφό που αμάρτησε με διάκριση και σκοπό τη διόρθωση και όχι τη δημόσια διαπόμπευσή του. Μας καλεί να προσευχόμαστε για εκείνους που μας μισούν. Μας καλεί να μην ανταποδίδουμε το κακό με κακό. Μας καλεί να υπηρετούμε και όχι να εξουσιάζουμε. Μας καλεί να γινόμαστε σαν τα παιδιά ως προς την ταπείνωση και την απλότητα της καρδιάς, όχι ως προς την ανωριμότητα. Μας καλεί να προσέχουμε τους μικρούς και αδύναμους και να μην περιφρονούμε κανέναν. Ο Χριστός δίνει ακόμη μία φοβερή προειδοποίηση: «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε». Η πνευματική ζωή χρειάζεται εγρήγορση. Δεν αρκεί να ξεκινήσει κάποιος καλά. Χρειάζεται να επιμείνει μέχρι τέλους.

 

Γι’ αυτό ο Χριστός λέει: «Ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται». Η σωτηρία δεν είναι μια στιγμιαία συναισθηματική εμπειρία. Είναι δρόμος ζωής, αγώνας, μετάνοια, υπομονή, πίστη και παραμονή στον Χριστό μέχρι τέλους. Ο Χριστός μάς καλεί επίσης να ζητούμε πρώτα τη Βασιλεία του Θεού, να είμαστε έτοιμοι για την παρουσία Του και να μη ζούμε σαν να είναι η παρούσα ζωή το απόλυτο τέλος. «Γρηγορεῖτε οὖν», λέει, «ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται». Αυτό δεν είναι πρόσκληση σε πανικό. Είναι πρόσκληση σε πνευματική ετοιμότητα. Να ζούμε σήμερα έτσι ώστε, εάν η ζωή μας τελειώσει σήμερα, να μη χρειάζεται να ντραπούμε για τον τρόπο με τον οποίο ζήσαμε. Και όταν ένας άνθρωπος ρωτά τον Χριστό: «Τί ποιήσω ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;», ο Κύριος τον οδηγεί στις εντολές. Και όταν εκείνος λέει ότι τις τήρησε, ο Χριστός αποκαλύπτει το βαθύτερο πρόβλημα της καρδιάς του: «Ἕν σοι λείπει». Η εξωτερική τήρηση δεν είναι πάντα αρκετή. Μπορεί κάποιος να τηρεί εξωτερικούς κανόνες και η καρδιά του να παραμένει δεμένη με κάτι άλλο. Γι’ αυτό ο Χριστός ζητά ολόκληρη την καρδιά. Σε άλλον λέει: «Πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ διάδος πτωχοῖς... καὶ δεῦρο, ἀκολούθει μοι». Δεν σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι καλούνται με τον ίδιο ακριβώς εξωτερικό τρόπο να πουλήσουν όλα τα υπάρχοντά τους. Σημαίνει ότι τίποτε δεν πρέπει να γίνει αφεντικό της καρδιάς μας πάνω από τον Χριστό. Για κάποιον είναι τα χρήματα. Για άλλον η δόξα. Για άλλον η εξουσία. Για άλλον η ηδονή. Για άλλον η γνώμη των ανθρώπων. Για άλλον ο εγωισμός. Η εντολή του Χριστού είναι να μη γίνει κανένα από αυτά θεός μας. Και όταν ο Κύριος λέει στον πλούσιο νέο να Τον ακολουθήσει, φανερώνει ότι η σωτηρία δεν είναι απλώς να γνωρίζω τις εντολές. Είναι να αφήσω τον Χριστό να γίνει το κέντρο της υπάρξεώς μου. Ο Χριστός επίσης μας δίνει την εντολή της πίστεως στη Θεία Ευχαριστία. Στον λόγο Του λέει: «Λάβετε, φάγετε, τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου» και «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου». Και στην τελευταία εντολή Του προς τους μαθητές πριν από την Ανάληψη λέει: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς... διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν». Εδώ βλέπουμε ότι ο Χριστός δεν ζητά απλώς να δημιουργήσουμε ανθρώπους που γνωρίζουν κάποια λόγια. Ζητά μαθητές, ανθρώπους που βαπτίζονται, διδάσκονται και μαθαίνουν να τηρούν όλα όσα Εκείνος παρέδωσε. Και προσθέτει τη μεγάλη υπόσχεση: «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας».

 

Ο Χριστός δεν αφήνει τον άνθρωπο μόνο του απέναντι στις εντολές Του. Είναι μαζί του. Αυτό είναι το κλειδί για να καταλάβουμε ολόκληρο το Ευαγγέλιο. Οι εντολές του Χριστού δεν είναι ένας βαρύς κατάλογος που πρέπει ο άνθρωπος να σηκώσει μόνος του. Είναι ο δρόμος στον οποίο περπατά μαζί με τον Χριστό. Και γι’ αυτό ο Χριστός λέει: «Ὁ ζυγός μου χρηστός ἐστι καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν». Δεν είναι εύκολο με την έννοια ότι δεν απαιτεί αγώνα. Είναι όμως χρηστό, διότι οδηγεί στη ζωή. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξηγεί ότι ο Χριστός δεν δίνει εντολές για να συντρίψει τον άνθρωπο, αλλά για να τον οδηγήσει στην αρετή και στην ελευθερία. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, μιλώντας για την πνευματική πορεία, μας βοηθά να καταλάβουμε ότι η υπακοή στον Θεό δεν είναι απλώς εξωτερική συμμόρφωση. Η χάρη μεταμορφώνει την καρδιά και ο άνθρωπος αρχίζει να αγαπά εκείνο που πριν του φαινόταν δύσκολο.

 

Έτσι οι εντολές περνούν από τις πλάκες της γραφής στην καρδιά του ανθρώπου. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα σε έναν άνθρωπο που φοβάται απλώς την τιμωρία και σε έναν άνθρωπο που αγαπά τον Χριστό. Ο πρώτος ρωτά: «Μέχρι πού μπορώ να φτάσω χωρίς να θεωρηθεί αμαρτία;» Ο δεύτερος ρωτά: «Πώς μπορώ να αγαπήσω περισσότερο τον Χριστό;» Ο πρώτος αναζητά το ελάχιστο. Ο δεύτερος αναζητά το πλήρωμα. Ο πρώτος βλέπει την εντολή ως όριο. Ο δεύτερος τη βλέπει ως δρόμο. Και τότε καταλαβαίνουμε το νόημα των λόγων του Χριστού: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς». Η αγάπη δεν είναι απλώς μία ανάμεσα στις πολλές χριστιανικές αρετές. Είναι ο τρόπος με τον οποίο εκπληρώνεται ολόκληρος ο νόμος του Χριστού. Αλλά η αγάπη του Χριστού δεν είναι ένα αόριστο συναίσθημα. Είναι σταυρική αγάπη. Είναι αγάπη που θυσιάζεται, συγχωρεί, υπηρετεί, υπομένει, λέει την αλήθεια, ελεεί και δεν ζητά μόνο το δικό της. Γι’ αυτό ο Χριστός συνδέει την αγάπη με την τήρηση των εντολών: «Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με». Έτσι, στο τέλος, όλες οι εντολές του Χριστού οδηγούν σε ένα κεντρικό σημείο: να αγαπήσει ο άνθρωπος τον Θεό και να αγαπήσει τον άνθρωπο. Να μετανοήσει, να πιστέψει, να ακολουθήσει, να συγχωρήσει, να ελεήσει, να προσευχηθεί, να νηστέψει χωρίς επίδειξη, να δώσει χωρίς να περιμένει ανταπόδοση, να υπηρετήσει, να γίνει ταπεινός, να καθαρίσει την καρδιά του, να προσέξει τα λόγια και τις πράξεις του, να συμφιλιωθεί, να μη γίνεται αιτία πτώσεως του άλλου, να φροντίσει τον φτωχό και τον αδύναμο, να μείνει ενωμένος με τον Χριστό, να συμμετέχει στη ζωή της Εκκλησίας, να βαπτισθεί και να μαθητεύσει, να κοινωνεί με πίστη και προετοιμασία, να γρηγορεί και να επιμένει μέχρι τέλους. Όλα αυτά όμως δεν είναι σκαλοπάτια με τα οποία ο άνθρωπος αγοράζει τη σωτηρία από τον Θεό.

 

Η σωτηρία είναι χάρη του Θεού και δωρεά εν Χριστώ. Ο άνθρωπος όμως καλείται να δεχθεί αυτή τη δωρεά με πίστη που ενεργείται διά της αγάπης. Η εντολή επομένως δεν είναι το αντίθετο της χάρης. Η εντολή είναι ο δρόμος στον οποίο ο άνθρωπος συνεργάζεται ελεύθερα με τη χάρη. Γι’ αυτό ο Χριστός δεν είπε: «Θα σας σώσω, επομένως δεν έχει σημασία πώς θα ζήσετε». Είπε: «Ἐὰν θέλεις εἰς τὴν ζωήν εἰσελθεῖν, τήρησον τὰς ἐντολάς». Και όταν κάποιος θέλει να γίνει μαθητής Του, του λέει: «Ἀκολούθει μοι». Εδώ βρίσκεται το μεγάλο μυστήριο της χριστιανικής ζωής: ο Χριστός προσφέρει δωρεάν τη σωτηρία, αλλά δεν μας καλεί να παραμείνουμε ίδιοι. Μας καλεί να μεταμορφωθούμε. Δεν μας ζητά να αγοράσουμε την αγάπη Του. Μας ζητά να δεχθούμε την αγάπη Του και να επιτρέψουμε σε αυτή την αγάπη να γίνει ζωή μέσα μας. Γι’ αυτό ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής βλέπει στις εντολές του Χριστού τον δρόμο που θεραπεύει τις δυνάμεις της ψυχής και οδηγεί τον άνθρωπο προς την ομοίωση με τον Θεό. Και ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος μας θυμίζει ότι όταν η καρδιά αποκτήσει έλεος, η εσωτερική της κατάσταση αλλάζει. Δεν γίνεται ο άνθρωπος χριστιανός επειδή έμαθε να χρησιμοποιεί πολλές θρησκευτικές λέξεις.

 

Γίνεται χριστιανός όταν ο Χριστός αρχίζει να μορφώνεται μέσα του. Επομένως, εάν θέλουμε να εξετάσουμε ειλικρινά τη ζωή μας, δεν πρέπει να ρωτήσουμε μόνο «πόσες εντολές γνωρίζω;». Πρέπει να ρωτήσουμε: «Πόσο αγαπώ; Πόσο συγχωρώ; Πόσο ελεώ; Πόσο προσεύχομαι; Πόσο μετανοώ; Πόσο υπηρετώ; Πόσο αντιστέκομαι στον εγωισμό μου; Πόσο προσπαθώ να μείνω στον Χριστό; Πόσο η ζωή μου μοιάζει με τη ζωή που μου έδειξε Εκείνος;» Γιατί στο τέλος δεν θα σωθούμε επειδή μάθαμε έναν κατάλογο εντολών απ' έξω, αλλά επειδή, με τη χάρη του Θεού, γίναμε μαθητές του Χριστού. Και ο μαθητής δεν είναι εκείνος που απλώς γνωρίζει τι είπε ο Δάσκαλος. Είναι εκείνος που προσπαθεί να ζήσει όπως δίδαξε ο Δάσκαλος. Ο Χριστός λοιπόν μας λέει: «Μετανοεῖτε». «Πιστεύετε». «Ἀκολουθεῖτέ μοι». «Ἀγαπᾶτε τὸν Θεόν». «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας». «Συγχωρεῖτε». «Προσεύχεσθε». «Γρηγορεῖτε». «Μὴ κρίνετε». «Γίνεσθε ἐλεήμονες». «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν Βασιλείαν». «Μὴ θησαυρίζετε ἐπὶ τῆς γῆς». «Μείνατε ἐν ἐμοί». «Τηρεῖτε τὰς ἐντολάς μου». «Λάβετε, φάγετε». «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη». Και πάνω από όλα μάς δείχνει με τη δική Του ζωή τι σημαίνουν αυτά τα λόγια. Γιατί ο Χριστός δεν είναι μόνο Εκείνος που έδωσε τις εντολές. Είναι Εκείνος που τις έζησε τέλεια. Εκείνος που συγχώρησε. Εκείνος που υπηρέτησε. Εκείνος που αγάπησε τους εχθρούς Του. Εκείνος που προσευχήθηκε για τους σταυρωτές Του. Εκείνος που ταπεινώθηκε. Εκείνος που παρέδωσε τη ζωή Του. Εκείνος που νίκησε τον θάνατο. Γι’ αυτό ο δρόμος των εντολών δεν οδηγεί απλώς σε μια καλύτερη ηθική συμπεριφορά. Οδηγεί στο Πρόσωπο του Χριστού. Και η σωτηρία δεν είναι τίποτε άλλο από το να ενωθεί ο άνθρωπος με Αυτόν, να θεραπευθεί από την αμαρτία, να γίνει μέτοχος της ζωής Του και να εισέλθει στη Βασιλεία του Θεού. Έτσι πρέπει να διαβάζουμε τις εντολές του Χριστού: όχι σαν βάρος που μας έβαλε ένας αυστηρός νομοθέτης, αλλά σαν φωνή ενός Πατέρα που καλεί το παιδί Του πίσω στη ζωή.

 

Όχι σαν αλυσίδες, αλλά σαν δρόμο ελευθερίας. Όχι σαν φόβο, αλλά σαν πρόσκληση αγάπης. Όχι σαν τρόπο να καυχηθούμε ότι είμαστε καλύτεροι από τους άλλους, αλλά σαν καθρέφτη που μας αποκαλύπτει πόσο ακόμη έχουμε ανάγκη από τον Χριστό. Και ίσως η πιο αληθινή προσευχή που μπορούμε να κάνουμε μετά από όλα αυτά να είναι: «Κύριε, δεν μπορώ μόνος μου να τηρήσω όλα όσα μου ζητάς. Γι’ αυτό δεν στηρίζομαι στη δύναμή μου. Στηρίζομαι στη χάρη Σου. Δώσε μου μετάνοια όταν πέφτω, δύναμη όταν αδυνατώ, ταπείνωση όταν υπερηφανεύομαι, συγχώρηση όταν θυμώνω, έλεος όταν αδιαφορώ, αγάπη όταν σκληραίνει η καρδιά μου και πίστη όταν φοβάμαι. Κάνε τις εντολές Σου όχι εξωτερικά γράμματα στη ζωή μου, αλλά ζωή μέσα στην καρδιά μου. Και αξίωσέ με όχι απλώς να γνωρίζω τον λόγο Σου, αλλά να γνωρίσω Εσένα». Γιατί τελικά ο Χριστός δεν μας καλεί μόνο να μάθουμε τις εντολές Του. Μας καλεί να Τον ακολουθήσουμε. Και εκείνος που ακολουθεί τον Χριστό δεν βαδίζει προς τον θάνατο, αλλά προς τη ζωή. «Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν». Αμήν.

 

Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Χριστιανική διδασκαλία και την Αγία Γραφή, η τήρηση των εντολών που αφορούν τον συνάνθρωπο, τον αδελφό και τον εχθρό αποτελεί την έμπρακτη έκφραση της αγάπης προς τον Θεό, καθώς ο Ευαγγελιστής Ιωάννης σημειώνει πως όποιος ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Θεό αλλά μισεί τον αδελφό του είναι ψεύτης. Η πνευματική αυτή πορεία συμπυκνώνεται στην «καινή εντολή» της αγάπης, η οποία υπερβαίνει τα όρια της ανθρώπινης δικαιοσύνης και μεταμορφώνει την καρδιά του πιστού.

 

 Η Μεγάλη Εντολή της Αγάπης: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Η εντολή αυτή αποτελεί τον πυρήνα της χριστιανικής ηθικής. Ο πλησίον δεν προσδιορίζεται από φυλετικά, θρησκευτικά ή κοινωνικά κριτήρια, όπως αποδείχθηκε στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, αλλά είναι κάθε άνθρωπος που χρειάζεται τη συνδρομή και την αγάπη μας. Η Αγάπη προς τους Εχθρούς: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς». Πρόκειται για την πιο προηγμένη και θεάρεστη εντολή του Ευαγγελίου. Η ανταπόδοση του κακού με το αγαθό σπάει τον κύκλο της κακίας και καθιστά τον άνθρωπο κατά χάριν υιό του Θεού.

 

 Ο Χρυσός Κανόνας της Συμπεριφοράς: «Πάντα όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς». Η εντολή αυτή καλεί τον πιστό να συμπεριφέρεται στους άλλους με τον τρόπο που ο ίδιος θα επιθυμούσε να του συμπεριφερθούν, προάγοντας την ενσυναίσθηση, την επιείκεια και τον σεβασμό.

 

 Η Εντολή της Συγχωρητικότητας: «Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος». Η συγχώρηση δεν είναι προαιρετική, αλλά απαραίτητος όρος για να λάβει ο άνθρωπος το έλεος του Θεού, όπως διακηρύσσεται και στην Κυριακή Προσευχή.

 

 Η Φιλανθρωπία και η Ελεημοσύνη: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Η προσφορά τροφής, στέγης, ενδύματος και φροντίδας στους πτωχούς, τους ασθενείς και τους φυλακισμένους λογίζεται από τον Χριστό ως προσφορά προς τον Ίδιο.

 

 Η Ανεξικακία και η Ακατακρισία: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε». Η αποφυγή της κατάκρισης και της καταδίκης του συναθρώπου προστατεύει την ψυχή από την υπερηφάνεια και την εμπάθεια, καλλιεργώντας την ταπεινοφροσύνη.

 

 Η Ειρηνοποιία: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται». Η επιδίωξη της ειρήνης, η καταλλαγή και η διαλλακτικότητα στις διαπροσωπικές σχέσεις αποτελούν γνώρισμα των αληθινών μαθητών του Χριστού.

 

 Η Ανιδιοτελής Διακονία: «Ος εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος». Η προσφορά υπηρεσίας προς τον αδελφό χωρίς την αναζήτηση επαίνου ή ανταλλάγματος μιμείται το παράδειγμα του ίδιου του Χριστού, ο οποίος ήλθε για να διακονήσει και όχι για να διακονηθεί.

 

Η εφαρμογή των εντολών αυτών δεν αποτελεί απλώς μια τυπική τήρηση κανόνων, αλλά μια βιωματική μεταμόρφωση. Μέσω της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, η αγάπη προς τον συνάνθρωπο και τον εχθρό γίνεται το ασφαλές μονοπάτι για τη σωτηρία της ψυχής και την είσοδο στη Βασιλεία των Ουρανών.

Νεότερη Παλαιότερη