Χωρίς Μάσκες Μπροστά στον Θεό.



Χωρίς Μάσκες Μπροστά στον Θεό — Η Αλήθεια της Καρδιάς και ο Δρόμος της Ελευθερίας

 

Υπάρχει ένας άνθρωπος που μπορεί να κρυφτεί από τους ανθρώπους, αλλά δεν μπορεί ποτέ να κρυφτεί από τον Θεό. Μπορεί να δημιουργήσει μια εικόνα για τον εαυτό του, να παρουσιάσει προς τα έξω μια ζωή διαφορετική από εκείνη που πραγματικά ζει, να κρύψει τις αδυναμίες του, να καλύψει τα λάθη του, να χαμογελάσει ενώ μέσα του πονά, να δείξει δύναμη ενώ η ψυχή του καταρρέει, όμως μπροστά στον Θεό καμία μάσκα δεν μπορεί να σταθεί.

 

Ο Θεός «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς», γνωρίζει δηλαδή το βάθος του ανθρώπου, όχι μόνο αυτό που φαίνεται, αλλά και αυτό που κρύβεται. Ο άνθρωπος βλέπει το πρόσωπο, τη συμπεριφορά, τα λόγια και την εξωτερική εικόνα, ο Θεός όμως βλέπει την καρδιά. Γι’ αυτό η αληθινή πνευματική ζωή αρχίζει τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος παύει να προσπαθεί να φανεί κάτι άλλο και στέκεται ενώπιον του Θεού με αλήθεια.

 

Δεν χρειάζεται να παρουσιαστεί ως τέλειος, γιατί ο Θεός δεν ζητά από τον άνθρωπο μια ψεύτικη τελειότητα, αλλά μια αληθινή καρδιά που αναγνωρίζει την ασθένειά της και επιθυμεί τη θεραπεία της. Ο Χριστός δεν ήρθε για να διδάξει στον άνθρωπο πώς να κρύβει τις πληγές του, αλλά πώς να τις παραδώσει στον Ιατρό των ψυχών. Δεν ήρθε για να μάθει τον άνθρωπο να υποκρίνεται ότι είναι αναμάρτητος, αλλά για να τον οδηγήσει στη μετάνοια. Γι’ αυτό ο Κύριος στάθηκε με ιδιαίτερη αυστηρότητα απέναντι στην υποκρισία. «Καθάρισον πρῶτον τὸ ἐντὸς τοῦ ποτηρίου», λέγει, ώστε να γίνει καθαρό και το εξωτερικό.

 

Ο άνθρωπος μπορεί να φροντίζει την εξωτερική του εικόνα, να ενδιαφέρεται για το πώς τον βλέπουν οι άλλοι, να επιδιώκει τον έπαινο, την αποδοχή και την αναγνώριση, αλλά εάν μέσα του παραμένουν ο εγωισμός, η υπερηφάνεια, η μνησικακία, η φιλαυτία και η αμετανοησία, τότε η εξωτερική ομορφιά δεν μπορεί να θεραπεύσει την εσωτερική ασθένεια.

 

Ο Μέγας Βασίλειος διδάσκει με το πνεύμα της πατερικής παραδόσεως ότι η φροντίδα του ανθρώπου πρέπει να στραφεί κυρίως προς τον εσωτερικό άνθρωπο, διότι εκεί βρίσκεται ο πραγματικός αγώνας.

 

Η Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται να δημιουργήσει ανθρώπους που φαίνονται άγιοι, αλλά ανθρώπους που αγωνίζονται να γίνουν αληθινοί ενώπιον του Θεού. Και η αλήθεια αυτή δεν σημαίνει αυτοδικαίωση, αλλά μετάνοια. Δεν σημαίνει «έτσι είμαι και δεν αλλάζω», αλλά «έτσι είμαι σήμερα, όμως ο Χριστός μπορεί να με θεραπεύσει και να με μεταμορφώσει».

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην ειλικρίνεια και στην αυτοδικαίωση. Η ειλικρίνεια ανοίγει την πόρτα της θεραπείας, ενώ η αυτοδικαίωση την κλείνει. Η ειλικρίνεια λέει «έπεσα», η αυτοδικαίωση λέει «δεν φταίω». Η ειλικρίνεια λέει «χρειάζομαι τον Θεό», η αυτοδικαίωση λέει «δεν χρειάζομαι κανέναν». Η ειλικρίνεια οδηγεί στη μετάνοια, ενώ η αυτοδικαίωση οδηγεί στη σκλήρυνση της καρδιάς. Και ο άνθρωπος χρειάζεται να καταλάβει ότι η πτώση δεν αποτελεί πάντοτε το τέλος του δρόμου. «Ἑπτὰ γὰρ πεσεῖται ὁ δίκαιος, καὶ ἀναστήσεται».

 

Ο δίκαιος δεν χαρακτηρίζεται επειδή δεν πέφτει ποτέ, αλλά επειδή δεν συμφιλιώνεται με την πτώση του. Η πνευματική ζωή δεν είναι ένας δρόμος ανθρώπων που δεν γνώρισαν ποτέ την αδυναμία, αλλά ένας δρόμος ανθρώπων που μέσα στην αδυναμία τους έμαθαν να στηρίζονται περισσότερο στη χάρη του Θεού.

 

Ο Απόστολος Πέτρος έπεσε, αρνήθηκε τον Χριστό, αλλά έκλαψε πικρά και επέστρεψε. Ο Απόστολος Παύλος πολέμησε την Εκκλησία, αλλά η χάρη του Θεού τον μεταμόρφωσε σε Απόστολο. Ο ληστής στον σταυρό κουβαλούσε ένα ολόκληρο παρελθόν, αλλά μέσα στην τελευταία ώρα της ζωής του στράφηκε προς τον Χριστό και άκουσε τον λόγο της ελπίδας. Αυτό φανερώνει ότι η ιστορία του ανθρώπου δεν καθορίζεται μόνο από το σημείο από το οποίο ξεκίνησε, αλλά και από την κατεύθυνση προς την οποία στρέφει την καρδιά του. Ο Θεός δεν περιφρονεί εκείνον που επιστρέφει. Ο Θεός δεν λέει στον μετανοούντα άνθρωπο «άργησες». Ο πατέρας της παραβολής του ασώτου υιού δεν περίμενε να γίνει πρώτα ο γιος του τέλειος για να τον αγκαλιάσει. Τον είδε από μακριά και έτρεξε να τον συναντήσει. Αυτό είναι το μεγαλείο της θείας φιλανθρωπίας. Η μετάνοια δεν είναι εξευτελισμός του ανθρώπου, αλλά επιστροφή του ανθρώπου στο σπίτι του Πατέρα.

 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υμνεί διαρκώς τη δύναμη της μετανοίας, διότι ο Θεός δεν αναζητά αφορμή για να καταδικάσει τον άνθρωπο, αλλά αφορμή για να τον σώσει. Γι’ αυτό ο άνθρωπος δεν πρέπει να φοβάται να πει ενώπιον του Θεού «έκανα λάθος». Μερικές φορές η πιο μεγάλη πνευματική δύναμη βρίσκεται μέσα σε αυτές τις λέξεις. «Έκανα λάθος». Γιατί για να ειπωθούν χρειάζεται να σπάσει ο εγωισμός, να σιωπήσει η αυτοδικαίωση και να ταπεινωθεί η καρδιά. Και η ταπείνωση αυτή δεν είναι ήττα. Είναι η αρχή της θεραπείας.

 

Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος θεωρεί την ταπείνωση θεμέλιο της πνευματικής ζωής, διότι ο άνθρωπος που γνωρίζει την αδυναμία του δεν απελπίζεται, αλλά ζητά τη δύναμη του Θεού. Αντίθετα, εκείνος που πιστεύει ότι μπορεί να σωθεί μόνος του παραμένει κλεισμένος μέσα στον εαυτό του. Η αληθινή ελευθερία, επομένως, δεν είναι να μπορεί ο άνθρωπος να κάνει ό,τι θέλει. Αυτή είναι μια επιφανειακή αντίληψη της ελευθερίας. Η βαθύτερη ελευθερία είναι να μπορεί να επιλέγει το αγαθό χωρίς να είναι δούλος των παθών του, να μπορεί να αγαπά χωρίς να απαιτεί, να συγχωρεί χωρίς να περιμένει ανταπόδοση, να λέει την αλήθεια χωρίς να γίνεται σκληρός και να απομακρύνεται από το κακό χωρίς να γεμίζει την καρδιά του με μίσος.

 

Ο Χριστός δεν καταργεί την ελευθερία του ανθρώπου, αλλά την θεραπεύει. «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν», λέγει. Ο λόγος αυτός αποκαλύπτει το μεγαλείο της θείας ελευθερίας. Ο Χριστός καλεί, δεν εξαναγκάζει. Προσφέρει, δεν επιβάλλεται. Ανοίγει τον δρόμο, αλλά δεν καταργεί την ανθρώπινη βούληση. Η αγάπη του Θεού είναι ελεύθερη και γι’ αυτό ζητά ελεύθερη ανταπόκριση. Ο Θεός δεν θέλει ανθρώπους που Τον αγαπούν από φόβο, αλλά ανθρώπους που Τον αγαπούν επειδή Τον γνώρισαν ως Πατέρα.

 

Και αυτή η θεία παιδαγωγία γίνεται πρότυπο και για τις ανθρώπινες σχέσεις. Κανείς δεν μπορεί να εξαναγκάσει έναν άλλον άνθρωπο να αγαπήσει. Κανείς δεν μπορεί να απαιτήσει την αφοσίωση της καρδιάς του άλλου. Μπορεί όμως να επιλέξει ο ίδιος πώς θα σταθεί απέναντι στον συνάνθρωπο. Μπορεί να αγαπήσει χωρίς να γίνει δούλος της αποδοχής. Μπορεί να συγχωρήσει χωρίς να αρνηθεί την αλήθεια. Μπορεί να απομακρυνθεί χωρίς να μισήσει. Μπορεί να βάλει όρια χωρίς να εκδικηθεί.

 

Υπάρχουν στιγμές που η απομάκρυνση από μια σχέση είναι αναγκαία για να προστατευθεί ο άνθρωπος από μια κατάσταση που τον καταστρέφει, όμως η απομάκρυνση αυτή δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε μίσος. Μπορεί να κλείσει μια πόρτα χωρίς να κλείσει η καρδιά απέναντι στην προσευχή. Μπορεί ο άνθρωπος να πει «δεν μπορώ να συνεχίσω αυτή τη σχέση» και ταυτόχρονα να πει «ο Θεός να σε φωτίσει και να σε ευλογεί». Αυτή είναι μια ανώτερη μορφή ελευθερίας, διότι δεν αφήνει την αδικία να δηλητηριάσει την ψυχή.

 

Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος μιλά με ανεπανάληπτο βάθος για την καρδιά του ελεήμονος ανθρώπου, μια καρδιά που δεν μπορεί να βλέπει τον άλλον και να μένει αδιάφορη. Η πνευματική ζωή δεν μας καλεί να κρατάμε κατάλογο των πληγών που δεχθήκαμε. Δεν μας καλεί να μετράμε ποιος μας αδίκησε περισσότερο, ποιος δεν μας σεβάστηκε, ποιος μας εγκατέλειψε και ποιος μίλησε εναντίον μας. Διότι όσο ο άνθρωπος κρατά μέσα του έναν κατάλογο αδικιών, τόσο παραμένει δεμένος με εκείνους που τον πλήγωσαν.

 

Μπορεί να έχει φύγει ο άλλος από τη ζωή του, αλλά να έχει μείνει μέσα στην καρδιά του ως θυμός, πίκρα και μνησικακία. Έτσι ο άνθρωπος νομίζει ότι τιμωρεί τον άλλον, ενώ στην πραγματικότητα φυλακίζει τον εαυτό του. Γι’ αυτό ο Χριστός δίνει μια εντολή που ξεπερνά τη φυσική λογική: «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς». Η εντολή αυτή δεν σημαίνει ότι το κακό γίνεται καλό ούτε ότι η αδικία πρέπει να ονομαστεί δικαιοσύνη. Σημαίνει ότι ο χριστιανός αρνείται να γίνει όμοιος με το κακό που δέχθηκε. Δεν ανταποδίδει το σκοτάδι με σκοτάδι. Δεν επιτρέπει στην πληγή να γίνει δηλητήριο. Δεν αφήνει την αδικία του άλλου να μετατρέψει τη δική του καρδιά σε αδικία.

 

Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό δεν απάντησε στο μίσος με μίσος. «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς», είπε. Και εδώ βρίσκεται το μέτρο της χριστιανικής ελευθερίας. Ο άνθρωπος είναι πραγματικά ελεύθερος όταν το κακό του άλλου δεν μπορεί να καθορίσει το δικό του ήθος. Δεν μπορεί να ελέγξει τι λέγεται πίσω από την πλάτη του, μπορεί όμως να προσέξει τι βγαίνει από τη δική του καρδιά. Δεν μπορεί να ελέγξει αν κάποιος θα τον αγαπήσει, μπορεί όμως να αποφασίσει αν ο ίδιος θα παραμείνει άνθρωπος αγάπης. Δεν μπορεί να αναγκάσει κάποιον να μείνει, μπορεί όμως να αρνηθεί να κυνηγά μια αγάπη που δεν είναι ελεύθερη.

 

Δεν μπορεί να απαιτήσει από τον άλλον να τον καταλάβει, μπορεί όμως να αγωνιστεί ο ίδιος να καταλάβει. Δεν μπορεί να επιβάλει τη συγχώρηση στον άλλον, μπορεί όμως να συγχωρήσει. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην ελευθερία και στην εγωκεντρική ανεξαρτησία. Η ελευθερία δεν λέει «δεν με ενδιαφέρει κανείς». Λέει «δεν είμαι δούλος της γνώμης κανενός, αλλά αγαπώ κάθε άνθρωπο ως εικόνα του Θεού». Δεν είναι το ίδιο να μη ζει κανείς σύμφωνα με την ανθρώπινη επιδοκιμασία και να περιφρονεί τους ανθρώπους. Το πρώτο μπορεί να είναι πνευματική ελευθερία, το δεύτερο μπορεί να γίνει υπερηφάνεια και σκληρότητα.

 

Ο Απόστολος Παύλος διδάσκει: «Εἰ δυνατόν, τὸ ἐξ ὑμῶν, μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες». Όσο εξαρτάται από τον άνθρωπο, να ζει ειρηνικά με όλους. Ο Απόστολος δεν λέει ότι ο άνθρωπος μπορεί να επιβάλει την ειρήνη στους πάντες. Λέει «τὸ ἐξ ὑμῶν», δηλαδή αυτό που εξαρτάται από εσάς. Εδώ βρίσκεται ένα μεγάλο μάθημα. Ο άνθρωπος δεν είναι υπεύθυνος για όλες τις επιλογές των άλλων, είναι όμως υπεύθυνος για τις δικές του. Δεν μπορεί να ελέγξει τη γλώσσα του άλλου, αλλά μπορεί να ελέγξει τη δική του γλώσσα. Δεν μπορεί να ελέγξει την καρδιά του άλλου, αλλά μπορεί να αγωνιστεί για τη δική του καρδιά. Δεν μπορεί να σταματήσει κάθε φήμη, μπορεί όμως να αρνηθεί να γίνει φορέας νέας φήμης. Δεν χρειάζεται να απαντά σε κάθε λόγο που λέγεται εναντίον του. Η αλήθεια δεν χρειάζεται πάντοτε θόρυβο για να αποδειχθεί. Πάνω από την ανθρώπινη κρίση υπάρχει η κρίση του Θεού. «Οὐ γὰρ ὁρᾷ ὁ Θεὸς ὡς ὁρᾷ ἄνθρωπος», διότι ο άνθρωπος βλέπει το εξωτερικό, ενώ ο Θεός βλέπει την καρδιά. Γι’ αυτό ο πνευματικός άνθρωπος δεν ζει συνεχώς προσπαθώντας να αποδείξει ποιος είναι. Η ζωή του, οι πράξεις του, η συνείδησή του και η στάση του απέναντι στους ανθρώπους θα φανερώσουν με τον καιρό ποιος είναι. Όμως ακόμη και εδώ χρειάζεται προσοχή, γιατί η σκέψη «ο χρόνος θα αποδείξει ότι είχα δίκιο» μπορεί εύκολα να κρύψει υπερηφάνεια. Ίσως ο χρόνος αποδείξει ότι κάποιος είχε δίκιο, ίσως όμως αποκαλύψει και ότι είχε άδικο. Ο άνθρωπος του Θεού πρέπει να είναι έτοιμος και για τα δύο. Η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι να αποδειχθεί ότι κάποιος είχε δίκιο.

 

Η μεγαλύτερη νίκη είναι να έχει τη δύναμη να πει «έκανα λάθος». Να ζητήσει συγχώρηση. Να διορθώσει ό,τι μπορεί. Να αποκαταστήσει ό,τι πλήγωσε. Να συνεχίσει τον δρόμο του χωρίς να χρειάζεται να συντρίψει τον άλλον για να δικαιώσει τον εαυτό του. Η πνευματική ωριμότητα δεν μετριέται από το πόσο καλά μπορεί κάποιος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά και από το πόσο εύκολα μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του.

 

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής βλέπει την πνευματική θεραπεία ως μεταμόρφωση του εσωτερικού ανθρώπου, ώστε οι δυνάμεις της ψυχής να πάψουν να υπηρετούν τα πάθη και να στραφούν προς τον Θεό. Έτσι και η ειλικρίνεια δεν είναι δικαιολογία για να λέει κανείς ό,τι θέλει χωρίς αγάπη. Το «δεν φοράω μάσκα» δεν σημαίνει «έχω δικαίωμα να πληγώνω». Η αλήθεια χωρίς αγάπη μπορεί να γίνει όπλο. Η αυστηρότητα χωρίς διάκριση μπορεί να γίνει σκληρότητα. Η δύναμη χωρίς ταπείνωση μπορεί να γίνει τυραννία. Η ελευθερία χωρίς αγάπη μπορεί να γίνει εγωισμός. Γι’ αυτό ο χριστιανός καλείται να γίνει αληθινός, αλλά όχι σκληρός, ελεύθερος, αλλά όχι εγωιστής, δυνατός, αλλά όχι υπερήφανος, αυστηρός με τον εαυτό του, αλλά όχι καταδικαστικός απέναντι στον άλλον.

 

Αυτή είναι η δύσκολη και όμορφη ισορροπία του Ευαγγελίου. Ο άνθρωπος δεν καλείται να γίνει ένα πρόσωπο χωρίς αδυναμίες, αλλά ένα πρόσωπο που δεν κρύβει τις αδυναμίες του από τον Θεό και δεν αρνείται τη θεραπεία τους. Η Εκκλησία γνωρίζει ότι ο άνθρωπος είναι τραυματισμένος από την αμαρτία, αλλά δεν τον θεωρεί καταδικασμένο. Η αμαρτία είναι ασθένεια, όχι η τελική ταυτότητα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δεν είναι η πτώση του. Δεν είναι το λάθος του. Δεν είναι η αποτυχία του. Δεν είναι το παρελθόν του. Είναι πρόσωπο πλασμένο κατ’ εικόνα Θεού, το οποίο καλείται να επιστρέψει στην ομοίωση, μέσα στη χάρη και την κοινωνία με τον Θεό. Γι’ αυτό ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, μιλώντας για την κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό, μας ανοίγει τον δρόμο προς τη βαθύτερη κατανόηση της πνευματικής μεταμορφώσεως. Η σωτηρία δεν είναι απλώς να μάθει ο άνθρωπος να συμπεριφέρεται καλύτερα προς τα έξω. Είναι να καθαριστεί η καρδιά, να φωτιστεί ο νους και να γίνει ολόκληρη η ύπαρξη κοινωνός της χάριτος του Θεού. Το Ευαγγέλιο λοιπόν γίνεται καθρέφτης. Όχι όμως ένας καθρέφτης στον οποίο ο άνθρωπος κοιτάζεται για να θαυμάσει τον εαυτό του, αλλά ένας καθρέφτης που του αποκαλύπτει τι χρειάζεται θεραπεία.

 

Ο Απόστολος Ιάκωβος παρομοιάζει εκείνον που ακούει τον λόγο του Θεού και δεν τον εφαρμόζει με άνθρωπο που κοιτάζει το πρόσωπό του στον καθρέφτη και αμέσως ξεχνά τι είδε. Ο λόγος του Θεού όμως δεν δόθηκε για να μας κάνει θεατές του εαυτού μας. Δόθηκε για να μας μεταμορφώσει. Κάθε φορά που ο άνθρωπος ανοίγει το Ευαγγέλιο, πρέπει να είναι έτοιμος όχι μόνο να ακούσει κάτι που αφορά τους άλλους, αλλά να ακούσει κάτι που αφορά τον ίδιο.

 

Δεν πρέπει να διαβάζει τον λόγο του Θεού με το ερώτημα «ποιον περιγράφει αυτός ο στίχος;», αλλά με το ερώτημα «τι αποκαλύπτει αυτός ο λόγος για τη δική μου καρδιά;». Εκεί αρχίζει η μετάνοια. Εκεί σταματά η κατάκριση. Εκεί η ψυχή παύει να κοιτάζει γύρω της και αρχίζει να κοιτάζει μέσα της. Ο άνθρωπος που ζει χωρίς μάσκα μπροστά στον Θεό δεν είναι εκείνος που θεωρεί τον εαυτό του άμεμπτο. Είναι εκείνος που δεν φοβάται να δει την αλήθεια του. Μπορεί να πει: «Κύριε, αυτός είμαι σήμερα. Έχω αδυναμίες, έχω πάθη, έχω πληγές, έχω λάθη, έχω πτώσεις, αλλά δεν θέλω να μείνω εκεί. Δεν θέλω να αγαπήσω την πτώση μου. Δεν θέλω να δικαιολογώ συνεχώς τον εαυτό μου. Θέλω να με θεραπεύσεις». Αυτή η προσευχή είναι πολύ ανώτερη από την υπερήφανη δήλωση «έτσι είμαι και σε όποιον αρέσω». Γιατί ο άνθρωπος του Θεού δεν λέει «δεν αλλάζω για κανέναν». Λέει «δεν θέλω να αλλάζω για να αρέσω στους ανθρώπους, αλλά θέλω να αλλάζω ό,τι μέσα μου δεν συμφωνεί με το θέλημα του Θεού».

 

 Αυτό είναι το μεγάλο πέρασμα από την αυτοδικαίωση στη μετάνοια. Η αυτοδικαίωση λέει «έτσι είμαι και δεν φταίω». Η μετάνοια λέει «έτσι είμαι σήμερα, αλλά η χάρη του Θεού μπορεί να με μεταμορφώσει». Η αυτοδικαίωση κλείνει την πόρτα, η μετάνοια την ανοίγει. Η αυτοδικαίωση προσπαθεί να προστατεύσει την εικόνα, η μετάνοια προσπαθεί να θεραπεύσει την καρδιά. Η αυτοδικαίωση ενδιαφέρεται για το τι θα πουν οι άνθρωποι, ενώ η μετάνοια ενδιαφέρεται για το τι βλέπει ο Θεός. Και τελικά αυτή είναι η μεγάλη δοκιμασία της ζωής. Όχι να αποδείξει ο άνθρωπος στους άλλους ποιος είναι, αλλά να γίνει αληθινός ενώπιον του Θεού. Γιατί κάποτε θα τελειώσει κάθε ανθρώπινο χειροκρότημα, κάθε ανθρώπινη αποδοχή, κάθε φήμη, κάθε επίγεια διάκριση και κάθε εικόνα που δημιουργήθηκε για να εντυπωσιάσει τους άλλους. Και τότε ο άνθρωπος θα σταθεί ενώπιον Εκείνου που γνωρίζει τα πάντα. Δεν θα σταθεί με τα λόγια που είπε για τον εαυτό του, αλλά με την αλήθεια της καρδιάς του. Δεν θα έχει σημασία πόσοι τον θαύμασαν, πόσοι τον απέρριψαν, πόσοι μίλησαν εναντίον του ή πόσοι τον επαίνεσαν. Θα έχει σημασία αν η καρδιά του έμεινε στραμμένη προς τον Θεό.

 

Θα έχει σημασία αν, όταν έπεσε, σηκώθηκε. Αν, όταν αδικήθηκε, δεν έγινε ίδιος με εκείνον που τον αδίκησε. Αν, όταν πληγώθηκε, δεν εγκατέλειψε την αγάπη. Αν, όταν είχε δίκιο, διατήρησε την ταπείνωση. Αν, όταν είχε άδικο, είχε το θάρρος να μετανοήσει. Αν, όταν απέκτησε δύναμη, δεν έγινε σκληρός. Αν, όταν απέκτησε ελευθερία, δεν έγινε εγωιστής. Αν, όταν γνώρισε την αλήθεια, δεν χρησιμοποίησε την αλήθεια ως όπλο εναντίον των άλλων.

 

Η χριστιανική ελευθερία είναι να μπορεί ο άνθρωπος να στέκεται ενώπιον του Θεού χωρίς μάσκα και να λέει: «Κύριε, δεν είμαι αυτό που θα ήθελα να είμαι, αλλά δεν θέλω να μείνω αυτός που είμαι. Εκεί όπου έπεσα, σήκωσέ με. Εκεί όπου αμάρτησα, συγχώρησέ με. Εκεί όπου πλήγωσα, δίδαξέ με να θεραπεύσω. Εκεί όπου πληγώθηκα, φύλαξέ με από το μίσος. Εκεί όπου έχω δίκιο, χάρισέ μου ταπείνωση. Εκεί όπου έχω άδικο, χάρισέ μου μετάνοια. Εκεί όπου φοβάμαι, δώσε μου πίστη. Εκεί όπου θυμώνω, δώσε μου πραότητα. Εκεί όπου θέλω να δικαιωθώ, δώσε μου αγάπη. Και πάνω απ’ όλα, μη με αφήσεις να χάσω την αλήθεια μου μπροστά στα μάτια Σου». Γιατί ο Χριστός δεν είπε ότι είναι απλώς ένας δρόμος ανάμεσα σε πολλούς δρόμους. Είπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». Όταν λοιπόν ο άνθρωπος συναντήσει την αλήθεια του Χριστού, δεν χρειάζεται πλέον να κατασκευάζει ψεύτικες ταυτότητες. Δεν χρειάζεται να αποδεικνύει συνεχώς την αξία του. Δεν χρειάζεται να κυνηγά την αποδοχή όλων. Δεν χρειάζεται να απαντά σε κάθε κατηγορία. Δεν χρειάζεται να μισεί εκείνους που τον πλήγωσαν. Χρειάζεται να μείνει κοντά στον Χριστό.

 

Να πέφτει και να σηκώνεται. Να μετανοεί και να προχωρά. Να συγχωρεί και να θεραπεύεται. Να μαθαίνει και να διορθώνεται. Να αγαπά χωρίς να γίνεται δούλος. Να βάζει όρια χωρίς να μισεί. Να λέει την αλήθεια χωρίς να χάνει την αγάπη. Να παραμένει ελεύθερος χωρίς να απομακρύνεται από τον Θεό. Και όταν κάποτε σταθεί ενώπιον του Κυρίου, η μεγαλύτερη ομολογία δεν θα είναι «Κύριε, κοίτα πόσο δυνατός υπήρξα», αλλά «Κύριε, δεν ήμουν δυνατός, αλλά Εσύ δεν με άφησες. Έπεσα, αλλά Εσύ μου έδωσες δύναμη να σηκωθώ. Πληγώθηκα, αλλά Εσύ δεν επέτρεψες στην καρδιά μου να γίνει πέτρα. Αμάρτησα, αλλά Εσύ μου άνοιξες τον δρόμο της μετανοίας. Φοβήθηκα, αλλά Εσύ μου έδωσες πίστη. Και εκεί όπου νόμιζα ότι όλα τελείωσαν, Εσύ μου έδειξες ότι η χάρη Σου μπορεί να αρχίσει από την αρχή». Τότε η ζωή του ανθρώπου παύει να είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που κατάφερε μόνος του να σταθεί όρθιος και γίνεται η ιστορία ενός ανθρώπου που έμαθε να εμπιστεύεται τον Θεό. Έπεσε, σηκώθηκε, πληγώθηκε, έμαθε, μετάνιωσε, συγχώρησε, αγάπησε και τελικά κατάλαβε ότι πίσω από κάθε αληθινή δύναμη βρισκόταν η χάρη. Και τότε το «εγώ είμαι και αυτό μου φτάνει» μεταμορφώνεται σε μια πολύ βαθύτερη αλήθεια: «Είμαι αυτός που είμαι σήμερα, αλλά στα χέρια του Θεού δεν είμαι καταδικασμένος να μείνω έτσι.

 

Η χάρη Του μπορεί να με καθαρίσει, η αλήθεια Του μπορεί να με ελευθερώσει, η αγάπη Του μπορεί να θεραπεύσει την καρδιά μου και ο Χριστός μπορεί να με οδηγήσει από αυτό που είμαι σήμερα σε αυτό που με καλεί να γίνω». Αυτή είναι η ελευθερία του ανθρώπου που έβγαλε τη μάσκα. Όχι η ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει, αλλά η ελευθερία να γίνει αυτό για το οποίο δημιουργήθηκε, άνθρωπος αληθινός, ταπεινός, ελεύθερος, αγαπών, συγχωρητικός και ενωμένος με τον Θεό. Και τότε η αλήθεια δεν γίνεται βάρος, αλλά φως, η μετάνοια δεν γίνεται ντροπή, αλλά επιστροφή, η ταπείνωση δεν γίνεται ήττα, αλλά δύναμη, η συγχώρηση δεν γίνεται αδυναμία, αλλά νίκη, και η ελευθερία δεν γίνεται απομάκρυνση από τον Θεό, αλλά επιστροφή στην αληθινή ζωή κοντά Του. Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να κρυφτεί από ολόκληρο τον κόσμο, αλλά μπροστά στον Θεό δεν χρειάζεται να κρυφτεί. Εκεί μπορεί επιτέλους να σταθεί όπως πραγματικά είναι, όχι για να καταδικαστεί, αλλά για να θεραπευθεί, όχι για να απελπιστεί, αλλά για να ελπίσει, όχι για να παραμείνει ίδιος, αλλά για να μεταμορφωθεί από τη χάρη. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ελευθερία που μπορεί να γνωρίσει η ανθρώπινη καρδιά, να πάψει να ζει για την εικόνα της και να αρχίσει να ζει για την αλήθεια του Θεού. Αμήν.


Νεότερη Παλαιότερη