Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού

 


Σήμερα, 14 Σεπτεμβρίου, η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, μία από τις σημαντικότερες δεσποτικές εορτές της Χριστιανοσύνης. Η ημέρα αυτή συνδέεται ιστορικά με δύο σπουδαία γεγονότα: την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού στον Γολγοθά από την Αγία Ελένη το 326 μ.Χ. και την πρώτη ύψωσή του από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Μακάριο, καθώς και την επιστροφή του Σταυρού στα Ιεροσόλυμα από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ηράκλειο το 628 μ.Χ., μετά τη νίκη του επί των Περσών που τον είχαν αρπάξει. Σήμερα γιορτάζουν όσες και όσοι φέρουν τα ονόματα Σταύρος, Σταυρούλα, Σταυριανός, Σταυριανή, Θεοκλής και Θεόκλεια, ενώ λόγω της μεγάλης πνευματικής σημασίας της ημέρας επικρατεί αυστηρή νηστεία

 

Η Αγάπη που Γίνεται Πράξη

 

Κανένας άνθρωπος δεν είναι περισσότερο άνθρωπος από κανέναν άλλον. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να καλοπιάνουμε κανέναν, ούτε να φερόμαστε δουλικά σε κανέναν. Όλους πρέπει να τους σεβόμαστε με τον σεβασμό που αξίζει κάθε άνθρωπος, όποια ρούχα κι αν φοράει, όποιο επάγγελμα κι αν κάνει, όσα χρήματα κι αν έχει και όποια κοινωνική θέση κι αν κατέχει. Η αξία του ανθρώπου δεν βρίσκεται στα ρούχα του, στα χρήματά του, στο επάγγελμά του, στην καταγωγή του ή στην κοινωνική του θέση, αλλά στο γεγονός ότι είναι άνθρωπος και φέρει μέσα του την εικόνα του Θεού. Ο πλούσιος και ο φτωχός, ο μορφωμένος και ο αγράμματος, ο ισχυρός και ο αδύναμος, στέκονται όλοι ενώπιον του Θεού ως πρόσωπα μοναδικά και ανεκτίμητα.

 

Ο Χριστός μάς έδειξε ότι ο άνθρωπος δεν κρίνεται από την εξωτερική του εμφάνιση ούτε από την κοινωνική του θέση. Πλησίασε τον λεπρό, τον φτωχό, τον αμαρτωλό, τον άρρωστο, τον περιφρονημένο και τον άνθρωπο που όλοι οι άλλοι απέφευγαν. Και μας έδωσε ως μέτρο της ζωής μας την αγάπη, λέγοντας: «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Ο πλησίον δεν είναι εκείνος που μας συμφέρει, ούτε εκείνος που μπορεί να μας ανταποδώσει κάτι, αλλά ο άνθρωπος που βρίσκεται μπροστά μας και έχει ανάγκη την αγάπη μας.

 

Καλό είναι να είμαστε αλληλέγγυοι ο ένας προς τον άλλον και να θυμόμαστε ότι, όσο δύσκολα κι αν περνάμε, αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία για να κλείσουμε την καρδιά μας μπροστά στον άνθρωπο που χρειάζεται βοήθεια. Και πολλές φορές αυτό που χρειάζεται να δώσεις δεν είναι οικονομική βοήθεια. Ίσως κάποιος χρειάζεται απλώς να τον ακούσεις, να τον επισκεφθείς, να του κρατήσεις συντροφιά, να τον βοηθήσεις σε μια πρακτική ανάγκη, να καθαρίσεις και να συμμαζέψεις το σπίτι του ή απλώς να καθίσεις δίπλα του χωρίς να του ζητήσεις τίποτε.

 

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν ανάγκη από χρήματα όσο έχουν ανάγκη από έναν άνθρωπο. Έναν άνθρωπο που θα καθίσει δίπλα τους, θα τους ακούσει χωρίς να τους κατακρίνει και θα τους κάνει να αισθανθούν ότι δεν είναι μόνοι. Υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλούν μέσα τους μια απέραντη μοναξιά. Για έναν τέτοιο άνθρωπο, ένας καλός λόγος, μια επίσκεψη, ένα άγγιγμα αγάπης, μια πράξη συμπόνιας ή λίγος χρόνος που θα του προσφέρεις μπορεί να είναι μεγαλύτερη βοήθεια από πολλά χρήματα. Η αγάπη δεν μετριέται πάντοτε με όσα βγάζουμε από την τσέπη μας, αλλά με το πόσο διαθέτουμε τον εαυτό μας για τον άλλον.

 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τόνιζε ότι ο πλούτος δεν ανήκει στον άνθρωπο ως απόλυτη ιδιοκτησία, αλλά αποτελεί ευθύνη και διακονία. Εκείνος που έχει περισσότερα καλείται να γίνει χέρι βοηθείας για εκείνον που έχει λιγότερα. Έτσι ο πλούτος αποκτά νόημα όταν γίνεται αγάπη και προσφορά. Δεν έχει αξία το πόσα έχεις, αλλά το τι κάνεις με αυτά που έχεις και αν μέσα από αυτά ανακουφίζεται ένας άνθρωπος.

 

Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας μας θυμίζει με ιδιαίτερα αυστηρό τρόπο ότι όταν ο άνθρωπός μας βρίσκεται σε ανάγκη, εκείνο που περισσεύει από εμάς δεν πρέπει να θεωρείται αποκλειστικά δικό μας. Η Εκκλησία βλέπει τα υλικά αγαθά ως δώρα του Θεού, τα οποία μας εμπιστεύεται για να τα μετατρέψουμε σε ευλογία. Γι’ αυτό η ελεημοσύνη δεν είναι απλώς μια πράξη φιλανθρωπίας, αλλά πράξη δικαιοσύνης και αγάπης.

 

Ο Απόστολος Ιάκωβος είναι ξεκάθαρος: «ἐὰν ἀδελφὸς ἢ ἀδελφὴ γυμνοὶ ὑπάρχωσι καὶ λειπόμενοι ὦσι τῆς ἐφημέρου τροφῆς, εἴπῃ δέ τις αὐτοῖς, Ὑπάγετε ἐν εἰρήνῃ, θερμαίνεσθε καὶ χορτάζεσθε, μὴ δῶτε δὲ αὐτοῖς τὰ ἐπιτήδεια τοῦ σώματος, τί τὸ ὄφελος;». Δεν αρκεί λοιπόν να λέμε στον άλλον «σε αγαπώ» ή «ο Θεός να σε βοηθήσει». Όταν μπορούμε να βοηθήσουμε, η αγάπη ζητά να γίνει πράξη.

 

Όποιος θέλει πραγματικά να ζήσει, πρέπει να καλλιεργεί όλες τις πλευρές της ζωής του και, πάνω απ’ όλα, την αγάπη. Αγαπητοί φίλοι, είμαι ένας άνθρωπος που έχω πολλά χρόνια στην πλάτη μου και αυτό που κατάλαβα μέσα από τη ζωή είναι ότι πρέπει να αγαπάμε ο ένας τον άλλον, αλλά όχι μόνο να λέμε ότι αγαπάμε. Πρέπει να στηρίζουμε ο ένας τη ζωή του άλλου. Να γινόμαστε ο ένας για τον άλλον στήριγμα, παρηγοριά και βοήθεια. Να χαιρόμαστε όταν ο άλλος χαίρεται και να στεκόμαστε δίπλα του όταν πονά. Γιατί η ζωή αποκτά το πραγματικό της νόημα όταν παύει να περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από το «εγώ» και ανοίγεται στο «εμείς».

 

Έχασα πολύτιμο χρόνο για να καταλάβω ποιο είναι το θέλημα του Θεού. Φορτώθηκα με χίλια δυο ανθρώπινα εντάλματα και πολλές φορές νόμιζα ότι εκεί βρίσκεται το θέλημα του Θεού. Όμως ο Θεός με φώτισε και, μέσα από τα χρόνια και τις δοκιμασίες, άρχισα να καταλαβαίνω ότι το θέλημά Του βρίσκεται στην προσφορά, στην αγάπη, στον καλό λόγο, στη συγχώρεση, στη φώτιση του νου, στην ταπείνωση και στον αλληλοσεβασμό. Δεν σημαίνει ότι οι εντολές του Θεού είναι περιττές, αλλά ότι το νόημά τους δεν είναι να δημιουργούν έναν άνθρωπο σκληρό και αυτάρεσκο. Όλες οδηγούν στην αγάπη του Θεού και του ανθρώπου.

 

Ο Απόστολος Παύλος το συνοψίζει με τρόπο μοναδικό: «ὁ ἀγαπῶν τὸν ἕτερον νόμον πεπλήρωκεν». Η αγάπη δεν καταργεί την αλήθεια, αλλά εκπληρώνει τον σκοπό των εντολών. Και ο ίδιος ο Χριστός μάς λέει ότι όσα θέλουμε να κάνουν οι άλλοι σε εμάς, αυτά πρέπει να κάνουμε και εμείς σε εκείνους.

 

Όταν ο άνθρωπος αρχίζει να ζει με αυτά, τότε η ζωή του αποκτά άλλο νόημα. Δεν ζει πλέον μόνο για τον εαυτό του, αλλά γίνεται ευλογία για τους γύρω του. Η καρδιά του ανοίγει, ο φόβος υποχωρεί, η μοναξιά μικραίνει, οι σχέσεις θεραπεύονται και ο άνθρωπος αρχίζει να αισθάνεται ότι η ζωή δεν είναι ένας αγώνας όπου ο καθένας πρέπει να επιβληθεί στον άλλον, αλλά μια πορεία όπου ο ένας μπορεί να γίνει στήριγμα για τον άλλον.

 

Ίσως τότε αρχίζει πραγματικά να καταλαβαίνει τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Να αγαπάς χωρίς να εξουσιάζεις, να βοηθάς χωρίς να ταπεινώνεις, να υπηρετείς χωρίς να γίνεσαι δούλος ανθρώπων, να σέβεσαι χωρίς να φοβάσαι, να προσφέρεις χωρίς να απαιτείς ανταπόδοση και να στέκεσαι δίπλα στον συνάνθρωπό σου με ελευθερία και ταπείνωση.

 

Γιατί τελικά ο άνθρωπος δεν μεγαλώνει όταν κάνει τους άλλους μικρότερους. Μεγαλώνει όταν κάνει τους άλλους να αισθάνονται ότι αξίζουν. Και δεν γίνεται σπουδαίος επειδή τον υπηρετούν οι άλλοι, αλλά επειδή ο ίδιος γίνεται υπηρέτης της αγάπης. Αυτό ακριβώς φανέρωσε ο Χριστός, ο οποίος «οὐκ ἦλθεν διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι». Εκεί βρίσκεται το μεγαλείο του ανθρώπου, όχι στην εξουσία, όχι στην επίδειξη, όχι στα χρήματα, αλλά στην αγάπη που γίνεται πράξη. Αμήν.

 

Η Ανατροπή των Πυλών της Άγνοιας και η Καινή Ζωή εν Χριστώ.

Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, ο καιρός της θείας αναδείξεως και σωτηρίας πλησιάζει, όπως φανερώνεται από την προφητεία «Ἄρατε πύλας, αἰῶνες, καὶ ἀνοίξατε, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης» (Ψαλμός 23:7). Οι πύλες αυτές, οι οποίες συμβολίζουν την είσοδο στη ζωή και την σωτηρία, παραμένουν προς το παρόν κλειστές λόγω του διαχωρισμού και του διχασμού που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη (Ιωάννης 17:21).

Η πνευματική διάσπαση, οι υλικές επιδιώξεις και οι κοινωνικές αντιθέσεις έχουν οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου η ενότητα και η αγάπη αποδυναμώνονται, επηρεάζοντας ακόμα και τις οικογενειακές σχέσεις. Ταυτόχρονα, οι σύγχρονες ασθένειες, που μεταλλάσσονται και επιμένουν μέχρι το θάνατο, αποτελούν σημεία της φθοράς και του θανάτου που ακόμα δεν έχουν υποταχθεί στον Θεό (Ρωμαίους 8:20-22).

Παρά τις δυσκολίες αυτές, ο Θεός ενεργεί σήμερα με μια θεία οικονομία ιδιαίτερης σοφίας και χάριτος. Μέσω του Παναγίου Πνεύματος, παρέχεται στον πιστό η δυνατότητα της πνευματικής αναγέννησης (Τίτον 3:5), η οποία θεμελιώνεται στην ενότητα με τον Χριστό και την κοινότητα των αγίων. Η ζωή αυτή χαρακτηρίζεται από την απουσία αμαρτίας, την εφαρμογή της θείας λογικής και την αμετάθετη νουθεσία που οδηγεί στην αιώνια ζωή (Ιωάννης 6:63, Ρωμαίους 6:4).

Η αιώνια ζωή, όπως διακηρύσσει ο Χριστός, δεν είναι απλώς χρονική διάρκεια, αλλά μια ποιότητα ζωής, μια «ζωή εν αφθαρσία» (Α΄ Κορ. 15:53), γεμάτη θεία σοφία, που επεκτείνεται σε κάθε τομέα της ανθρώπινης ύπαρξης. Μέσα από τη ζωτική σχέση με τον Θεό, η πνευματική αναγέννηση οδηγεί σε μια ζωή ενότητας, αγάπης και δίκαιης κοινωνίας, ως πρόγευση της εσχατολογικής βασιλείας (Εφεσίους 4:13-15).

 

Η οικονομία των αγαθών και η πλεονεξία ως πνευματικό πρόβλημα

Εν τοις πράγμασι, το οικονομικόν πρόβλημα, ως συνήθως εκλαμβάνεται, ουχί εις την έλλειψιν των υλικών αγαθών θεμελιούται, αλλά εις την πλεονεξίαν και την σκληρότητα της ανθρώπινης καρδίας. Η γη, ως δώρον του Θεού, είναι ικανή να θρέψη πάντας τους κατοίκους της, καθότι «ο ήλιος ανετέλλει επί πονηρούς και αγαθούς, και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Ματθ. 5,45). Ο Θεός, ως αληθινός Οικονόμος της κτίσεως, προσφέρει την αφθονία των αγαθών αυτού με ανιδιοτέλειαν και αγάπην, όπως ο ήλιος ο οποίος, χωρίς διάκρισιν, φωτίζει και θερμαίνει όλα τα πλάσματα.

Φαντασθήτε άνθρωπον, ο οποίος προσπαθεί να αποθηκεύση τον ήλιον διά τον εαυτόν του, στερώντας από τους άλλους το φως και τη ζέστη• τούτο θα ήτο παράλογον και αδύνατον. Ομοίως, η επίγειος πραγματικότης μάς καλεί να αναγνωρίσωμεν ότι τα φυσικά αγαθά δεν είναι ιδιοκτησία ολίγων, αλλά κληρονομία όλων. Η αδικία και η πλεονεξία εκ μέρους των ανθρώπων εκτρέπουν την τάξιν της οικονομίας προς την κοινωνικήν ανισότητα και την πείναν, αποκαλύπτοντας την πνευματικήν φθοράν του ανθρωπίνου γένους.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας υπενθυμίζουν ότι η αγάπη, ως θεμέλιον του κοινωνικού βίου, δεν επιτρέπει τον εγωισμόν και την αποστέρησιν των αδελφών. Ο Μέγας Βασίλειος διδάσκει ότι «ο πτωχός δεν είναι άλλος παρά ο ξένος που κατοικεί εντός ημών»• η διακονία δε της αγάπης εις τον πλησίον αποτελεί την πραγμάτωσιν της θείας οικονομίας, η οποία μετασχηματίζει τον κόσμον και ανανεώνει την ανθρώπινη κοινωνίαν.

Ο αληθινός οίκος της οικονομίας είναι η καρδία γεμάτη ταπείνωσιν και συμπόνια, η οποία ανοίγει τα χέρια και το ψυχή στους άλλους, μιμούμενη τον Θεόν, τον απόλυτον Οικονόμον και Δωρητήν παντός αγαθού.

 

Η ψευδής θρησκευτικότητα ως υποκατάστατο της θείας αγάπης

Η ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού φανερώνει επανειλημμένα την τάση του ανθρώπου να υποκαθιστά την αυθεντική σχέση με τον Θεό με εξωτερικά σχήματα θρησκευτικότητας. Ο άνθρωπος κατασκευάζει θρησκείες και λατρευτικά σχήματα που, αντί να οδηγούν στη μετοχή του θείου φωτός, λειτουργούν ως υποκατάστατα της αληθινής αγάπης, της ζωής και της αλήθειας. Το τραγικότερο δε είναι ότι αυτό γίνεται διότι, κατά βάθος, δεν θέλουμε τον Θεό· δεν θέλουμε μια ζωντανή και απαιτητική σχέση, αλλά μια κατασκευή που υπηρετεί την αυτάρκειά μας.

Η αληθινή θρησκεία, όπως καταγράφεται στον λόγο του Θεού και βεβαιώνεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας, δεν είναι τίποτε άλλο από την έμπρακτη φανέρωση της θείας αγάπης, της ταπεινοφροσύνης και της σοφίας που καθοδηγεί τον άνθρωπο σε πνευματική αναγέννηση και διαρκή έξοδο από τον εαυτό του προς τον πλησίον. Ο αδελφός δεν είναι εμπόδιο στη σωτηρία αλλά η ίδια η οδός της.

Όπως σημειώνει ο απόστολος Ιάκωβος, η θρησκεία που ευαρεστεί τον Θεό είναι:

«θρησκεία καθαρά καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ αὕτη ἐστίν• ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου» (Ἰακ. 1,27).

Η θρησκεία αυτή εκδηλώνεται πρώτιστα προς εκείνους που βρίσκονται στο περιθώριο, στις «χαμηλότερες τάξεις», όπως οι χήρες, τα ορφανά, οι φτωχοί, οι συντετριμμένοι· αυτοί είναι τα θεμέλια της Βασιλείας, διότι σ’ αυτούς ο ίδιος ο Χριστός ταυτίστηκε (βλ. Ματθ. 25,40).

Η θρησκεία που δεν περιλαμβάνει την ταπείνωση και την έμπρακτη φιλανθρωπία, αλλά υπηρετεί ιδιοτελείς σκοπούς, προσωπικά συμφέροντα, εγωιστικές φιλοδοξίες και εξουσιαστικές τάσεις, είναι, κατά την πατερική θεολογία, δαιμονική και πλάνη. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος επισημαίνει:

«Ο ταπεινός ουδέποτε πίπτει· η υπερηφάνεια είναι η ρίζα πάσης αιρέσεως και πλάνης».

Η ψευδής ευσέβεια, όταν αποκόπτεται από την ταπείνωση και τη διακονία, καθίσταται μέσο κυριαρχίας και όχι κοινωνίας με τον Θεό.

Τέλος, ο αληθινός θρήσκος, αυτός που μετέχει της όντως πίστεως, είναι εκείνος που διατηρεί εαυτόν αμόλυντο από τον κόσμο (Ιακ. 1,27), όχι με την έννοια της φυγής, αλλά της αντίστασης στην κοσμική νοοτροπία της αυτάρκειας, του ηδονισμού, της υλοφροσύνης και της αποστασίας από τον ζώντα Θεό. Ο κόσμος αυτός, εγκαταλείποντας τον Θεό, παλεύει να επιβιώσει με «ξυλοκέρατα» (Λουκ. 15,16) – υποκατάστατα της ζωής – πιστεύοντας λανθασμένα ότι έτσι εξασφαλίζει ευημερία. Όμως χωρίς τον Θεό, ούτε η ευημερία έχει νόημα, ούτε η ζωή πληρότητα.

Η ύλη ως όργανο σωτηρίας ή καταστροφής

Η εμπειρία της ανθρωπότητας αποδεικνύει πως η ύλη, όταν απολυτοποιείται, μεταβάλλεται σε δεσμωτή του ανθρώπου. Σαν βόας που τυλίγεται σιγά-σιγά γύρω από τον άνθρωπο, τον σφίγγει με την ψευδαίσθηση της ασφάλειας, ώσπου τελικά να τον συντρίψει. Ο λόγος του Κυρίου είναι προειδοποιητικός:

«Ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. 6,21).

Όταν η ύλη γίνεται σκοπός, ο άνθρωπος αποξενώνεται από το πνευματικό του είναι, και υποδουλώνεται στον κοσμικό τρόπο σκέψης· ο ίδιος γίνεται θήραμα των επιθυμιών του (Ιακ. 1,14-15).

Ωστόσο, η ύλη δεν είναι καθεαυτή κακή· είναι δημιουργία του Θεού, και ως τέτοια είναι «καλή λίαν» (Γεν. 1,31). Καταστρέφεται μόνο όταν χάνει τον θεολογικό της προσανατολισμό. Όταν ο άνθρωπος θέτει ως πρώτο στόχο το πνεύμα, και όχι την ύλη, τότε τα υλικά αγαθά γίνονται εργαλεία σωτηρίας. Χρησιμοποιούνται όχι για ιδιοτελή κατανάλωση, αλλά για την ενίσχυση των αδελφών, ιδίως εκείνων που εργάζονται για το κοινό συμφέρον, για την κοινωνική και πνευματική οικοδομή.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει χαρακτηριστικά:

«Ο πλούτος δεν κατακρίνεται όταν χρησιμοποιείται για την ελεημοσύνη, αλλά όταν φυλάσσεται άκαρπος».

Η ύλη αποκτά αιώνια προοπτική μόνο όταν μετουσιώνεται σε πράξη αγάπης.

Ο κόσμος όμως, όντας εμβαπτισμένος στην άγνοια, θεμελιώνεται πάνω στο ψεύδος. Η αλήθεια δεν είναι απλώς θεωρητική έννοια· είναι πρόσωπο:

«Ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια», λέγει ο Χριστός (Ιω. 14,6). Όποιος μετέχει της αλήθειας, ζει ήδη μέσα στην αιώνια Βασιλεία. Ο αληθινός χριστιανός καλείται, όπως ο ίδιος ο Κύριος στην αρχιερατική του προσευχή παρακαλεί:

«ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστιν» (Ιω. 17,17).

Μόνον όταν ο κόσμος ενδύεται την Αλήθεια του Θεού και εγκαθίσταται εντός του ο Χριστός ως Βασιλεύς, τότε αυτός ο κόσμος μεταβάλλεται σε αληθινό κόσμο – στολίδι του σύμπαντος, «κόσμημα του απείρου», όπως εύστοχα σημειώνεται. Καθίσταται τότε ορατή η ευδοκία, η πρόνοια και η αγάπη του Θεού, διότι ο Θεός ευδοκεί εν τῷ εἰρηνοποιῷ, εν τῷ ταπεινῷ, εν τῷ ελεήμονι (βλ. Ματθ. 5).

Και τότε μπορούμε να πούμε το αμήν:

«Ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου, γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ματθ. 6,10).

Νεότερη Παλαιότερη