Ποιος θα συναντήσει τον Ζωντανό Θεό;
Πολλοί λένε πως κατέχουν την αλήθεια. Ο
καθένας διακηρύσσει την ορθότητά του· όλοι δηλώνουν φορείς της αλήθειας. Όμως η
ζωή των ανθρώπων δεν μεταμορφώνεται. Όλοι υφίστανται τα ίδια βάσανα, τις ίδιες
αρρώστιες, την ίδια κατάληξη: τον θάνατο.
Η Αγία Γραφή είναι σαφής: «Ἡ ἁμαρτία γεννᾷ
θάνατον» (Ἰακ. 1,15). Άρα, όπου επικρατεί ο θάνατος, εκεί έχει κυριαρχήσει η
αμαρτία. Ποια όμως είναι η ρίζα αυτής της αμαρτίας; Είναι η κρίση. Η κρίση του
άλλου, η εσωτερική απόρριψη, η καταδίκη. Ο άνθρωπος, αντί να δει τον εαυτό του
εν μετανοία, στρέφει το βλέμμα του στον άλλον για να τον μετρήσει, να τον
μειώσει, να τον εξουθενώσει. Η κρίση αυτή δεν είναι απλώς μια ηθική ατέλεια·
είναι πνευματική τυφλότητα.
Έτσι, αντί να αποδεχθούν την ενανθρώπηση και
ανάσταση του Χριστού ως κάλεσμα για ανακαίνιση της ζωής επί της γης, διατύπωσαν
τη θεωρία πως η ζωή αυτή δεν είναι το θέλημα του Θεού, πως η λύτρωση είναι σε
κάποιον μακρινό «παράδεισο» στον ουρανό, μετά θάνατον. Έφτιαξαν, δηλαδή, έναν
ψευδοπαράδεισο που αρχίζει μόνο όταν πεθάνει το σώμα, αγνοώντας πως ο Χριστός
μάς κάλεσε να ζήσουμε από τώρα την αιώνια ζωή, εν Χριστῷ.
Κανείς δεν συλλογίζεται: «Ο Χριστός
αναστήθηκε· είναι ζωντανός. Εγώ όμως, που είμαι πνευματικά νεκρός, πώς θα τον
συναντήσω;» Πώς ο νεκρός να κοινωνήσει με τον Ζωντανό; Χωρίς μετάνοια, χωρίς
ανάσταση εσωτερική, χωρίς κάθαρση και πίστη ζώσα, ο Θεός παραμένει άγνωστος και
απόμακρος· όχι γιατί Αυτός απομακρύνθηκε, αλλά γιατί ο άνθρωπος αρνήθηκε τη
μεταμόρφωση.
Η πνευματική εμπειρία του Αναστημένου Κυρίου
δεν είναι υπόθεση θεωρητική, ούτε απλώς δόγμα· είναι υπόθεση ζωής. Όποιος δεν
ζει αναστημένα, δεν μπορεί να δει τον Ζώντα Θεό· όποιος παραμένει κριτής, δεν
μπορεί να αγαπήσει· και όποιος δεν αγαπά, δεν έχει γνωρίσει τον Θεό, γιατί «ὁ
Θεὸς ἀγάπη ἐστίν» (Α΄ Ἰω. 4,8).
Ο Παράδεισος δεν είναι αλλού· αρχίζει εδώ,
όταν ο άνθρωπος ελευθερωθεί από το σκοτάδι της κρίσης, της αυτάρκειας και της
ψευδοευσέβειας και ανοίξει τα μάτια του στην Ανάσταση. Τότε, και μόνο τότε,
συναντά τον Ζωντανό Χριστό.
«Η κρίση ως ρίζα της πνευματικής νέκρωσης:
Ζωντανός Χριστός νεκρός άνθρωπος»
Η πνευματική κρίση της σύγχρονης χριστιανοσύνης
δεν έγκειται μόνο στις εξωτερικές διαιρέσεις των δογμάτων, αλλά κυρίως στην
εσωτερική ανικανότητα του ανθρώπου να βιώσει τη σωτηρία ως γεγονός ανάστασης
από τον θάνατο της αμαρτίας. Ενώ όλοι διακηρύσσουν πως κατέχουν την αλήθεια, η
ζωή τους μαρτυρεί μια κοινή εμπειρία: ασθένεια, σύγχυση, απογοήτευση, και
τελικά θάνατο. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι απλώς υπαρξιακό ή κοινωνιολογικό·
είναι θεολογικό, και η ρίζα του βρίσκεται στην αμαρτία, «ἡ ἁμαρτία… ἀποτελεσθεῖσα
ἀποκύει θάνατον» (Ἰακ. 1,15).
Όμως, ποια είναι αυτή η αμαρτία που καθιστά
ακόμη και τους θρησκευόμενους ανθρώπους πνευματικά νεκρούς; Είναι, κατά τη
μαρτυρία του Ευαγγελίου, η κρίση. Ο ίδιος ο Κύριος προειδοποιεί: «Μὴ κρίνετε, ἵνα
μὴ κριθῆτε» (Ματθ. 7,1), διότι η κρίση του άλλου αποκαλύπτει την εγωκεντρική
απομόνωση του ανθρώπου, τον χωρισμό από την κοινωνία της αγάπης και της
μετάνοιας, άρα την αποκοπή από την ίδια τη ζωή. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος τονίζει
χαρακτηριστικά: «Ὁ κρίνας τὸν πλησίον ἐπίκειται τοῦ Θεοῦ ἔργῳ· τοῦτο δὲ τολμῶν,
ὡς ἐπ᾽ αὐτοκράτορι ἐπαίρεται».
Η κρίση οδηγεί, συνεπώς, στη θεολογική
αλλοίωση του σκοπού της παρούσας ζωής. Πολλοί θεωρούν πως η ζωή επί της γης δεν
είναι θέλημα Θεού, αλλά τόπος ματαιότητας και καταδίκης. Υιοθετούν μια παθητική
σωτηριολογία: ο παράδεισος παραπέμπεται σε έναν μεταφυσικό τόπο, πέρα από τον
κόσμο και τον χρόνο, ακυρώνοντας την ευαγγελική αλήθεια πως η βασιλεία του Θεού
«ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» (Λουκ. 17,21). Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει πως ο
σκοπός του ανθρώπου δεν είναι να διαφύγει τον κόσμο, αλλά να τον θεώσει· η ζωή,
ακόμα και στην πτώση της, μπορεί να γίνει πεδίο θείας παρουσίας.
Εδώ εντοπίζεται η τραγωδία: η απώλεια της
εμπειρίας του Αναστημένου Χριστού. Οι άνθρωποι ομολογούν ότι ο Χριστός
αναστήθηκε, αλλά δεν ζουν ως αναστημένοι. Ο Χριστός είναι ζωντανός – όμως ο
άνθρωπος είναι πνευματικά νεκρός. Και όπως παρατηρεί ο άγιος Συμεών ο Νέος
Θεολόγος, «εἰ Χριστὸς ἀνέστη καὶ σὺ οὐκ ἀνέστης, ματαίως πιστεύεις ὅτι ἀνέστη».
Πώς λοιπόν θα συναντήσει ο νεκρός τον Ζώντα; Πώς θα κοινωνήσει το Φως εκείνος
που ζει εν σκότει, γεμάτος κρίση, αυτοδικαίωση και εσωτερική ακοινωνησία;
Η Ανάσταση δεν είναι ιδέα· είναι
πραγματικότητα, πρόσωπο και εμπειρία. Ο θάνατος που κυριαρχεί στη ζωή των
ανθρώπων –είτε ψυχολογικά είτε υπαρξιακά είτε σωματικά– είναι καρπός της
απομάκρυνσης από τον ζώντα Θεό. Όπου δεν υπάρχει μετάνοια, ταπείνωση, αγαπητική
κοινωνία και ελευθερία από την κρίση, εκεί δεν μπορεί να υπάρξει ούτε γνώση του
Θεού, ούτε συμμετοχή στην Ανάστασή Του.
Ο Χριστός μάς καλεί να αναστηθούμε μαζί του
ήδη από τώρα: «συνηγέρθητε τῷ Χριστῷ, τὰ ἄνω ζητεῖτε» (Κολ. 3,1). Και η
ανάσταση αυτή δεν είναι συμβολική· είναι υπαρξιακή, υπαρκτική, πνευματική, και
αρχίζει όταν ο άνθρωπος, αντί να καταδικάζει, αρχίζει να αγαπά· αντί να κρίνει,
αρχίζει να πενθεί· αντί να ζητά αλήθεια εξωτερική, αφήνεται να μεταμορφωθεί από
την Αλήθεια η οποία είναι ο ίδιος ο Χριστός: «ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια» (Ἰω. 14,6).
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄ 11
1Εἴθε 16Πάλιν λέγω, Μηδεὶς ἄς μή μὲ στοχασθῇ ὅτι
εἶμαι ἄφρων· εἰ δὲ μή, δέχθητέ με κἄν ὡς ἄφρονα, διὰ νὰ καυχηθῶ καὶ ἐγὼ ὀλίγον
τι.17Ὅ, τι λαλῶ, εἰς τοῦτο τὸ θάρρος τῆς καυχήσεως, δὲν λαλῶ κατὰ τὸν Κύριον, ἀλλ᾿
ὡς ἄφρων.18Ἐπειδή πολλοὶ καυχῶνται κατὰ τὴν σάρκα, θέλω καυχηθῆ καὶ ἐγώ.19Διότι
σεῖς εὐχαρίστως ὑποφέρετε τοὺς ἄφρονας, ὄντες φρόνιμοι·20ἐπειδή ὑποφέρετε, ἐὰν
τις σᾶς καταδουλόνῃ, ἐὰν τις σᾶς κατατρώγῃ, ἐὰν τις λαμβάνῃ τὰ ὑμῶν, ἐὰν τις ἐπαίρηται,
ἐὰν τις σᾶς κτυπᾷ εἰς τὸ πρόσωπον.21Κατὰ ἀτιμίαν λέγω, ὡς νὰ ἤμεθα ἡμεῖς ἀσθενεῖς.
Ἀλλ᾿ εἰς ὅ, τι τολμᾷ τις, ἀφρόνως ὁμιλῶ, τολμῶ καὶ ἐγώ.22Ἑβραῖοι εἶναι; καὶ ἐγώ·
Ἰσραηλῖται εἶναι; καὶ ἐγώ· σπέρμα Ἀβραὰμ εἶναι; καὶ ἐγώ·23ὑπηρέται τοῦ Χριστοῦ
εἶναι; παραφρονῶν λαλῶ, πλειότερον ἐγώ· εἰς κόπους περισσότερον, εἰς πληγὰς καθ᾿
ὑπερβολήν, εἰς φυλακὰς περισσότερον, εἰς θανάτους πολλάκις.24Ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων
πεντάκις ἔλαβον πληγὰς τεσσαράκοντα παρὰ μίαν,25τρὶς ἐρραβδίσθην, ἅπαξ ἐλιθοβολήθην,
τρὶς ἐναυάγησα, ἕν ἡμερονύκτιον ἐν τῷ βυθῷ ἔκαμον.26εἰς ὁδοιπορίας πολλάκις, εἰς
κινδύνους ποταμῶν, κινδύνους ληστῶν, κινδύνους ἐκ τοῦ γένους, κινδύνους ἐξ ἐθνῶν,
κινδύνους ἐν πόλει, κινδύνους ἐν ἐρημίᾳ, κινδύνους ἐν θαλάσσῃ, κινδύνους ἐν
ψευδαδέλφοις·27ἐν κόπῳ καὶ μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν πείνῃ καὶ δίψῃ, ἐν
νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καὶ γυμνότητι·28ἐκτὸς τῶν ἐξωτερικῶν ὁ καθ᾿ ἡμέραν
ἐπικείμενος εἰς ἐμὲ ἀγών, ἡ μέριμνα πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν.29Τίς ἀσθενεῖ, καὶ δὲν ἀσθενῶ;
τίς σκανδαλίζεται, καὶ ἐγὼ δὲν φλέγομαι;
30Ἐὰν πρέπῃ νὰ καυχῶμαι, θέλω καυχηθῆ εἰς τὰ
τῆς ἀσθενείας μου. 31Ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὤν εὐλογητὸς
εἰς τοὺς αἰῶνας, γνωρίζει ὅτι δὲν ψεύδομαι.32Ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης τοῦ βασιλέως
Ἀρέτα ἐφρούρει τὴν πόλιν τῶν Δαμασκηνῶν, θέλων νὰ μὲ πιάσῃ,33καὶ διὰ θυρίδος ἀπὸ
τοῦ τείχους κατεβιβάσθην ἐν κοφίνῳ καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ.
Η ανεπάρκεια της ανθρώπινης κρίσης.
Για να μπορεί κάποιος να κρίνει δίκαια τον συνάνθρωπό
του, θα έπρεπε να έχει ζήσει την ακριβή βιογραφία του. Κάθε ανθρώπινη κρίση
κινδυνεύει να είναι επιφανειακή, κατ’ όψιν, και όχι «δικαία κρίσις» (Ιω. 7,24),
την οποία μόνον ο Θεός μπορεί να προσφέρει, όντας καρδιογνώστης (Ψαλμ. 7,10).
Όπως λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος: «Ὁ ἄνθρωπος ὁ
κρίνον τὸν πλησίον, τὴν ἀγάπην ἀπεβάλετο» (Λόγος κβ΄).Κάθε φορά που κρίνουμε
τον άλλο, στην πραγματικότητα παραιτούμεθα από την αγάπη – την αληθινή εντολή
του Χριστού. Ο Θεός έδωσε στον καθένα αποστολή μοναδική. Ο Άγιος Μάξιμος ο
Ομολογητής εξηγεί πως ο καθένας έχει «ἰδίαν προαίρεσιν» και διαφορετική
«κατάστασιν» μέσα στην πρόνοια του Θεού (Ambigua 7).
Η κρίση προς τον άλλο οδηγεί στην υπεροψία
και τελικά στην καταδίκη: «Σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην;» (Ρωμ. 14,4).
Ο Απόστολος Παύλος τονίζει ότι κανείς δεν
έχει το δικαίωμα να κρίνει τον δούλο του Θεού. Η κρίση μας φανερώνει την
επιθυμία ελέγχου, την ανάγκη να υποτάξουμε τον άλλον στα δικά μας μέτρα,
παραγνωρίζοντας ότι ο Θεός «πολυτρόπως καὶ πολυμερῶς» (Εβρ. 1,1) εργάζεται την
σωτηρία του κάθε ανθρώπου. Το να κρίνουμε τον άλλον είναι σαν να κρατούμε την
ταυτότητα του θανάτου, διότι στερούμε την ελπίδα και την δυνατότητα
μεταστροφής. Ο ίδιος ο Χριστός, ενώπιον της αμαρτωλής γυναίκας, είπε:
«Ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλέτω» (Ιω.
8,7).
Η φράση αυτή ακυρώνει κάθε κατηγορία που δεν
προέρχεται από την καθαρότητα της καρδιάς. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος
συμπληρώνει: «Ἐὰν εἴδῃς ἁμαρτάνοντα, μὴ κατακρίνῃς, ὅτι οὐκ οἶδας τί ἐποίησεν ὁ
Θεὸς μὲ αὐτόν κατ’ ἰδίαν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ».
Η τάση να κρίνουμε συχνά συνοδεύεται από τον
σκανδαλισμό – την εσωτερική διατάραξη ενώπιον του άλλου. Όμως ο Χριστός είναι σαφής:
«Οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι’ οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται» (Λουκ. 17,1).
Τα σκάνδαλα είναι αναπόφευκτα στην πτώση του
κόσμου, αλλά η απάθεια – όχι η αδιαφορία, αλλά η ανιδιοτελής καθαρότητα της
καρδιάς – αποτελεί την ενδεδειγμένη πνευματική στάση.
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέγει: «Ὁ ἀπαθὴς
εἶναι ὁ ἀναμάρτητος, ἢ ὁ μετανοήσας τελείως» (Κλίμαξ, Λόγος 26).
Μόνον όταν πάψουμε να σκανδαλιζόμαστε από
τους άλλους, πλησιάζουμε την τελειότητα της αγάπης, η οποία «πάντα ἐλπίζει,
πάντα ἀνέχεται» (Α΄ Κορ. 13,7). Οι άνθρωποι του θεού δεν κρίνουν. Βλέπουν τον
κάθε άνθρωπο ως εικόνα Χριστού, ακόμη και στην κατάσταση της πτώσεως. Ο αββάς
Παμβώ προσευχόταν για τον ληστή όπως και για τον δίκαιο∙ και ο Άγιος Σιλουανός
ο Αθωνίτης διδάσκει:
«Να κρατάς τον νου σου στον Άδη, αλλά να μην
απελπίζεσαι». Αυτό σημαίνει να βλέπεις το βάθος της ανθρώπινης τραγικότητας
χωρίς ποτέ να εκφέρεις καταδικαστική κρίση. Οι άγιοι δεν σκανδαλίζονται, γιατί
πιστεύουν ότι «τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ρωμ. 8,28).
Η πνευματική ωριμότητα συνίσταται στην πίστη
ότι κάθε τι στη ζωή – ακόμη και η πρόκληση από τον άλλον – επιτρέπει ο Θεός για
τον αγιασμό μας. Ο δρόμος της αγιότητας δεν περνά από την ηθική επικριτικότητα,
αλλά από την ταπεινή μακροθυμία.
Η αποφυγή της κρίσης και η μη αποδοχή του
σκανδάλου αποτελούν σημεία πνευματικής προόδου και γνησιότητας. Μόνον η αγάπη
σώζει, και αυτή γεννιέται στην καρδιά που δεν συγκρίνει, δεν κατηγορεί, δεν
φανατίζεται. Ο λόγος του Χριστού μας προσκαλεί στην ελευθερία του πνεύματος: «Μὴ
κρίνετε, καὶ οὐ μὴ κριθῆτε• μὴ καταδικάζετε, καὶ οὐ μὴ καταδικασθῆτε• ἀπολύετε,
καὶ ἀπολυθήσεσθε» (Λουκ. 6,37). Ας μην κάνουμε τους «έξυπνους» ή «δασκάλους»,
αλλά ας γίνουμε φίλοι και αδελφοί, συμπορευόμενοι όλοι προς τη μεταμόρφωση εν
Χριστῷ. Η κρίση δεν είναι έργο μας∙ η αγάπη είναι. Αμήν.
