«Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν· ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες.
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.»
Νεοελληνική Απόδοση.
«Κάνε να λάμψει μέσα στις καρδιές μας, φιλάνθρωπε Δεσπότη, το καθαρό φως της θεογνωσίας σου, και άνοιξε τα μάτια του μυαλού μας για να κατανοήσουμε τα ευαγγελικά σου κηρύγματα. Βάλε μέσα μας και τον φόβο των μακάριων εντολών σου, ώστε, αφού καταπατήσουμε κάθε σαρκική επιθυμία, να ζήσουμε πνευματική ζωή, σκεπτόμενοι και πράττοντας όλα όσα είναι αρεστά σε Εσένα. Γιατί Εσύ είσαι ο φωτισμός των ψυχών και των σωμάτων μας, Χριστέ ο Θεός, σε Εσένα αναπέμπουμε τη δόξα, μαζί με τον άναρχο Πατέρα σου και το πανάγιο, αγαθό και ζωοποιό σου Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.»
Η Θεία Λειτουργία και η διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποτελούν ένα διαρκές προσκλητήριο αγάπης, μετάνοιας και πνευματικής αναγέννησης. Μέσα από τις ευχές, τις εκφωνήσεις, τα αναγνώσματα και τους ύμνους της λατρείας, ο ιερέας απευθύνει στον άνθρωπο διαχρονικές νουθεσίες που αποκαλύπτουν τη φύση του Θεού, τον δρόμο για τη σωτηρία και την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η Θεία Λειτουργία δεν γράφτηκε από έναν μόνο άνθρωπο. Η μορφή που τελούμε σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία έχει διαμορφωθεί μέσα στους αιώνες.
Οι δύο βασικές Θείες Λειτουργίες που χρησιμοποιούνται σήμερα είναι:
Η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που τελείται τις περισσότερες Κυριακές και καθημερινές ημέρες.
Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, που τελείται σε ορισμένες μεγάλες εορτές και σε συγκεκριμένες ημέρες του έτους.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Μέγας Βασίλειος δεν δημιούργησαν τη Θεία Λειτουργία από το μηδέν. Παρέλαβαν μια πολύ αρχαιότερη αποστολική και εκκλησιαστική παράδοση και επεξεργάστηκαν, συνέταξαν και διαμόρφωσαν ιδιαίτερα τις ευχές και τη λειτουργική τάξη που συνδέθηκε με το όνομά τους.
Η βαθύτερη ρίζα της Θείας Λειτουργίας βρίσκεται ήδη στην Αποστολική Εκκλησία, ιδιαίτερα στον Μυστικό Δείπνο του Χριστού, όταν ο Κύριος είπε:
«Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν».
Επομένως, όταν λέμε «Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου», δεν εννοούμε ότι ο Χρυσόστομος επινόησε τη Θεία Λειτουργία. Εννοούμε ότι η συγκεκριμένη λειτουργική μορφή και ιδιαίτερα η αναφορά της, οι ευχές και η τάξη της συνδέθηκαν με την παράδοση που διαμορφώθηκε γύρω από εκείνον.
οι υπέροχες φράσεις «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους», «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν», «Ὅτι ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς ὑπάρχεις», δεν είναι απλώς ωραία λόγια ενός συγγραφέα. Είναι έκφραση ολόκληρης της πίστεως και της ζωής της αρχαίας Εκκλησίας.
Η Θεία Λειτουργία δεν είναι απλώς μία ακολουθία που παρακολουθούμε. Είναι μία ολόκληρη θεολογία, μία ολόκληρη διδασκαλία ζωής, ένας δρόμος που μας οδηγεί από τον εαυτό μας προς τον Θεό και από τον Θεό προς τον συνάνθρωπο. Μέσα στις ευχές, στις δεήσεις, στους ύμνους και στις εκφωνήσεις της Εκκλησίας βρίσκονται συγκεντρωμένα μεγάλα μυστήρια της χριστιανικής ζωής. Αν ο άνθρωπος άκουγε πραγματικά τη Θεία Λειτουργία και προσπαθούσε να εφαρμόσει στην καθημερινότητά του αυτά που λέει, θα μπορούσε να αλλάξει ολόκληρη η ζωή του. Γιατί η Θεία Λειτουργία δεν μας διδάσκει μόνο πώς να στεκόμαστε μπροστά στον Θεό, αλλά και πώς να στεκόμαστε απέναντι στον αδελφό μας. Μας μαθαίνει να ζητούμε έλεος, να προσφέρουμε έλεος, να συγχωρούμε, να αγαπούμε, να συμφιλιωνόμαστε, να αφήνουμε την κατάκριση, να αναγνωρίζουμε τη δική μας αδυναμία και να εμπιστευόμαστε τη ζωή μας στη φιλανθρωπία του Θεού.
Από την αρχή της Θείας Λειτουργίας ακούμε μία από τις πιο συχνές και πιο βαθιές δεήσεις, «Κύριε, ἐλέησον». Ο λαός δεν λέει, «Κύριε, δικαίωσέ με», ούτε «Κύριε, τιμώρησε τον άλλον», ούτε «Κύριε, δείξε ότι εγώ έχω δίκιο». Λέει, «Κύριε, ἐλέησον». Αυτό από μόνο του είναι ένα ολόκληρο μάθημα ταπεινώσεως. Ο άνθρωπος που ζητά έλεος αναγνωρίζει ότι δεν είναι αυτάρκης. Αναγνωρίζει ότι έχει ανάγκη από τον Θεό. Δεν παρουσιάζεται ενώπιον του Θεού ως αυτάρκης και τέλειος, αλλά ως άνθρωπος που χρειάζεται τη φιλανθρωπία Του. Και ίσως αυτή να είναι μία από τις σημαντικότερες λέξεις που μπορεί να μάθει ο άνθρωπος στη ζωή του, «Κύριε, ελέησόν με».
Η Θεία Λειτουργία μάς διδάσκει λοιπόν από την αρχή ότι ο δρόμος προς τον Θεό δεν αρχίζει από την αυτοδικαίωση, αλλά από την ταπείνωση. Δεν αρχίζει από το «είμαι καλός», αλλά από το «Κύριε, ελέησόν με». Δεν αρχίζει από το να εξετάζω πόσο χειρότερος είναι ο άλλος, αλλά από το να δω τη δική μου ανάγκη για τη Χάρη. Και όσο περισσότερο ο άνθρωπος καταλαβαίνει το νόημα του «Κύριε, ελέησον», τόσο λιγότερο αισθάνεται την ανάγκη να κατακρίνει τους άλλους. Γιατί όποιος γνωρίζει ότι χρειάζεται ο ίδιος έλεος, δυσκολεύεται να γίνει σκληρός απέναντι στον αδελφό του.
Λίγο αργότερα η Εκκλησία μάς δίνει μία ακόμη μεγάλη διδασκαλία, «Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν ἡμῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». Ζητούμε την άνωθεν ειρήνη. Δεν ζητούμε απλώς να σταματήσουν οι εξωτερικές δυσκολίες. Ζητούμε μία ειρήνη που έρχεται από πάνω, από τον Θεό. Γιατί μπορεί ο άνθρωπος να έχει εξωτερικά ησυχία και εσωτερικά να βρίσκεται σε πόλεμο. Μπορεί να έχει χρήματα και να μην έχει ειρήνη. Μπορεί να έχει ανθρώπους γύρω του και να αισθάνεται μόνος. Μπορεί να έχει υγεία και να ζει μέσα στον φόβο. Η Εκκλησία μάς μαθαίνει να ζητούμε πρώτα την ειρήνη του Θεού, εκείνη την ειρήνη που μπορεί να κατοικήσει στην καρδιά ακόμη και μέσα στις δοκιμασίες.
Και αμέσως μετά ακούμε, «Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». Προσέξτε πόσο μεγάλη είναι η καρδιά της Εκκλησίας. Δεν προσεύχεται μόνο για τον εαυτό της. Προσεύχεται για όλο τον κόσμο, για την ειρήνη του κόσμου, για τις Εκκλησίες, για την ενότητα όλων. Ο χριστιανός δεν μπορεί να ζει μόνο για τον εαυτό του. Η προσευχή του πρέπει να πλαταίνει. Από «εγώ» να γίνεται «εμείς». Από «η δική μου ζωή» να γίνεται «η ζωή όλων». Από «το δικό μου πρόβλημα» να γίνεται προσευχή και για τον πόνο του άλλου.
Και εδώ αρχίζει να αποκαλύπτεται ένας πολύ σημαντικός κανόνας της πνευματικής ζωής, η πραγματική σχέση με τον Θεό μάς ανοίγει προς τον άνθρωπο. Όσο περισσότερο αγαπούμε τον Θεό, τόσο περισσότερο πρέπει να ανοίγει η καρδιά μας για τον συνάνθρωπο. Η προσευχή που μας κάνει πιο σκληρούς δεν έχει ακόμη καρποφορήσει μέσα μας όπως πρέπει. Η γνώση που μας κάνει να περιφρονούμε τους άλλους δεν έχει γίνει ακόμη σοφία. Η θρησκευτικότητα που μας κάνει να θεωρούμε όλους τους άλλους ανάξιους χρειάζεται να εξεταστεί ξανά μέσα στο φως του Ευαγγελίου.
Η Θεία Λειτουργία μάς καλεί να προσευχηθούμε, «Ὑπὲρ τῶν ἐν πνεύματι πίστει καὶ εὐλαβείᾳ κατοικούντων ἐν αὐτῷ». Προσευχόμαστε για τον τόπο, για τους ανθρώπους, για ολόκληρη την κοινωνία. Και μέσα σε αυτή τη μεγάλη προσευχή υπάρχει μία εκπληκτική παιδαγωγία, δεν μπορώ να πηγαίνω στη Θεία Λειτουργία και να έχω στην καρδιά μου μίσος για τον άνθρωπο. Δεν μπορώ να λέω «Κύριε, ελέησον» και να μη θέλω να ελεήσω. Δεν μπορώ να ζητώ από τον Θεό συγχώρηση και ταυτόχρονα να αρνούμαι κάθε συγχώρηση στον άλλον.
Σε ένα από τα σημαντικότερα σημεία της Θείας Λειτουργίας ακούμε, «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν». Τι θαυμάσια σειρά. Πρώτα, «Ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον», και έπειτα, «για να ομολογήσουμε με μία καρδιά». Η Εκκλησία συνδέει την αγάπη μεταξύ των ανθρώπων με την ενότητα της πίστεως. Δεν μας λέει απλώς να γνωρίζουμε την πίστη, αλλά να ζούμε με τέτοιο τρόπο ώστε η καρδιά μας να μην είναι γεμάτη έχθρα, διχασμό και υπερηφάνεια.
Η αγάπη δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο της χριστιανικής ζωής. Είναι η ίδια η προϋπόθεση για να μπορούμε να στεκόμαστε ενώπιον του Θεού με αλήθεια. Η Αποστολική Διακονία, παρουσιάζοντας τη λειτουργική αυτή φράση, επισημαίνει ακριβώς ότι η πορεία προς την προσφορά και την ουράνια πραγματικότητα της Θείας Λειτουργίας συνδέεται με την ειρήνη, την ομόνοια και την αγάπη.
Και εδώ πρέπει να σταθούμε για λίγο. Τι σημαίνει «ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους»; Δεν σημαίνει ότι θα συμφωνούμε πάντοτε σε όλα. Δεν σημαίνει ότι θα θεωρούμε σωστό κάθε λάθος του άλλου. Δεν σημαίνει ότι θα καταργήσουμε την αλήθεια. Σημαίνει ότι ακόμη και όταν διαφωνούμε, δεν παύουμε να βλέπουμε τον άλλον ως άνθρωπο που φέρει την εικόνα του Θεού. Μπορώ να διαφωνώ χωρίς να μισώ. Μπορώ να ελέγχω μία πράξη χωρίς να περιφρονώ τον άνθρωπο. Μπορώ να κρατώ την πίστη μου χωρίς να δηλητηριάζω την καρδιά μου με μίσος. Μπορώ να προστατεύω την αλήθεια χωρίς να χάσω την αγάπη.
Και πόσο μεγάλη ανάγκη έχει ο κόσμος μας από αυτή τη φράση, «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους». Οι άνθρωποι σήμερα συγκρούονται για τα πάντα. Για ιδέες, για χρήματα, για πολιτικές απόψεις, για κοινωνικά ζητήματα, για οικογενειακά θέματα, ακόμη και για θρησκευτικά ζητήματα. Ο καθένας θέλει να αποδείξει ότι έχει δίκιο. Η Θεία Λειτουργία όμως μας τραβάει από το «εγώ έχω δίκιο» στο «ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον». Γιατί ακόμη και η αλήθεια, όταν μεταφέρεται χωρίς αγάπη, μπορεί να γίνει στα χέρια του ανθρώπου εργαλείο πληγής.
Και αμέσως μετά ο λειτουργός λέει, «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας». Δεν λέει, «ας σηκώσουμε μόνο τα χέρια μας». Λέει, «ας υψώσουμε τις καρδιές μας». Γιατί ο Θεός θέλει την καρδιά. Μπορεί το σώμα να βρίσκεται στον ναό και η καρδιά να βρίσκεται αλλού. Μπορεί να ακούμε τη Θεία Λειτουργία και να σκεφτόμαστε ποιος μας αδίκησε. Μπορεί να ψάλλουμε και μέσα μας να κατακρίνουμε. Μπορεί να κοινωνούμε και να κρατούμε θυμό. Η Εκκλησία όμως μας λέει, «Άνω σχώμεν τας καρδίας». Ας σηκώσουμε την καρδιά μας από τα γήινα προς τα ουράνια.
Και ο λαός απαντά, «Ἔχομεν πρὸς τὸν Κύριον». Αυτό είναι μία μεγάλη ομολογία. Δεν λέμε ότι έχουμε τις καρδιές μας στα χρήματα, στη δόξα, στην εκδίκηση, στη ζήλια, στην αυτοδικαίωση. Λέμε, «Έχουμε τις καρδιές μας προς τον Κύριο». Αυτό είναι ολόκληρος δρόμος ζωής. Να μάθει ο άνθρωπος να μεταφέρει την καρδιά του προς τον Θεό.
Στη συνέχεια ακούμε, «Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ». Και ο λαός απαντά, «Ἄξιον καὶ δίκαιον». Η Θεία Λειτουργία είναι κατεξοχήν ευχαριστία. Ο άνθρωπος μαθαίνει να λέει ευχαριστώ. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό για την ψυχή. Γιατί η γογγυστική καρδιά βλέπει πάντοτε τι της λείπει, ενώ η ευγνώμων καρδιά βλέπει τι της έχει δοθεί. Ο άνθρωπος που δεν ευχαριστεί ποτέ μπορεί να έχει πολλά και να αισθάνεται πάντοτε φτωχός. Ο άνθρωπος που έμαθε να ευχαριστεί μπορεί να περάσει μέσα από δυσκολίες χωρίς να χάσει την εσωτερική του ελπίδα.
Η Θεία Λειτουργία μας εκπαιδεύει λοιπόν στην ευγνωμοσύνη. Μας μαθαίνει να βλέπουμε τη ζωή όχι ως αυτονόητο δικαίωμα, αλλά ως δώρο. Την ύπαρξη ως δώρο, τον χρόνο ως δώρο, τους ανθρώπους ως δώρο, τη δυνατότητα να μετανοήσουμε ως δώρο, την Εκκλησία ως δώρο, τη Θεία Κοινωνία ως δώρο, τη δυνατότητα να προσευχηθούμε ως δώρο.
Και μέσα στην ευχαριστιακή ευχή ακούμε μία συγκλονιστική διατύπωση, «Σὺ εἶ ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν». Ο Χριστός είναι εκείνος που προσφέρει και προσφέρεται. Δεν στεκόμαστε μόνοι μας απέναντι στον Θεό. Ο ίδιος ο Χριστός είναι ο προσφέρων και ο προσφερόμενος. Αυτό μας δείχνει ότι η σωτηρία δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα, αλλά χάρη και δωρεά του Θεού. Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας αναπτύσσει ακριβώς αυτό το μυστήριο, εξηγώντας ότι ο Χριστός είναι ο προσφέρων και προσφερόμενος στη Θεία Λειτουργία.
Και εδώ συναντούμε τη θεία Χάρη. Πόσες φορές ο άνθρωπος νομίζει ότι θα σωθεί μόνο με τη δική του προσπάθεια. Η Εκκλησία όμως μας μαθαίνει να εργαζόμαστε, αλλά ταυτόχρονα να γνωρίζουμε ότι όλα τελικά είναι δώρο της Χάριτος. Ο αγώνας μας είναι αληθινός, η προσευχή μας είναι αληθινή, η μετάνοιά μας είναι αληθινή, αλλά ο άνθρωπος δεν μπορεί να καυχηθεί μπροστά στον Θεό σαν να δημιούργησε μόνος του τη σωτηρία του.
Στην ευχή της Εκτενούς Ικεσίας ακούμε, «Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, τὴν ἐκτενῆ ταύτην ἱκεσίαν πρόσδεξαι παρὰ τῶν σῶν δούλων καὶ ἐλέησον ἡμᾶς κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου, καὶ τοὺς οἰκτιρμούς σου κατάπεμψον ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ πάντα τὸν λαόν σου, τὸν ἀπεκδεχόμενον τὸ παρὰ σοῦ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος».
Τι σημαίνει αυτό; Η Εκκλησία δεν ζητά λίγο έλεος. Ζητά «μέγα και πλούσιο έλεος». Γιατί γνωρίζει ότι η ανθρώπινη αδυναμία είναι μεγάλη, αλλά ακόμη μεγαλύτερη είναι η φιλανθρωπία του Θεού. Και προσέξτε ότι δεν λέει μόνο «ελέησέ με», αλλά «επί πάντα τον λαόν σου». Το έλεος που ζητώ για μένα το ζητώ και για τους άλλους. Δεν μπορώ να θέλω τον Θεό ελεήμονα προς εμένα και αυστηρό προς όλους τους άλλους.
Στο τέλος της ίδιας ευχής ακούμε, «Ὅτι ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς ὑπάρχεις». Αυτή η φράση θα μπορούσε να γίνει ολόκληρη η βάση της ζωής μας. Ο Θεός είναι ελεήμων και φιλάνθρωπος. Η Εκκλησία δεν παρουσιάζει έναν Θεό που χαίρεται με την καταστροφή του ανθρώπου, αλλά έναν Θεό που καλεί, θεραπεύει, συγχωρεί, περιμένει και σώζει. Η Αποστολική Διακονία παραθέτει αυτή την ευχή ακριβώς με την αναφορά στο «μέγα και πλούσιον έλεος» του Θεού και στη φιλανθρωπία Του.
Και μετά φτάνουμε σε μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές, όταν ο λειτουργός λέει, «Ἵνα ὑπὸ τοῦ κράτους σου πάντοτε φυλαττόμενοι, σοὶ δόξαν ἀναπέμπωμεν». Δεν λέμε ότι θα τα καταφέρουμε μόνοι μας. Ζητούμε να φυλασσόμαστε από τη δύναμη του Θεού. Πόση ταπείνωση υπάρχει εδώ. Ο άνθρωπος παραδέχεται ότι χρειάζεται προστασία. Δεν είναι παντοδύναμος. Δεν μπορεί να ελέγξει τα πάντα. Δεν μπορεί να γνωρίζει τι θα συμβεί αύριο. Χρειάζεται τον Θεό.
Και στην ευχή πριν από το Χερουβικό ακούμε, «Οὐδεὶς ἄξιος τῶν συνδεδεμένων ταῖς σαρκικαῖς ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἢ προσεγγίζειν ἢ λειτουργεῖν σοι, Βασιλεῦ τῆς δόξης». Η Εκκλησία δεν μας αφήνει να σταθούμε ενώπιον του Θεού με υπερηφάνεια. Μας θυμίζει την ανθρώπινη αδυναμία μας. Δεν λέμε, «είμαι άξιος». Λέμε ότι η προσέγγισή μας στον Θεό είναι χάρη και δωρεά.
Αυτό όμως δεν πρέπει να μας οδηγήσει στην απελπισία. Η ταπείνωση της Εκκλησίας δεν είναι απελπισία, είναι εμπιστοσύνη. Δεν λέμε, «είμαι ανάξιος, άρα ο Θεός δεν με θέλει». Λέμε, «είμαι ανάξιος και όμως ο Θεός με καλεί». Αυτή είναι η ομορφιά της Χάριτος. Η Χάρη δεν έρχεται επειδή εμείς κατορθώσαμε να γίνουμε τέλειοι, αλλά επειδή ο Θεός είναι αγαθός.
Και η ίδια ευχή συνεχίζει με τα λόγια, «Σὺ γὰρ εἶ ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν». Η σωτηρία έχει κέντρο τον Χριστό. Δεν είναι η αυτοβελτίωση του ανθρώπου. Δεν είναι ένα σύστημα τελειοποίησης. Είναι κοινωνία με τον Χριστό.
Όταν πλησιάζει η στιγμή της Θείας Κοινωνίας, ακούμε, «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε». Προσέξτε τις τρεις λέξεις, φόβος Θεού, πίστη και αγάπη. Δεν λέει «με υπερηφάνεια». Δεν λέει «με αυτοπεποίθηση ότι είμαι τέλειος». Λέει με φόβο Θεού, πίστη και αγάπη. Η Θεία Κοινωνία δεν είναι μια κοινωνική συνήθεια. Είναι η προσέλευση προς τον Χριστό.
Και ο Χριστός γίνεται για τον άνθρωπο τροφή ζωής. «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε, πηγῆς ἀθανάτου γεύσασθε». Τι θαυμαστή εικόνα. Πηγή αθανασίας. Ο άνθρωπος που φοβάται τον θάνατο καλείται να πλησιάσει την Πηγή της Ζωής. Ο άνθρωπος που αισθάνεται πνευματικά ξηρός καλείται να πλησιάσει την Πηγή. Ο άνθρωπος που έχει χάσει την ελπίδα του καλείται να πλησιάσει τον Χριστό.
Και εδώ η Θεία Λειτουργία μάς θυμίζει κάτι πολύ βαθύ, η αληθινή ζωή του ανθρώπου δεν βρίσκεται μόνο σε όσα αποκτά εξωτερικά. Ο άνθρωπος μπορεί να έχει πολλά και να είναι εσωτερικά άδειος. Μπορεί να έχει χρήματα, κοινωνική θέση, γνώσεις και επιτυχίες και να διψά. Η ψυχή όμως διψά για τον Θεό. Και ο Χριστός προσφέρεται ως ζωή.
Μετά τη Θεία Κοινωνία, ο άνθρωπος δεν καλείται να μείνει ίδιος. Η Θεία Λειτουργία μάς στέλνει ξανά στον κόσμο. Η Εκκλησία δεν είναι ένας τόπος όπου κλεινόμαστε για λίγο από την πραγματικότητα και μετά επιστρέφουμε ακριβώς όπως ήμασταν. Πηγαίνουμε στη Λειτουργία για να μεταμορφωθεί ο τρόπος με τον οποίο ζούμε έξω από τον ναό. Αν κοινωνήσαμε και συνεχίζουμε να μισούμε, κάτι πρέπει να εξετάσουμε. Αν κοινωνήσαμε και συνεχίζουμε να κατακρίνουμε, κάτι πρέπει να εξετάσουμε. Αν κοινωνήσαμε και συνεχίζουμε να μην μπορούμε να συγχωρήσουμε, κάτι πρέπει να εξετάσουμε. Αν κοινωνήσαμε και δεν μπορούμε να αγαπήσουμε, πρέπει να επιστρέψουμε στην καρδιά του μυστηρίου.
Γι’ αυτό η Θεία Λειτουργία είναι ένα μεγάλο σχολείο συγχωρήσεως. Κάθε φορά που λέμε «Κύριε, ελέησον», θυμόμαστε ότι και εμείς ζούμε από το έλεος. Κάθε φορά που προσευχόμαστε για «την των πάντων ένωσιν», θυμόμαστε ότι δεν πρέπει να καλλιεργούμε διχασμό. Κάθε φορά που ακούμε «Αγαπήσωμεν αλλήλους», θυμόμαστε ότι η αγάπη δεν είναι θεωρία. Κάθε φορά που λέμε «Άνω σχώμεν τας καρδίας», θυμόμαστε να σηκώνουμε την καρδιά μας από τα μικρά και τα γήινα προς τον Θεό.
Και πόσο όμορφα συνδέονται όλα αυτά με τη διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Η Αποστολική Διακονία, παρουσιάζοντας τη διδασκαλία του για την αγάπη, παραθέτει ότι ο Χρυσόστομος την ονομάζει «ρίζα πάντων τῶν ἀγαθῶν», «βασιλίδα τῶν ἀρετῶν» και τονίζει ότι η αγάπη είναι το γνώρισμα των μαθητών του Χριστού. Αυτό ταιριάζει απόλυτα με το πνεύμα της Θείας Λειτουργίας, γιατί η Λειτουργία δεν μας καλεί απλώς να αγαπούμε τον Θεό με λόγια, αλλά να εισερχόμαστε σε κοινωνία μαζί Του και μεταξύ μας.
Ο Άγιος Παΐσιος έλεγε ότι η αγάπη και η ταπείνωση είναι αδελφωμένες αρετές, ότι η αληθινή αγάπη είναι δεμένη με την ταπείνωση και ότι εκεί όπου υπάρχει αγάπη κατοικεί ο Χριστός. Αυτό μπορούμε να το δούμε ζωντανά μέσα στη Θεία Λειτουργία. Δεν υπάρχει αληθινή αγάπη χωρίς ταπείνωση, γιατί η αγάπη λέει «εσύ», ενώ ο εγωισμός λέει πάντοτε «εγώ». Η αγάπη χωράει τον άλλον, η υπερηφάνεια τον διώχνει. Η αγάπη συγχωρεί, η υπερηφάνεια κρατά λογαριασμό. Η αγάπη χαίρεται με την πρόοδο του άλλου, η ζήλια λυπάται.
Και πόσο μεγάλη είναι η σημασία της φράσης, «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν, κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα». Όλα όσα έχουμε προέρχονται τελικά από τον Θεό. Τίποτε δεν είναι απόλυτα δικό μας. Ούτε η ζωή μας, ούτε ο χρόνος μας, ούτε η δύναμή μας, ούτε τα χαρίσματά μας. Όταν το καταλάβει αυτό ο άνθρωπος, μειώνεται η υπερηφάνεια. Γιατί πώς θα καυχηθώ για ένα χάρισμα που μου δόθηκε; Πώς θα περιφρονήσω κάποιον που δεν έχει αυτό που έχω εγώ, όταν γνωρίζω ότι όλα είναι δωρεά;
Η Θεία Λειτουργία λοιπόν θεραπεύει και την υπερηφάνεια. Μας μαθαίνει να προσφέρουμε στον Θεό «τα Σα εκ των Σων». Αυτό σημαίνει ευγνωμοσύνη και ταπείνωση. Δεν είμαι αυτοδημιούργητος. Είμαι άνθρωπος που δέχθηκε. Δέχθηκε ζωή, δέχθηκε χρόνο, δέχθηκε ανθρώπους, δέχθηκε ευκαιρίες, δέχθηκε χαρίσματα, δέχθηκε τη δυνατότητα να μετανοήσει.
Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη. Η Θεία Λειτουργία μας μαθαίνει να προσευχόμαστε για ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε. Προσευχόμαστε για «τους πλέοντας, τους οδοιπορούντας, τους νοσούντας, τους καμνόντας, τους αιχμαλώτους». Προσευχόμαστε για εκείνους που βρίσκονται σε ανάγκη. Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία μάς βγάζει από τον στενό κύκλο του εαυτού μας. Δεν μπορώ να λέω ότι αγαπώ τον Θεό και να αδιαφορώ για τον πόνο του κόσμου.
Και η Θεία Λειτουργία φτάνει ακόμη και στους κεκοιμημένους. Προσευχόμαστε για εκείνους που έφυγαν από τη ζωή. Αυτό είναι μία από τις πιο συγκινητικές εκφράσεις της αγάπης της Εκκλησίας. Ο θάνατος δεν ακυρώνει την αγάπη. Η Εκκλησία συνεχίζει να μνημονεύει, να προσεύχεται, να θυμάται. Δεν ξεχνά τους ανθρώπους. Η αγάπη δεν λέει, «πέθανε, άρα τελείωσε». Η Εκκλησία συνεχίζει να παρακαλεί τον Θεό για την ανάπαυση και το έλεος.
Και στο σημείο αυτό μπορούμε να καταλάβουμε γιατί η Θεία Λειτουργία είναι πραγματικά μία σύναξη αγάπης. Εκεί συναντώνται άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους. Πλούσιοι και φτωχοί, μορφωμένοι και απλοί, νέοι και ηλικιωμένοι, άνθρωποι με διαφορετικές ιστορίες. Μπροστά στο Άγιο Ποτήριο όμως κανείς δεν μπορεί να καυχηθεί για το κοινωνικό του αξίωμα. Όλοι έχουν ανάγκη από τον Χριστό.
Αυτό είναι ένα μεγάλο μάθημα για την ανθρώπινη κοινωνία. Η αξία του ανθρώπου δεν βρίσκεται στα ρούχα του, στα χρήματά του, στο επάγγελμά του, στη μόρφωσή του ή στην κοινωνική του θέση. Ο άνθρωπος είναι πρόσωπο πλασμένο κατ’ εικόνα Θεού. Και όταν στεκόμαστε στη Θεία Λειτουργία, καλούμαστε να μάθουμε να βλέπουμε και τον άλλον έτσι.
Γι’ αυτό η Θεία Λειτουργία μπορεί να γίνει θεραπεία της κοινωνικής υπερηφάνειας. Δεν υπάρχει λόγος να φερόμαστε δουλικά σε έναν ισχυρό και περιφρονητικά σε έναν αδύναμο. Δεν υπάρχει λόγος να κολακεύουμε τον πλούσιο και να αγνοούμε τον φτωχό. Δεν υπάρχει λόγος να θαυμάζουμε κάποιον επειδή έχει θέση και να αδιαφορούμε για κάποιον επειδή δεν έχει τίποτε. Μπροστά στον Θεό ο άνθρωπος δεν μετριέται με τα μέτρα του κόσμου.
Και η Θεία Λειτουργία μας διδάσκει ακόμη να μην έχουμε πνευματική ιδιοκτησία πάνω στους άλλους. Δεν λέμε, «ο Θεός είναι μόνο για εμάς». Προσευχόμαστε για «την ειρήνη του σύμπαντος κόσμου». Η καρδιά της Εκκλησίας πρέπει να πλαταίνει. Όσο περισσότερο πλησιάζει κανείς τον Θεό, τόσο περισσότερο πρέπει να χωρά μέσα του ο πόνος και η ανάγκη των άλλων.
Αυτό είναι και το αντίθετο της πνευματικής κατάκρισης. Ο άνθρωπος που έχει καταλάβει πραγματικά τη Θεία Λειτουργία δυσκολεύεται να λέει, «αυτός δεν αξίζει». Γιατί ακούει συνεχώς, «Κύριε, ελέησον». Δυσκολεύεται να πει, «εγώ είμαι καλύτερος». Γιατί ακούει, «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν». Δυσκολεύεται να πει, «εγώ είμαι άξιος και εκείνος ανάξιος». Γιατί ακούει ότι η προσέλευση στον Θεό γίνεται με φόβο, πίστη και αγάπη.
Η Θεία Λειτουργία μάς μαθαίνει επίσης να είμαστε ειρηνοποιοί. Όταν λέει, «Εἰρήνη πᾶσι», η Εκκλησία δεν μας προσφέρει απλώς μία ευχή. Μας θυμίζει έναν τρόπο ζωής. Να είμαστε άνθρωποι ειρήνης μέσα στην οικογένεια, στη δουλειά, στη γειτονιά, στις σχέσεις μας. Να μη γινόμαστε άνθρωποι που μεταφέρουν λόγια, που δημιουργούν αντιπαλότητες, που χαίρονται όταν δύο άνθρωποι μαλώνουν. Να είμαστε άνθρωποι που συμφιλιώνουν.
Η ειρήνη όμως δεν είναι αδυναμία. Μπορεί να υπάρχει αλήθεια και ταυτόχρονα ειρήνη. Μπορεί να υπάρχει διαφωνία και ταυτόχρονα σεβασμός. Μπορεί να υπάρχει διαφορετική άποψη και ταυτόχρονα αγάπη. Ο χριστιανός δεν καλείται να εξαφανίσει την προσωπικότητα του άλλου, αλλά να μάθει να ζει με τον άλλον χωρίς να τον καταστρέφει.
Και μέσα στη Θεία Λειτουργία ακούμε ξανά και ξανά τη λέξη «Κύριε». Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ο απόλυτος κύριος της ζωής. Υπάρχει Κύριος. Και όταν ο άνθρωπος αποδέχεται ότι ο Χριστός είναι Κύριος, παύει να θέλει να είναι ο ίδιος κύριος όλων. Δεν χρειάζεται να ελέγχει τους πάντες. Δεν χρειάζεται να αποφασίζει για τη ζωή όλων. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει τα πάντα.
Εδώ βρίσκεται και μία μεγάλη θεραπεία του άγχους. Ο άνθρωπος που πιστεύει ότι πρέπει να ελέγξει τα πάντα κουράζεται. Η Θεία Λειτουργία του θυμίζει, «Κύριε». Δεν είσαι εσύ ο Θεός. Δεν χρειάζεται να κουβαλάς μόνος σου όλο τον κόσμο. Κάνε αυτό που μπορείς, προσευχήσου, αγάπησε, εργάσου, συγχώρησε, και άφησε τα υπόλοιπα στον Θεό.
Η Θεία Λειτουργία είναι επίσης μία σχολή μετανοίας. Δεν μας επιτρέπει να πιστέψουμε ότι είμαστε τέλειοι. Μας βάζει συνεχώς σε στάση προσευχής και δεήσεως. Μας υπενθυμίζει την ανάγκη της θείας Χάριτος. Και η μετάνοια δεν είναι μίσος προς τον εαυτό μας. Είναι επιστροφή. Είναι να πω, «Κύριε, έφυγα από Εσένα, αλλά θέλω να επιστρέψω». Είναι να αναγνωρίσω το λάθος χωρίς να απελπιστώ.
Και αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα μηνύματα της Θείας Λειτουργίας, ποτέ μην απελπίζεσαι από το έλεος του Θεού. Ο Θεός είναι «ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος». Η Εκκλησία δεν σταματά να το επαναλαμβάνει. Δεν μας λέει ότι δεν υπάρχουν αμαρτίες. Μας λέει ότι υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη από την αμαρτία. Δεν μας λέει ότι δεν υπάρχουν πτώσεις. Μας λέει ότι υπάρχει δρόμος επιστροφής. Δεν μας λέει ότι ο άνθρωπος δεν πληγώνεται. Μας λέει ότι υπάρχει Χριστός που θεραπεύει.
Και όταν ο άνθρωπος βιώσει αυτή τη φιλανθρωπία, τότε αρχίζει να γίνεται και ο ίδιος φιλάνθρωπος. Αυτό είναι το θαύμα της Χάριτος. Ο ελεημένος άνθρωπος μαθαίνει να ελεεί. Ο συγχωρημένος μαθαίνει να συγχωρεί. Ο παρηγορημένος μαθαίνει να παρηγορεί. Ο αγαπημένος μαθαίνει να αγαπά.
Έτσι η Θεία Λειτουργία δεν τελειώνει με το «Αμήν». Συνεχίζεται στη ζωή μας. Συνεχίζεται όταν βγαίνουμε από τον ναό. Συνεχίζεται όταν συναντούμε έναν δύσκολο άνθρωπο. Συνεχίζεται όταν κάποιος μας αδικεί. Συνεχίζεται όταν χρειάζεται να συγχωρήσουμε. Συνεχίζεται όταν βλέπουμε κάποιον να υποφέρει. Συνεχίζεται όταν μπορούμε να βοηθήσουμε έναν άνθρωπο χωρίς να περιμένουμε ανταπόδοση.
Εκεί αποδεικνύεται αν ακούσαμε πραγματικά τη Θεία Λειτουργία. Όχι μόνο μέσα στον ναό, αλλά έξω από τον ναό. Γιατί είναι εύκολο να πούμε «Κύριε, ελέησον» μέσα στην Εκκλησία. Το δύσκολο είναι να πούμε «Θεέ μου, ελέησε και αυτόν που με πλήγωσε». Είναι εύκολο να πούμε «Αγαπήσωμεν αλλήλους» όταν όλα είναι ήρεμα. Το δύσκολο είναι να αγαπήσουμε όταν ο άλλος μας αδίκησε. Είναι εύκολο να πούμε «Άνω σχώμεν τας καρδίας» στον ναό. Το δύσκολο είναι να σηκώσουμε την καρδιά μας όταν μας πληγώνει η ζωή.
Γι’ αυτό η Θεία Λειτουργία είναι ένα μεγάλο εργαστήριο της καρδιάς. Εκεί ο άνθρωπος μαθαίνει να αφήνει την εκδίκηση και να παίρνει το έλεος, να αφήνει τη ζήλια και να παίρνει την ευγνωμοσύνη, να αφήνει την υπερηφάνεια και να παίρνει την ταπείνωση, να αφήνει την κατάκριση και να παίρνει την προσευχή, να αφήνει την απομόνωση και να παίρνει την κοινωνία, να αφήνει το «εγώ» και να μαθαίνει το «εμείς».
Και όταν λέμε «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους», μπορούμε να ρωτήσουμε τον εαυτό μας, ποιον άνθρωπο δεν έχω ακόμη συγχωρήσει; Ποιον αποφεύγω; Ποιον κατακρίνω μέσα μου; Σε ποιον κρατώ λογαριασμό; Για ποιον δυσκολεύομαι να χαρώ; Ποιον θεωρώ ανάξιο της αγάπης μου; Αυτές οι ερωτήσεις μπορούν να γίνουν μία μεγάλη πνευματική εξέταση της καρδιάς.
Και όταν λέμε «Κύριε, ελέησον», μπορούμε να προσθέσουμε μέσα μας, «Κύριε, ελέησέ με και μάθε με να ελεώ». Όταν λέμε «Εἰρήνη πᾶσι», μπορούμε να πούμε, «Κύριε, κάνε με άνθρωπο ειρήνης». Όταν λέμε «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», μπορούμε να πούμε, «Κύριε, πάρε την καρδιά μου από τη μικρότητα, τη ζήλια, τον θυμό και την κατάκριση και ύψωσέ την προς Εσένα». Όταν λέμε «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους», μπορούμε να πούμε, «Κύριε, μάθε με να αγαπώ και εκείνον που δυσκολεύομαι να αγαπήσω».
Αυτό είναι το θαύμα της Θείας Λειτουργίας. Οι ίδιες φράσεις που ακούμε τόσα χρόνια μπορούν ξαφνικά να γίνουν προσωπική αποκάλυψη. Μπορεί να τις έχουμε ακούσει εκατοντάδες φορές και μία ημέρα να τις ακούσουμε πραγματικά. Να πούμε «Κύριε, ελέησον» και να καταλάβουμε ότι ο Θεός μάς καλεί να γίνουμε ελεήμονες. Να ακούσουμε «Αγαπήσωμεν αλλήλους» και να θυμηθούμε έναν άνθρωπο που έχουμε αφήσει έξω από την καρδιά μας. Να ακούσουμε «Άνω σχώμεν τας καρδίας» και να καταλάβουμε πόσο καιρό η καρδιά μας ήταν κολλημένη στα γήινα.
“Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου,
ελθέτω η βασιλεία σου, γεννηθήτω το θέλημά σου.
ως εν ουρανώ και επί της γης.
Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον
και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών,
ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών.
και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν,
αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού.
Οτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα του πατρως και του ιού και του αγίου πνεύματος.
Νυν και Άι και εἰς τοὺς αἰῶνας των αιώνων·
Δια πρεσβιον της παναχραντου σου Μήτρος και παντού τον άγιων αμήν.
Η Θεία Λειτουργία είναι ένας καθρέφτης. Δεν δείχνει μόνο τον Θεό, δείχνει και εμάς. Μας δείχνει πόση αγάπη έχουμε, πόση ταπείνωση έχουμε, πόση συγχωρητικότητα έχουμε, πόση ευγνωμοσύνη έχουμε. Μας δείχνει αν πραγματικά μπορούμε να χαρούμε με τη χαρά του άλλου και να κλάψουμε με τον πόνο του. Μας δείχνει αν ο Χριστός είναι απλώς μία γνώση στο μυαλό μας ή ζωή μέσα στην καρδιά μας.
Και ίσως η πιο μεγάλη αλλαγή που μπορεί να συμβεί στον άνθρωπο είναι αυτή, να φύγει από τη Θεία Λειτουργία και να μη ρωτήσει, «Ποιος με πείραξε;», αλλά «Ποιον μπορώ σήμερα να βοηθήσω;». Να μη ρωτήσει, «Ποιος με αδίκησε;», αλλά «Ποιον μπορώ να συγχωρήσω;». Να μη ρωτήσει, «Γιατί δεν με αναγνωρίζουν;», αλλά «Πώς μπορώ να υπηρετήσω χωρίς να με αναγνωρίσουν;». Να μη ρωτήσει, «Γιατί ο Θεός ευλόγησε εκείνον;», αλλά «Δόξα τω Θεώ που ευλόγησε τον αδελφό μου».
Τότε η Θεία Λειτουργία αρχίζει πραγματικά να λειτουργεί μέσα μας.
Γιατί ο Χριστός δεν ήρθε για να δημιουργήσει ανθρώπους που γνωρίζουν πολλά αλλά αγαπούν λίγο. Ήρθε για να δημιουργήσει ανθρώπους που αγαπούν τον Θεό και τον άνθρωπο. Και η Θεία Λειτουργία μάς οδηγεί ακριβώς εκεί, στην κοινωνία. Κοινωνία με τον Θεό και κοινωνία μεταξύ των ανθρώπων.
- «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.» Η εναρκτήρια αυτή εκφώνηση της Θείας Λειτουργίας δεν είναι απλώς μία δοξολογική προσευχή, αλλά αποτελεί την επίσημη έναρξη της ιεράς συνάξεως και μας φανερώνει τον πραγματικό προορισμό της Εκκλησίας.
Η Θεία Λειτουργία δεν είναι μία απλή κοινωνική συγκέντρωση ανθρώπων με κοινές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Είναι η σύναξη του λαού του Θεού γύρω από τον Χριστό και η φανέρωση της Βασιλείας Του μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Ο επίγειος χρόνος δεν παύει να υπάρχει, αλλά προσφέρεται στον Θεό και αποκτά διαφορετικό προσανατολισμό. Ο άνθρωπος που εισέρχεται στη Θεία Λειτουργία καλείται να αφήσει για λίγο πίσω του την καθημερινή διάσπαση, τον φόβο, την αγωνία, τις φιλοδοξίες και τις μέριμνες και να στραφεί προς Εκείνον από τον οποίο προέρχεται και στον οποίο κατευθύνεται ολόκληρη η ύπαρξή του.
Η λέξη «Βασιλεία» εδώ δεν πρέπει να γίνει αντιληπτή μόνο ως κάτι που θα συμβεί μετά τον θάνατο. Η Βασιλεία του Θεού είναι η κοινωνία με τον Θεό, η ζωή μέσα στη χάρη Του και η παρουσία του Χριστού ανάμεσα στον λαό Του. Η Εκκλησία μάς εισάγει ήδη από τώρα σε αυτή την πραγματικότητα, η οποία θα φανερωθεί στην πληρότητά της κατά την αιώνια ζωή. Γι’ αυτό η Θεία Λειτουργία γίνεται μία πρόσκληση να αρχίσουμε από σήμερα να ζούμε με το ήθος της Βασιλείας, με αγάπη, ειρήνη, συγχώρηση, ταπείνωση, αλήθεια και αδελφοσύνη.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής βλέπει στη Θεία Λειτουργία μία βαθιά φανέρωση της ενώσεως του ανθρώπου με τον Θεό και της ενότητας της δημιουργίας. Η Εκκλησία δεν μας απομακρύνει από τον κόσμο για να περιφρονήσουμε τη δημιουργία, αλλά μας μαθαίνει να τη βλέπουμε μέσα στο φως του Θεού. Έτσι και τα υλικά αγαθά δεν είναι από μόνα τους κακά. Γίνονται όμως επικίνδυνα όταν ο άνθρωπος τα μετατρέπει σε σκοπό της ζωής του και ξεχνά τον Δημιουργό.
Γι’ αυτό η εναρκτήρια εκφώνηση αποτελεί και μία μεγάλη νουθεσία. Μας ρωτά σιωπηλά, «Πού βρίσκεται η καρδιά σου; Σε τι έχεις στηρίξει τη ζωή σου; Τι θεωρείς πραγματικά πολύτιμο;» Ο άνθρωπος μπορεί να διαθέτει χρήματα, περιουσία, γνώσεις, επαγγελματική επιτυχία και κοινωνική αναγνώριση, αλλά όλα αυτά είναι πρόσκαιρα. Όταν όμως η καρδιά στραφεί προς τον Θεό, τότε ακόμη και τα επίγεια αγαθά μπορούν να χρησιμοποιηθούν με ευχαριστία, δικαιοσύνη και αγάπη για τη διακονία του συνανθρώπου.
Η Εκκλησία, επομένως, δεν μας λέει να εγκαταλείψουμε τις καθημερινές μας ευθύνες, αλλά να μην επιτρέψουμε στις καθημερινές ευθύνες να γίνουν ολόκληρη η ζωή μας. Να εργαζόμαστε, να δημιουργούμε, να φροντίζουμε την οικογένειά μας, να αντιμετωπίζουμε τις ανάγκες μας, αλλά μέσα σε όλα αυτά να μη χάνουμε τον προσανατολισμό μας προς τον Θεό. Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να κερδίσει πολλά πράγματα και συγχρόνως να χάσει την ειρήνη της καρδιάς του. Μπορεί να γεμίσει τα χέρια του με αγαθά και να αφήσει άδεια την ψυχή του.
Η φράση «νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων» μας θυμίζει ακριβώς αυτή τη διάσταση. Ο Θεός δεν είναι μία υπόθεση που αφορά μόνο το μέλλον. Είναι ο Θεός του «νυν», του «αεί» και της αιωνιότητας. Η σχέση μαζί Του αρχίζει από τώρα. Η αιώνια ζωή δεν είναι απλώς μία ατελείωτη διάρκεια χρόνου, αλλά η ζωή μέσα στην κοινωνία της αγάπης του Θεού. Γι’ αυτό κάθε Θεία Λειτουργία είναι μία πρόσκληση να μεταμορφωθεί η παρούσα ζωή μας, ώστε ο νους, η καρδιά, οι σχέσεις και οι πράξεις μας να αρχίσουν να φανερώνουν από τώρα το ήθος της Βασιλείας.
Νουθεσία: Ας μην αφήσουμε, λοιπόν, την καθημερινότητα να μας κάνει να ξεχάσουμε για ποιον σκοπό υπάρχουμε. Τα υλικά αγαθά έχουν τη θέση τους στη ζωή μας, αλλά δεν μπορούν να γίνουν ο θεός μας. Η εργασία, η περιουσία, η γνώση και κάθε επίγεια ευλογία μπορούν να γίνουν ευλογία όταν τα χρησιμοποιούμε με ευχαριστία και αγάπη. Η αληθινή πατρίδα του ανθρώπου όμως είναι η Βασιλεία του Θεού. Εκεί πρέπει να κατευθύνεται ο νους και η καρδιά μας.
Όταν ο ιερέας εκφωνεί «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», ας μην ακούμε τη φράση μηχανικά. Ας την ακούμε σαν πρόσκληση του ίδιου του Χριστού να βγούμε από την αιχμαλωσία του πρόσκαιρου και να στραφούμε προς το αιώνιο. Να μπούμε στη Λειτουργία με την καρδιά μας ανοιχτή και να εξέλθουμε από αυτήν με περισσότερη αγάπη, περισσότερη ειρήνη, περισσότερη συγχώρηση και βαθύτερη επιθυμία να ζήσουμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Αμήν.
2 «Της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, μετά πάντων των Αγίων μνημονεύσαντες, εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα.»
Η προτροπή αυτή της Θείας Λειτουργίας αποτελεί μία από τις βαθύτερες προσκλήσεις προς τον άνθρωπο. Ο ιερέας, αφού μνημονεύσει την Παναγία και όλους τους Αγίους, καλεί ολόκληρη την Εκκλησία να παραδώσει στον Χριστό όχι μόνο ένα μέρος της ζωής της, αλλά τον ίδιο της τον εαυτό, «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών». Δεν λέει μόνο να παραδώσουμε τα προβλήματά μας, ούτε μόνο τις ανάγκες μας, αλλά ολόκληρη την ύπαρξή μας, τις χαρές, τις λύπες, τις αγωνίες, τις σχέσεις, τις αποφάσεις και το μέλλον μας.
Η «παράθεση» της ζωής μας στον Χριστό δεν είναι παθητική παραίτηση ούτε εγκατάλειψη της προσωπικής μας ευθύνης. Είναι πράξη εμπιστοσύνης. Ο άνθρωπος εξακολουθεί να σκέπτεται, να εργάζεται, να αποφασίζει, να αγωνίζεται, να διορθώνει τα λάθη του και να αναλαμβάνει τις ευθύνες του, αλλά δεν θεωρεί πλέον ότι πρέπει να ελέγχει μόνος του τα πάντα. Αναγνωρίζει ότι η ζωή του δεν στηρίζεται αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις και ότι υπάρχει Θεός που γνωρίζει βαθύτερα από τον ίδιο τι χρειάζεται η ψυχή του.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ελευθερία που χαρίζει η εμπιστοσύνη στον Χριστό. Ο άνθρωπος υποφέρει πολλές φορές επειδή προσπαθεί να ελέγξει το αύριο, να προβλέψει κάθε ενδεχόμενο, να εξασφαλίσει κάθε αποτέλεσμα και να αποφύγει κάθε δυσκολία. Όμως κανείς δεν μπορεί να κρατήσει στα χέρια του ολόκληρο το μέλλον. Όσο περισσότερο προσπαθεί να το ελέγξει, τόσο περισσότερο μπορεί να γεμίσει η καρδιά του με φόβο και αγωνία. Η Εκκλησία έρχεται τότε και του λέει, «παραθώμεθα», ας παραδώσουμε τη ζωή μας στον Χριστό.
Ο Χριστός όμως δεν ζητά να Του παραδώσουμε τη ζωή μας για να μας στερήσει την ελευθερία. Αντίθετα, μας καλεί να ελευθερωθούμε από όσα μας υποδουλώνουν. Ο άνθρωπος που παραδίδει την αγωνία του στον Θεό δεν παύει να φροντίζει τη ζωή του, αλλά παύει να θεωρεί ότι όλα εξαρτώνται αποκλειστικά από τον ίδιο. Κάνει αυτό που μπορεί και αφήνει με εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού εκείνα που ξεπερνούν τις δυνάμεις του.
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος διδάσκει βαθιά την εμπιστοσύνη στη Θεία Πρόνοια και μας προτρέπει να μην αφήνουμε τον λογισμό του φόβου να κυριαρχεί στην καρδιά. Όταν ο άνθρωπος εμπιστεύεται τον Θεό, δεν σημαίνει ότι δεν θα συναντήσει δυσκολίες, αλλά ότι μέσα στις δυσκολίες δεν είναι μόνος. Η πίστη δεν είναι υπόσχεση ότι δεν θα υπάρξει σταυρός, αλλά βεβαιότητα ότι ο Χριστός μπορεί να βρίσκεται μαζί μας ακόμη και μέσα στον σταυρό.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η προσευχή δεν λέει μόνο «εαυτούς», αλλά και «αλλήλους». Δεν παραδίδουμε στον Χριστό μόνο τη δική μας ζωή, αλλά και τους άλλους ανθρώπους. Αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να προσπαθούμε να εξουσιάζουμε, να αλλάζουμε ή να ελέγχουμε τους πάντες σύμφωνα με τις δικές μας επιθυμίες. Μπορούμε να αγαπούμε, να συμβουλεύουμε με διάκριση, να βοηθούμε, να προσευχόμαστε και να στηρίζουμε, αλλά τελικά ο κάθε άνθρωπος ανήκει στον Θεό και έχει τη δική του ελευθερία.
Πόση ειρήνη μπορεί να γεννηθεί στην καρδιά όταν ο άνθρωπος καταλάβει αυτή την αλήθεια. Δεν χρειάζεται να σηκώσει μόνος του ολόκληρο τον κόσμο στους ώμους του. Μπορεί να πει, «Κύριε, εγώ θα κάνω αυτό που μπορώ με αγάπη και υπευθυνότητα, και όσα δεν μπορώ να κάνω τα αφήνω σε Εσένα». Αυτή δεν είναι αδυναμία, αλλά πνευματική ωριμότητα.
Η μνημόνευση της Παναγίας και των Αγίων πριν από αυτή την προτροπή δεν είναι τυχαία. Η ζωή τους αποτελεί μαρτυρία ανθρώπων που εμπιστεύθηκαν τον Θεό και Του παρέδωσαν τη ζωή τους. Η Παναγία, ιδιαίτερα, με το «ιδού η δούλη Κυρίου» φανερώνει την ελευθερία που γεννιέται όταν ο άνθρωπος δέχεται το θέλημα του Θεού με ταπείνωση και αγάπη. Δεν χάνει την προσωπικότητά του, αλλά γίνεται συνεργός στο έργο της Θείας Πρόνοιας.
Γι’ αυτό, όταν ακούμε αυτή την εκφώνηση στη Θεία Λειτουργία, μπορούμε να την κάνουμε προσωπική προσευχή. Να παραδώσουμε στον Χριστό τον φόβο μας για το αύριο, την αγωνία μας για την οικογένειά μας, τις δυσκολίες της εργασίας, τις σχέσεις μας, τα προβλήματα που δεν μπορούμε να λύσουμε και ακόμη εκείνους τους ανθρώπους που αγαπούμε και δεν μπορούμε να προστατεύσουμε από κάθε δυσκολία.
Δεν σημαίνει ότι θα σταματήσουμε να αγωνιζόμαστε. Σημαίνει ότι θα αγωνιζόμαστε χωρίς να απελπιζόμαστε. Θα εργαζόμαστε χωρίς να λατρεύουμε την εργασία. Θα φροντίζουμε τα υλικά αγαθά χωρίς να γινόμαστε δούλοι τους. Θα αγαπούμε τους ανθρώπους χωρίς να τους κατέχουμε. Θα σχεδιάζουμε το μέλλον χωρίς να πιστεύουμε ότι εμείς είμαστε οι απόλυτοι κύριοι του μέλλοντος.
Νουθεσία: Όταν ο άνθρωπος εναποθέτει τη ζωή του στα χέρια του Χριστού, δεν απαλλάσσεται από τις ευθύνες του, αλλά απαλλάσσεται από την ψευδαίσθηση ότι πρέπει να ελέγχει τα πάντα. Κάνει με πίστη αυτό που περνά από το χέρι του και εμπιστεύεται στον Θεό εκείνο που ξεπερνά τις δυνάμεις του. Έτσι το καταστροφικό άγχος για το αύριο αρχίζει να υποχωρεί και μέσα στην καρδιά γεννιέται ειρήνη.
Κάθε φορά, λοιπόν, που ακούμε «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα», ας θυμόμαστε ότι ο Χριστός δεν ζητά ένα μικρό μέρος της ζωής μας. Μας καλεί να Του προσφέρουμε ολόκληρη την ύπαρξή μας, όχι για να τη χάσουμε, αλλά για να τη βρούμε μέσα στην αγάπη Του. Και τότε ακόμη και το άγνωστο αύριο παύει να είναι ένας τόπος τρόμου, γιατί γνωρίζουμε ότι βαδίζουμε προς αυτό μαζί με Εκείνον.Αμήν.
3. «Ότι ελεήμων και φιλάνθρωπος Θεός υπάρχεις, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.»
Ο ιερέας αποκαλύπτει εδώ μία από τις βαθύτερες αλήθειες της Ορθόδοξης πίστης, ότι ο Θεός είναι «ελεήμων και φιλάνθρωπος». Δεν πλησιάζουμε έναν Θεό που χαίρεται με την πτώση του ανθρώπου, ούτε έναν αυστηρό τιμωρό που περιμένει να συλλάβει κάθε λάθος μας για να μας καταδικάσει. Πλησιάζουμε τον Θεό που αγαπά τον άνθρωπο, γνωρίζει την αδυναμία του, βλέπει την πληγή του και περιμένει την επιστροφή του. Η φιλανθρωπία Του δεν είναι μία απλή ανθρώπινη επιείκεια, αλλά η άπειρη αγάπη του Δημιουργού προς το πλάσμα Του.
Ο Χριστός φανερώνει αυτή την αγάπη σε ολόκληρο το Ευαγγέλιο. Είναι ο Καλός Ποιμένας που αναζητά το χαμένο πρόβατο, ο Πατέρας που δέχεται τον άσωτο υιό όταν επιστρέφει, ο Κύριος που δεν συντρίβει τον άνθρωπο που έχει πέσει, αλλά του ανοίγει δρόμο επιστροφής. Ο Θεός δεν αδιαφορεί για την αμαρτία, γιατί γνωρίζει ότι η αμαρτία πληγώνει και απομακρύνει τον άνθρωπο από την αληθινή ζωή, όμως δεν ταυτίζει ποτέ τον άνθρωπο με την πτώση του. Γι’ αυτό και η μετάνοια δεν είναι επιστροφή ενός καταδικασμένου ανθρώπου σε έναν τιμωρό Θεό, αλλά επιστροφή ενός τραυματισμένου παιδιού στην αγκαλιά του Πατέρα.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τονίζει ότι ο Θεός οικονομεί τη σωτηρία του ανθρώπου με τρόπο που φανερώνει την άπειρη συγκατάβασή Του. Και ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος μιλά με συγκλονιστικό τρόπο για τους «οικτιρμούς» του Θεού, δείχνοντας ότι το έλεος του Θεού είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που μπορεί να συλλάβει η ανθρώπινη καρδιά. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι η σχέση μαζί Του δεν στηρίζεται στον φόβο της τιμωρίας, αλλά στην εμπιστοσύνη, στη μετάνοια και στην αγάπη.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η φιλανθρωπία του Θεού καταργεί τη δικαιοσύνη Του. Ο Θεός δεν ονομάζει το κακό καλό ούτε αδιαφορεί για την αδικία. Η δικαιοσύνη Του είναι πάντοτε ενωμένη με την αγάπη και αποβλέπει στη θεραπεία και στη σωτηρία του ανθρώπου. Όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον Θεό, οι συνέπειες της απομάκρυνσής του είναι πραγματικές, όμως ο Θεός συνεχίζει να τον καλεί πίσω. Η πόρτα της επιστροφής παραμένει ανοιχτή όσο ο άνθρωπος στρέφεται προς Εκείνον.
Γι’ αυτό και ο ιερέας δεν λέει απλώς ότι ο Θεός είναι δυνατός ή παντοδύναμος, αλλά ότι είναι «ελεήμων και φιλάνθρωπος». Η Εκκλησία θέλει να θυμόμαστε ότι πίσω από κάθε προσευχή μας βρίσκεται ένας Θεός που αγαπά. Όταν πέσουμε, μπορούμε να σηκωθούμε. Όταν αμαρτήσουμε, μπορούμε να μετανοήσουμε. Όταν η καρδιά μας σκοτεινιάσει, μπορούμε να επιστρέψουμε στο φως. Και όταν νομίζουμε ότι απομακρυνθήκαμε τόσο πολύ ώστε ο Θεός να μη μας δέχεται πλέον, το Ευαγγέλιο μας θυμίζει ότι ο Πατέρας εξακολουθεί να περιμένει την επιστροφή του παιδιού Του.
Γι’ αυτό και στο τέλος ο ιερέας αναπέμπει τη δόξα στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Η φιλανθρωπία δεν είναι μία αφηρημένη ιδέα, αλλά φανερώνεται μέσα στο μυστήριο της Αγίας Τριάδας και κορυφώνεται στο πρόσωπο του Χριστού, ο οποίος προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση και προσφέρει τον εαυτό Του για τη σωτηρία του κόσμου. Έτσι, η Θεία Λειτουργία μάς θυμίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνος μέσα στην πτώση και στις δυσκολίες του. Έχει έναν Θεό που τον καλεί, τον περιμένει, τον θεραπεύει και τον οδηγεί ξανά στη ζωή.
Νουθεσία: Όταν γνωρίσουμε πραγματικά ότι ο Θεός είναι ελεήμων και φιλάνθρωπος, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας και τους άλλους. Δεν απελπιζόμαστε για τις πτώσεις μας, αλλά μετανοούμε. Και δεν καταδικάζουμε εύκολα τον αδελφό μας, γιατί θυμόμαστε ότι και εμείς ζούμε καθημερινά από το έλεος του Θεού. Όποιος έχει γευθεί τη φιλανθρωπία του Θεού, γίνεται και ο ίδιος περισσότερο ελεήμων, υπομονετικός και συγχωρητικός απέναντι στους ανθρώπους. Έτσι η προσευχή της Εκκλησίας δεν μένει μόνο στα λόγια, αλλά γίνεται τρόπος ζωής. Αμήν.
