ΟΙ ΔΥΟ ΟΔΟΙ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ Η ΧΑΡΗΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ
Στη μεγάλη πνευματική παλαίστρα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, παρατηρούμε δύο διακριτούς αλλά παράλληλους δρόμους μέσω των οποίων οι άνθρωποι του Θεού αγωνίζονται να προσεγγίσουν την ουράνια Βασιλεία, καθώς η σοφία των Πατέρων και η Αγία Γραφή μας διδάσκουν ότι ο κάθε πιστός καλείται να πορευθεί ανάλογα με τα μέτρα, τις δυνάμεις και τη χάρη που του εμπιστεύθηκε ο Κύριος.
Ο πρώτος τρόπος είναι ο δρόμος της απόλυτης απλότητας, της ταπεινώσεως και της αδιάλειπτης επικλήσεως του θείου Ονόματος, όπου ο άνθρωπος δεν στηρίζεται στα δικά του κατορθώματα ή στις εξωτερικές του ασκήσεις, αλλά αφήνεται εξολοκλήρου στο άπειρο έλεος του Θεού, κρατώντας στην καρδιά του τη συντριβή του Ευγνώμονος Ληστή και τη θερμή ικεσία: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Αυτή η οδός εδράζεται στην αγιογραφική υπόσχεση ότι «πάς ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται» (Πράξ. 2:21), αποδεικνύοντας ότι η σωτηρία δεν είναι μισθός ανθρώπινων κόπων, αλλά δωρεάν χάρη που προσφέρεται σε κάθε συντετριμμένη και ταπεινή καρδιά, η οποία αναγνωρίζει την αδυναμία της και καταφεύγει με απόλυτη εμπιστοσύνη στη στοργική αγκαλιά του Ουράνιου Πατέρα.
Ο δεύτερος τρόπος είναι η οδός της σκληρής, συστηματικής ασκήσεως και του εντατικού πνευματικού αγώνα, ένας δρόμος που απαιτεί πολύωρες προσευχές, χιλιάδες κομποσκοίνια, εκατοντάδες μετάνοιες, αυστηρή νηστεία και καθημερινή συμμετοχή στις ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας. Αυτή η ασκητική βιοτή, γεμάτη από το «πρέπει» της πνευματικής συνέπειας, είναι η οδός της βίας, για την οποία ο ίδιος ο Χριστός είπε ότι «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» (Ματθ. 11:12), αποσκοπώντας στη δάμαση του εγωισμού, στην κάθαρση των παθών και στη συντριβή της σαρκός, ώστε το σώμα και η ψυχή να γίνουν κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος.
Ωστόσο, η πατερική σοφία, εκφρασμένη μέσα από τη διδασκαλία μεγάλων Αγίων όπως ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος και οι νήπτικοι Πατέρες της Φιλοκαλίας, μας υπενθυμίζει με πατρική στοργή ότι ο ασκητικός κάματος, όσο μέγας κι αν είναι, δεν αποτελεί τον αντικειμενικό σκοπό της πνευματικής ζωής, αλλά το μέσον, αν η εκτενής άσκηση, οι αμέτρητες μετάνοιες και οι ώρες της προσευχής δεν συνοδεύονται από ταπεινοφροσύνη, αγάπη και συντριβή, ελλοχεύει ο κίνδυνος της φαρισαϊκής αυτοδικαίωσης και της υπερηφάνειας.
Αντίθετα, η απλή οδός της επικλήσεως του Ονόματος του Χριστού, όταν βιώνεται με ειλικρινή μετάνοια, καθαρή καρδιά και βαθιά αίσθηση της ανθρώπινης αμαρτωλότητας, μπορεί να ανεβάσει τον άνθρωπο στα ίδια και μεγαλύτερα πνευματικά ύψη, καθώς ο Θεός «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Ιακ. 4:6).
Στην πραγματικότητα, και οι δύο αυτοί δρόμοι συγκλίνουν στο ίδιο ιερό τέρμα: στην ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Ο ένας δρόμος καθαρίζει την καρδιά μέσα από τον κάματο της ασκήσεως για να υποδεχθεί τη χάρη, ενώ ο άλλος ελκύει τη χάρη απευθείας μέσα από την απόλυτη ταπείνωση και την καταφυγή στο θεικό έλεος.
Ο κάθε πιστός, λοιπόν, υπό την καθοδήγηση έμπειρου πνευματικού οδηγού, καλείται να αναγνωρίσει τα δικά του μέτρα, κατανοώντας ότι είτε επιλέξει τον κόπο της ασκήσεως είτε την απλότητα της καρδιακής προσευχής, εκείνο που σώζει τον άνθρωπο δεν είναι ο αριθμός των κατορθωμάτων του, αλλά η άμετρη αγάπη, η συγχωρητικότητα και η φιλανθρωπία του Εσταυρωμένου και Αναστάντος Κυρίου μας.
