ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 1 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ – ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ ΚΟΣΜΑ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΑΒΙΔ ΤΟΥ ΕΝ ΕΥΒΟΙΑ
Αγαπητοί μου αδελφοί, σήμερα, πρώτη ημέρα του μηνός Νοεμβρίου, η Αγία μας Εκκλησία τιμά τη μνήμη πολλών Αγίων και ιδιαιτέρως των Αγίων Αναργύρων και Θαυματουργών Κοσμά και Δαμιανού, καθώς και του Οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Δαβίδ, του εν Ευβοία ασκήσαντος.
Οι Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός ήταν αδελφοί και κατάγονταν από την Ασία. Ανατράφηκαν μέσα σε χριστιανικό περιβάλλον και ιδιαίτερα μετά την κοίμηση του πατέρα τους η ευσεβής μητέρα τους, η Θεοδότη, φρόντισε με μεγάλη επιμέλεια για τη χριστιανική τους ανατροφή. Οι δύο αδελφοί διακρίνονταν για την ευφυΐα και τη φιλομάθειά τους και σπούδασαν την ιατρική επιστήμη. Όμως για εκείνους η ιατρική δεν έγινε απλώς ένα επάγγελμα ούτε ένας τρόπος πλουτισμού. Έγινε διακονία προς τον άνθρωπο και έκφραση της αγάπης τους προς τον Χριστό. Θεράπευαν τους ασθενείς χωρίς να ζητούν χρήματα και γι’ αυτό η Εκκλησία τούς ονόμασε «Αναργύρους», επειδή δεν λάμβαναν αργύρια ως αντάλλαγμα για τη θεραπευτική τους προσφορά.
Οι Άγιοι Ανάργυροι μάς διδάσκουν κάτι πολύ σημαντικό για τη χριστιανική ζωή: κάθε χάρισμα που μας δίνει ο Θεός βρίσκει τον αληθινό του προορισμό όταν γίνεται προσφορά στον συνάνθρωπο. Η γνώση, η επιστήμη, η περιουσία, η δύναμη, ο χρόνος και κάθε ικανότητα που έχουμε δεν μας δόθηκαν μόνο για τον εαυτό μας. Μπορούν να γίνουν μέσα αγάπης και διακονίας. Οι Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός θεράπευαν το σώμα, αλλά συγχρόνως οδηγούσαν τον άνθρωπο προς τον μεγάλο Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Δεν αναζητούσαν ανθρώπινη δόξα ούτε υλικό κέρδος. Πρόσφεραν αυτό που είχαν λάβει ως δώρο. Γι’ αυτό και το απολυτίκιό τους συνοψίζει ολόκληρη τη ζωή τους με την ευαγγελική αλήθεια: ό,τι λάβαμε δωρεάν από τον Θεό καλούμαστε και να το προσφέρουμε με πνεύμα ανιδιοτελούς αγάπης.
Μαζί με τους Αγίους Αναργύρους η Εκκλησία θυμάται και την ευσεβή μητέρα τους, τη Θεοδότη. Η παρουσία της πίσω από δύο τόσο μεγάλους Αγίους μάς υπενθυμίζει τη μεγάλη ευθύνη αλλά και την ευλογία της χριστιανικής οικογένειας. Πριν οι Κοσμάς και Δαμιανός γίνουν ιατροί και θαυματουργοί Άγιοι, υπήρξαν παιδιά που διδάχθηκαν την πίστη μέσα στο σπίτι τους.
Η μητέρα τους δεν τους πρόσφερε μόνο ανθρώπινη μόρφωση, αλλά προσπάθησε να φυτέψει στις ψυχές τους την αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο. Και αυτό είναι ένα ιδιαίτερο μήνυμα προς κάθε γονέα: ίσως η μεγαλύτερη κληρονομιά που μπορεί να αφήσει κανείς στα παιδιά του δεν είναι η περιουσία, αλλά η πίστη, η προσευχή, το καλό παράδειγμα και η αγάπη προς τον Χριστό.
Η Εκκλησία σήμερα τιμά ιδιαιτέρως και τον Όσιο Δαβίδ τον εν Ευβοία, έναν από τους αγαπητούς Αγίους της πατρίδας μας, ο οποίος έζησε κατά τον 16ο αιώνα. Από μικρή ηλικία έδειξε μεγάλη αγάπη προς τον Θεό και ακολούθησε την οδό της αφιερώσεως, της ασκήσεως και της προσευχής. Η ζωή του χαρακτηρίστηκε από ταπείνωση, εγκράτεια, υπακοή και αγάπη προς τους ανθρώπους. Δεν επιδίωξε την ανθρώπινη αναγνώριση αλλά την ένωση με τον Χριστό. Μέσα από την άσκηση δεν απομακρύνθηκε από τον ανθρώπινο πόνο· αντιθέτως, έγινε πατέρας και στήριγμα πολλών ανθρώπων που προσέτρεχαν κοντά του για συμβουλή, παρηγοριά και προσευχή. Η Εκκλησία τον θυμάται ως άνθρωπο μεγάλης αρετής και η Εύβοια τον τιμά ιδιαίτερα ως πνευματικό της θησαυρό. Η τιμία κάρα του φυλάσσεται στην ομώνυμη Ιερά Μονή στην περιοχή των Ροβιών της Ευβοίας.
Ο Όσιος Δαβίδ μάς διδάσκει ότι η πραγματική δύναμη του χριστιανού δεν βρίσκεται στον θόρυβο αλλά στην εσωτερική ζωή. Ο άνθρωπος μπορεί να κάνει πολλά πράγματα και όμως να παραμένει πνευματικά άδειος. Ο Όσιος επέλεξε τον δρόμο της προσευχής, της ταπεινώσεως και της ασκήσεως και μέσα από αυτόν τον δρόμο έγινε πηγή αναπαύσεως για τους άλλους. Όσο περισσότερο πλησίαζε τον Θεό, τόσο περισσότερο άνοιγε η καρδιά του προς τον άνθρωπο. Αυτή είναι και η αληθινή ορθόδοξη άσκηση: δεν μας κάνει σκληρούς και απόμακρους, αλλά μας διδάσκει να αγαπούμε καθαρότερα και βαθύτερα.
Η σημερινή ημέρα, αδελφοί μου, παρουσιάζει έτσι μπροστά μας δύο διαφορετικούς δρόμους αγιότητας που καταλήγουν στο ίδιο σημείο. Οι Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός αγίασαν μέσα από την προσφορά και τη θεραπεία του ανθρώπινου πόνου. Ο Όσιος Δαβίδ αγίασε μέσα από την άσκηση, την προσευχή, την ταπείνωση και την πνευματική πατρότητα. Όλοι όμως είχαν ένα κοινό γνώρισμα: δεν έζησαν για τον εαυτό τους. Έκαναν τη ζωή τους προσφορά στον Χριστό και στον άνθρωπο.
Και πόσο όμορφα συνδέεται η μνήμη τους με τα σημερινά αναγνώσματα της Εκκλησίας. Ο Απόστολος μάς λέει: «Ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους». Κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικό χάρισμα, αλλά το χάρισμα δίνεται για την οικοδομή ολόκληρου του Σώματος της Εκκλησίας. Οι Άγιοι Ανάργυροι έλαβαν το χάρισμα και τη γνώση της ιατρικής και τα έκαναν διακονία. Ο Όσιος Δαβίδ έλαβε άλλα χαρίσματα και τα πρόσφερε μέσα από την προσευχή και την πνευματική καθοδήγηση. Έτσι βλέπουμε στην ίδια τη ζωή των Αγίων την εφαρμογή του λόγου του Αποστόλου: διαφορετικά χαρίσματα, διαφορετικές διακονίες, αλλά ένας Χριστός και μία αγάπη.
Και το σημερινό Ευαγγέλιο του πλουσίου και του Λαζάρου μάς παρουσιάζει την αντίθετη εικόνα. Ο πλούσιος είχε αγαθά, αλλά δεν τα έκανε αγάπη. Είχε δυνατότητα να προσφέρει, αλλά δεν πρόσφερε. Οι Άγιοι Ανάργυροι είχαν γνώση και την πρόσφεραν. Ο πλούσιος είχε πλούτο και τον κράτησε για τον εαυτό του. Έτσι η Εκκλησία σήμερα μάς δίνει ένα ολοκληρωμένο πνευματικό μάθημα: δεν έχει τόση σημασία πόσα έχουμε, αλλά τι κάνουμε με αυτά που έχουμε. Το χάρισμα που κρατούμε μόνο για τον εαυτό μας μπορεί να γίνει αιτία εγωισμού. Το χάρισμα που προσφέρουμε με αγάπη μπορεί να γίνει δρόμος προς τον Θεό.
Ας παρακαλέσουμε λοιπόν σήμερα τους Αγίους Αναργύρους Κοσμά και Δαμιανό να πρεσβεύουν για όλους τους ασθενείς, για τους ανθρώπους που υποφέρουν και για εκείνους που τους υπηρετούν, και να φωτίζουν ιδιαίτερα όσους ασκούν το λειτούργημα της ιατρικής και της φροντίδας του ανθρώπου. Ας παρακαλέσουμε τον Όσιο Δαβίδ τον εν Ευβοία να μας διδάσκει με το παράδειγμά του την προσευχή, την ταπείνωση και την εμπιστοσύνη στον Θεό. Και ας ζητήσουμε από τον Κύριο να μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε κι εμείς το χάρισμα που μας έδωσε και να μην το κρατήσουμε για τον εαυτό μας, αλλά να το μετατρέψουμε σε αγάπη και διακονία. Διότι αυτό έκαναν οι Άγιοι: ό,τι έλαβαν από τον Θεό το επέστρεψαν στον Θεό μέσα από την αγάπη προς τον άνθρωπο. Διά των πρεσβειών των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού, της μητρός αυτών Θεοδότης, του Οσίου Δαβίδ του εν Ευβοία και πάντων των Αγίων που σήμερα εορτάζουν, είθε ο Κύριος να χαρίζει σε όλους μας υγεία ψυχής και σώματος, μετάνοια, φωτισμό και δύναμη να βαδίζουμε τον δρόμο της αγάπης και της σωτηρίας. Αμήν.
Ο Απόστολος
Πρὸς Κορινθίους Α΄ 12:27–31
Ἀδελφοί, ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν.
Μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις; μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; μὴ πάντες διερμηνεύουσι; Ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα. Καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι.
Ερμηνεία
Αγαπητοί μου αδελφοί, το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα από την Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, κεφάλαιο 12, στίχοι 27–31, είναι μικρό σε έκταση, αλλά εξαιρετικά μεγάλο σε θεολογικό και πνευματικό βάθος. Μέσα σε λίγους μόνο στίχους ο Απόστολος των Εθνών μάς αποκαλύπτει τι είναι η Εκκλησία, ποια είναι η θέση του καθενός μας μέσα σε αυτήν, τι σημαίνουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και, κυρίως, ποιος πρέπει να είναι ο σκοπός κάθε χαρίσματος και κάθε διακονίας. Ο Απόστολος αρχίζει με μία συγκλονιστική φράση: «Ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους». Δεν λέει απλώς ότι οι χριστιανοί μοιάζουν με ένα σώμα. Δεν χρησιμοποιεί την εικόνα μόνο ως ένα όμορφο παράδειγμα ενότητας. Λέει ξεκάθαρα: «Εσείς είστε Σώμα Χριστού». Εδώ βρίσκεται ένα από τα βαθύτερα μυστήρια της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν είναι ένας ανθρώπινος σύλλογος, μία κοινωνική οργάνωση ή μία συγκέντρωση ανθρώπων που απλώς έχουν κοινές θρησκευτικές ιδέες. Είναι το Σώμα του Χριστού, και κεφαλή αυτού του Σώματος είναι ο ίδιος ο Κύριος.
Ο ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το σημείο αυτό της επιστολής, στρέφει την προσοχή μας στην ενότητα αλλά και στη διαφορετικότητα των μελών.
Όπως το ανθρώπινο σώμα έχει πολλά μέλη, και κάθε μέλος έχει διαφορετική λειτουργία, χωρίς όμως να παύει να ανήκει στο ένα σώμα, έτσι και στην Εκκλησία υπάρχουν πολλά πρόσωπα, διαφορετικές διακονίες και διαφορετικά χαρίσματα, αλλά ένας Χριστός και ένα Σώμα. Το μάτι δεν είναι χέρι, το χέρι δεν είναι πόδι και το πόδι δεν είναι αυτί· όμως κανένα από αυτά δεν είναι περιττό. Κανένα δεν μπορεί να πει στο άλλο «δεν σε χρειάζομαι». Το ίδιο συμβαίνει και μέσα στην Εκκλησία. Ο ένας έχει χάρισμα λόγου, ο άλλος διακονίας, άλλος έχει υπομονή, άλλος διάκριση, άλλος μπορεί να παρηγορεί, άλλος να διδάσκει, άλλος να προσφέρει αθόρυβα και άλλος να προσεύχεται κρυφά.
Δεν μας καλεί ο Θεός να γίνουμε όλοι ίδιοι. Μας καλεί, με τα διαφορετικά χαρίσματα που μας έδωσε, να υπηρετήσουμε το ίδιο Σώμα.
Η φράση «καὶ μέλη ἐκ μέρους» μάς θυμίζει ότι ο καθένας μας αποτελεί ένα μέρος και όχι ολόκληρο το Σώμα. Αυτό είναι μεγάλο μάθημα ταπεινώσεως. Κανένας άνθρωπος δεν έχει όλα τα χαρίσματα. Κανένας δεν είναι αυτάρκης. Κανένας δεν μπορεί να ζήσει πραγματικά την εκκλησιαστική ζωή μόνος του, σαν να μην έχει ανάγκη τους αδελφούς του.
Ο Θεός επιτρέπει να έχουμε διαφορετικά χαρίσματα ακριβώς για να έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον. Εκείνος που γνωρίζει χρειάζεται εκείνον που υπηρετεί· εκείνος που διδάσκει χρειάζεται εκείνον που προσεύχεται· εκείνος που βρίσκεται μπροστά στα μάτια των ανθρώπων χρειάζεται ίσως περισσότερο από όλους εκείνον που εργάζεται αθόρυβα και κρυφά. Έτσι θεραπεύεται η υπερηφάνεια και έτσι οικοδομείται η κοινωνία της αγάπης. Όταν καταλάβω ότι είμαι μέλος και όχι ολόκληρο το σώμα, τότε παύω να θεωρώ τον εαυτό μου κέντρο των πάντων.
Μαθαίνω να ευχαριστώ τον Θεό για το χάρισμα του άλλου, διότι το χάρισμα του αδελφού μου δεν αποτελεί απειλή για εμένα, αποτελεί ευλογία για ολόκληρο το Σώμα, άρα και για εμένα.
Συνεχίζει ο Απόστολος: «Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ». Αξίζει να προσέξουμε ιδιαίτερα τις λέξεις «ἔθετο ὁ Θεός». Ο Παύλος δεν λέει ότι ο καθένας διάλεξε μόνος του τη θέση του ούτε ότι τα χαρίσματα αποτελούν προσωπικά κατορθώματα. Πίσω από κάθε αληθινό χάρισμα βρίσκεται η δωρεά του Θεού. Επομένως το χάρισμα δεν είναι ιδιοκτησία μας, αλλά παρακαταθήκη. Δεν μας δίνεται για να δοξάσουμε τον εαυτό μας, αλλά για να υπηρετήσουμε. Εάν ο Θεός έδωσε σε κάποιον δυνατότητα να διδάσκει, αυτή δεν του δόθηκε για να θαυμάζεται από τους ανθρώπους αλλά για να οδηγεί ψυχές προς τον Χριστό. Εάν έδωσε σε κάποιον υλικά αγαθά, του δόθηκαν και ως δυνατότητα προσφοράς. Εάν έδωσε δύναμη, γνώση, εξουσία, χρόνο ή κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα, όλα αυτά συνοδεύονται από ευθύνη. Όσο μεγαλύτερο είναι το χάρισμα, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ευθύνη της διακονίας. Η πατερική παράδοση επιμένει πολύ σε αυτή την αλήθεια, διότι η χάρη του Θεού δεν πρέπει ποτέ να γίνεται αφορμή κενοδοξίας. Το αληθινό χάρισμα γεννά ευχαριστία και ταπείνωση. Ο άνθρωπος του Θεού δεν λέει «κοίτα τι μπορώ να κάνω», αλλά «δόξα τῷ Θεῷ που μου έδωσε κάτι με το οποίο μπορώ να υπηρετήσω».
Ο Απ Παύλος συνεχίζει: «πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους». Οι Απόστολοι βρίσκονται πρώτοι, διότι είναι οι θεμελιώδεις μάρτυρες του κηρύγματος του Χριστού και της Αναστάσεώς του. Δεν κήρυξαν δικές τους ιδέες, αλλά εκείνο που παρέλαβαν από τον Κύριο. Γι’ αυτό και η Εκκλησία ονομάζεται αποστολική. Η πίστη μας δεν είναι ανθρώπινη επινόηση που εμφανίστηκε αργότερα, αλλά παραδόθηκε από τον Χριστό στους Αποστόλους και από εκείνους στην Εκκλησία. Έπειτα αναφέρονται οι προφήτες.
Η προφητεία στην εκκλησιαστική ζωή δεν περιορίζεται στην πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων. Προφήτης είναι εκείνος που, φωτιζόμενος από το Άγιο Πνεύμα, μεταφέρει λόγο οικοδομής, παρακλήσεως και ελέγχου στον λαό του Θεού. Τρίτοι αναφέρονται οι διδάσκαλοι, οι οποίοι έχουν την ευθύνη να ερμηνεύουν την αλήθεια της πίστεως και να τη μεταδίδουν ορθά. Και εδώ υπάρχει μεγάλο μάθημα για όλους όσοι διδάσκουν μέσα στην Εκκλησία.
Ο εκκλησιαστικός διδάσκαλος δεν καλείται να παρουσιάζει τον εαυτό του ούτε να επιδεικνύει τις γνώσεις του. Καλείται να εξαφανίζεται κατά κάποιον τρόπο πίσω από τον λόγο του Θεού, ώστε ο άνθρωπος που τον ακούει να μη μένει στον ομιλητή αλλά να οδηγείται στον Χριστό.
Έπειτα ο Απόστολος αναφέρει «δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων». Πρόκειται για θαυματουργικές ενέργειες και χαρίσματα θεραπείας που φανερώθηκαν έντονα στην πρώτη Εκκλησία. Ο Παύλος όμως τα τοποθετεί μετά τις διακονίες του αποστολικού κηρύγματος, της προφητείας και της διδασκαλίας. Αυτό έχει σημασία. Ο άνθρωπος εντυπωσιάζεται εύκολα από το έκτακτο και το θαυμαστό.
Η Εκκλησία όμως δεν οικοδομείται πάνω στην αναζήτηση εντυπωσιακών φαινομένων, αλλά πάνω στον Χριστό, στην αλήθεια, στην πίστη και στην αγάπη. Το θαύμα είναι σημείο της φιλανθρωπίας του Θεού, όχι θέαμα και όχι απόδειξη προσωπικής ανωτερότητας. Όταν ένα χάρισμα είναι πραγματικά από τον Θεό, δεν οδηγεί εκείνον που το έχει σε υπερηφάνεια, αλλά σε βαθύτερη ταπείνωση. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος αισθάνεται ότι ενεργεί η χάρη του Θεού, τόσο περισσότερο γνωρίζει ότι χωρίς τον Θεό δεν μπορεί να κάνει τίποτε.
Στη συνέχεια ο Απ Παύλος αναφέρει «ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν». Με τις «ἀντιλήψεις» εννοούνται μορφές βοηθείας, συμπαραστάσεως και διακονίας προς τους άλλους. Και εδώ υπάρχει κάτι πολύ όμορφο.
Ο Απόστολος τοποθετεί δίπλα στα θαυματουργικά χαρίσματα το χάρισμα της απλής βοήθειας. Αυτό σημαίνει ότι στα μάτια του Θεού δεν είναι μεγάλο μόνο εκείνο που εντυπωσιάζει. Μεγάλο μπορεί να είναι και το να ξέρεις να στηρίζεις έναν πονεμένο άνθρωπο. Να υπηρετείς έναν άρρωστο. Να φροντίζεις έναν ηλικιωμένο. Να παρηγορείς εκείνον που πενθεί. Να δίνεις από τον χρόνο σου. Να κάνεις μία εργασία που κανείς δεν βλέπει και κανείς δεν επαινεί. Πόσες φορές μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας άνθρωποι άγνωστοι στον κόσμο αγίασαν μέσα από μία τέτοια αθόρυβη διακονία! Μπορεί να μη δίδαξαν σε πλήθη, να μην έγραψαν βιβλία και να μην έκαναν κάτι που οι άνθρωποι θεωρούν μεγάλο, αλλά κράτησαν αναμμένο το καντήλι της αγάπης μέσα στην οικογένεια, στην ενορία, δίπλα στον άρρωστο και στον πονεμένο. Ο Θεός βλέπει ακόμη και εκείνο που κανένας άνθρωπος δεν βλέπει.
Οι «κυβερνήσεις» φανερώνουν το χάρισμα της συνετής καθοδηγήσεως και της καλής διοικήσεως μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα. Και αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη διάκριση, διότι η εκκλησιαστική εξουσία δεν μπορεί να νοείται με κοσμικούς όρους. Ο Χριστός μάς έδειξε τι σημαίνει ηγεσία όταν έσκυψε και έπλυνε τα πόδια των μαθητών του.
Όποιος καλείται να καθοδηγεί μέσα στην Εκκλησία καλείται πρώτα να υπηρετεί. Όσο υψηλότερη είναι η θέση, τόσο βαθύτερη πρέπει να είναι η ταπείνωση. Η πραγματική πνευματική εξουσία δεν συντρίβει τον άνθρωπο αλλά τον αναπαύει, δεν απαιτεί να υπηρετηθεί αλλά προσφέρει τον εαυτό της ως διακονία. Τέλος, ο Παύλος αναφέρει «γένη γλωσσῶν», το ιδιαίτερο χάρισμα των γλωσσών, το οποίο είχε μεγάλη παρουσία στην Εκκλησία της Κορίνθου. Οι Κορίνθιοι φαίνεται ότι εντυπωσιάζονταν ιδιαίτερα από αυτό το χάρισμα, και γι’ αυτό ο Απόστολος προσπαθεί να τους διδάξει ότι κανένα χάρισμα δεν πρέπει να απολυτοποιείται.
Ακολουθεί μία σειρά ερωτήσεων: «Μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις; μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; μὴ πάντες διερμηνεύουσι;».
Η απάντηση σε όλες αυτές τις ερωτήσεις είναι αυτονόητη: όχι. Δεν είναι όλοι Απόστολοι, δεν είναι όλοι προφήτες, δεν είναι όλοι διδάσκαλοι, δεν έχουν όλοι το ίδιο χάρισμα. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η σοφία του Θεού. Εάν όλοι είχαν το ίδιο χάρισμα, δεν θα υπήρχε σώμα αλλά ένα μόνο μέλος. Η διαφορετικότητα δεν είναι πρόβλημα που πρέπει να εξαφανιστεί. Είναι δώρο που πρέπει να αγιαστεί. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η διαφορετικότητα γεννά σύγκριση, ζήλια και ανταγωνισμό. Όταν λέω «γιατί ο άλλος έχει αυτό που εγώ δεν έχω;», τότε ξεχνώ ότι ανήκουμε στο ίδιο Σώμα. Εάν το μάτι βλέπει καλά, δεν ζηλεύει το χέρι. Εάν το χέρι εργάζεται, δεν ανταγωνίζεται το πόδι. Όλα υπηρετούν την ίδια ζωή. Έτσι πρέπει να συμβαίνει και μεταξύ των χριστιανών.
Ο ιερός Χρυσόστομος επιμένει ότι η διαφορετικότητα των χαρισμάτων δεν πρέπει να γίνεται ούτε αφορμή υπερηφανείας για εκείνον που φαίνεται να έχει μεγαλύτερο χάρισμα ούτε αφορμή απογοητεύσεως για εκείνον που θεωρεί ότι έχει μικρότερο. Εκείνος που έλαβε περισσότερο δεν έχει λόγο να καυχηθεί, διότι το έλαβε ως δωρεά. Και εκείνος που έλαβε κάτι λιγότερο εμφανές δεν πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του άχρηστο. Μπορεί μπροστά στους ανθρώπους ένα χάρισμα να φαίνεται μικρό και μπροστά στον Θεό να είναι μεγάλο. Μία μητέρα που προσεύχεται κρυφά για τα παιδιά της, ένας άνθρωπος που φροντίζει υπομονετικά έναν άρρωστο, κάποιος που συγχωρεί μία βαριά αδικία, ένας πιστός που υπηρετεί αθόρυβα χωρίς να ζητά αναγνώριση, μπορεί να προσφέρει στο Σώμα του Χριστού πολύ περισσότερο από όσο φαίνεται. Στην Εκκλησία δεν μετράμε τα χαρίσματα με τα μέτρα του κόσμου.
Ο Θεός βλέπει το βάθος της καρδιάς.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι ερωτήσεις «μὴ πάντες δυνάμεις; μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων;». Δεν θαυματουργούν όλοι, ούτε έχουν όλοι χαρίσματα θεραπείας. Αυτό είναι μία σημαντική απάντηση και στη δική μας εποχή, όταν πολλές φορές υπάρχει υπερβολικό ενδιαφέρον για το έκτακτο, το θαυματουργικό και το εντυπωσιακό. Η αγιότητα δεν μετριέται από το πόσα θαύματα μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος. Το μεγαλύτερο θαύμα είναι πολλές φορές η μεταμόρφωση της καρδιάς. Ένας άνθρωπος που ήταν γεμάτος μίσος και μαθαίνει να συγχωρεί, ένας υπερήφανος που αποκτά ταπείνωση, ένας φιλάργυρος που γίνεται ελεήμων, ένας άνθρωπος που ζούσε μακριά από τον Θεό και επιστρέφει με μετάνοια· αυτά είναι θαύματα της χάριτος του Θεού. Τι αξία θα είχε να μιλά κανείς για μεγάλα πνευματικά χαρίσματα εάν μέσα στο σπίτι του δεν μπορεί να συγχωρήσει τον αδελφό του; Τι αξία θα είχε να εντυπωσιάζει τους ανθρώπους εάν η καρδιά του είναι γεμάτη υπερηφάνεια; Ο Θεός ζητά πρώτα την καρδιά μας.
Ο Απόστολος φτάνει τώρα στην κορύφωση: «Ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα». Να επιθυμείτε, λέει, τα ανώτερα χαρίσματα. Ο Παύλος δεν καταδικάζει την επιθυμία για πνευματική πρόοδο. Αντίθετα, μας καλεί να μην παραμένουμε στάσιμοι. Υπάρχει όμως μία μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να ζητώ χάρισμα για να υπηρετήσω και στο να ζητώ χάρισμα για να ξεχωρίσω. Η πρώτη επιθυμία γεννιέται από την αγάπη· η δεύτερη από τη φιλαυτία. Ο αληθινά πνευματικός άνθρωπος δεν λέει «Κύριε, δώσε μου κάτι ώστε να με θαυμάζουν». Λέει «Κύριε, δώσε μου ό,τι χρειάζεται για να σε υπηρετήσω και να ωφελήσω τον αδελφό μου». Και ίσως ο Θεός να του δώσει όχι κάποιο εντυπωσιακό χάρισμα, αλλά υπομονή. Ίσως του δώσει τη δύναμη να σηκώνει έναν δύσκολο σταυρό. Ίσως του δώσει καρδιά ελεήμονα. Ίσως του δώσει τη χάρη να συγχωρεί. Αυτά μπορεί να είναι τα «κρείττονα» χαρίσματα για τη δική του σωτηρία.
Και ο Απόστολος ολοκληρώνει το σημερινό ανάγνωσμα με μία φράση που ανοίγει έναν ολόκληρο πνευματικό ορίζοντα: «Καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι». Θα σας δείξω, λέει, έναν δρόμο ασύγκριτα ανώτερο. Και ποιος είναι αυτός ο δρόμος; Η απάντηση βρίσκεται αμέσως στο επόμενο κεφάλαιο, στον περίφημο ύμνο της αγάπης: «Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον». Ο ανώτερος δρόμος λοιπόν δεν είναι το εντυπωσιακό χάρισμα, αλλά η αγάπη. Αυτό είναι το κλειδί για να κατανοήσουμε ολόκληρη τη σημερινή περικοπή. Χωρίς αγάπη τα χαρίσματα χάνουν τον σκοπό τους. Χωρίς αγάπη ακόμη και η γνώση μπορεί να γεννήσει υπερηφάνεια. Χωρίς αγάπη η διακονία μπορεί να γίνει φιλοδοξία. Χωρίς αγάπη ακόμη και ένα πνευματικό χάρισμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί εγωιστικά. Η αγάπη είναι εκείνη που δίνει στα πάντα το σωστό περιεχόμενο και τον σωστό προσανατολισμό.
Και εδώ ο σημερινός Απόστολος συναντά βαθιά και το σημερινό Ευαγγέλιο του πλουσίου και του Λαζάρου. Ο πλούσιος είχε αγαθά. Είχε δυνατότητες. Είχε όσα θα μπορούσαν να γίνουν χάρισμα και ευλογία για έναν άνθρωπο που βρισκόταν στην πόρτα του. Του έλειπε όμως το ουσιώδες: η αγάπη που βλέπει τον άλλον. Ο Απόστολος μάς λέει ότι είμαστε μέλη του ίδιου Σώματος.
Το Ευαγγέλιο μάς δείχνει τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος αρνείται να δει τον αδελφό του ως μέλος που τον αφορά. Εάν πραγματικά πιστεύω ότι ο άλλος ανήκει μαζί μου στο Σώμα του Χριστού, τότε ο πόνος του δεν μπορεί να μου είναι αδιάφορος. Όταν πονά ένα μέλος του ανθρώπινου σώματος, ολόκληρο το σώμα αντιδρά. Δεν λέει το χέρι «δεν με ενδιαφέρει που πονά το πόδι». Έτσι και στην Εκκλησία δεν μπορούμε να λέμε «δεν με αφορά ο πόνος του άλλου». Η αγάπη μετατρέπει τον ξένο σε αδελφό.
Αγαπητοί μου αδελφοί, ο σημερινός Απόστολος μας καλεί επομένως σε μία βαθιά εξέταση του εαυτού μας. Πρώτα να αναρωτηθούμε: ποιο χάρισμα μου έδωσε ο Θεός; Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει κάτι να προσφέρει. Ίσως να μην είναι κάτι που φαίνεται. Ίσως να μην είναι κάτι που θα προκαλέσει τον θαυμασμό των ανθρώπων. Αλλά ο Θεός δεν δημιουργεί άχρηστα μέλη στο Σώμα του. Κάθε άνθρωπος έχει μία θέση, μία δυνατότητα προσφοράς, έναν τρόπο με τον οποίο μπορεί να αγαπήσει.
Το δεύτερο ερώτημα είναι ακόμη σοβαρότερο: αυτό που μου έδωσε ο Θεός το χρησιμοποιώ για τον εαυτό μου ή για την οικοδομή των άλλων; Η γνώση μου γίνεται βοήθεια ή υπερηφάνεια; Τα χρήματά μου γίνονται ελεημοσύνη ή φυλακή; Η θέση μου γίνεται διακονία ή εξουσία; Ο λόγος μου γίνεται παρηγοριά ή πληγή; Η δύναμή μου γίνεται στήριγμα του αδύνατου ή μέσο επιβολής; Ο χρόνος μου προσφέρεται ποτέ στον άνθρωπο που με χρειάζεται; Αυτό είναι το πραγματικό μέτρο του χαρίσματος.
Ας εξετάσουμε ακόμη εάν χαιρόμαστε με τα χαρίσματα των άλλων. Είναι εύκολο να λέμε ότι αγαπούμε τον αδελφό μας. Η καρδιά μας όμως δοκιμάζεται όταν εκείνος προοδεύει, όταν επαινείται, όταν έχει ένα χάρισμα που εμείς δεν έχουμε. Μπορούμε τότε να χαρούμε πραγματικά; Εάν είμαστε ένα Σώμα, η χαρά του άλλου είναι και δική μας χαρά. Ο φθόνος είναι βαθιά αντίθετος προς το εκκλησιαστικό φρόνημα, διότι χωρίζει εκείνο που ο Χριστός ενώνει. Αντίθετα, η ταπείνωση μας επιτρέπει να πούμε: «Δόξα τῷ Θεῷ για το χάρισμα που έδωσε στον αδελφό μου». Και τότε η καρδιά ελευθερώνεται από τον ανταγωνισμό και αρχίζει να ζει πραγματικά ως μέλος του Σώματος.
Ας μη ζητούμε λοιπόν από τον Θεό πρωτίστως μεγάλα και εντυπωσιακά χαρίσματα. Ας Του ζητούμε εκείνα που μας οδηγούν στη σωτηρία: ταπείνωση, μετάνοια, υπομονή, διάκριση, καθαρότητα καρδιάς και κυρίως αγάπη. Ας Του ζητούμε να μπορούμε να υπηρετούμε χωρίς να απαιτούμε αναγνώριση, να προσφέρουμε χωρίς να περιμένουμε ανταπόδοση, να συγχωρούμε χωρίς να κρατούμε λογαριασμό του κακού, να χαιρόμαστε με τη χαρά του άλλου και να πονάμε με τον πόνο του. Αυτή είναι η ζωή του Σώματος του Χριστού. Η Εκκλησία δεν είναι ο τόπος όπου ο καθένας προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι καλύτερος από τον άλλον. Είναι ο τόπος όπου όλοι μαζί θεραπευόμαστε από τον Χριστό και μαθαίνουμε να αγαπούμε.
Και όταν πλησιάζουμε στο Άγιο Ποτήριο, αυτή η αλήθεια γίνεται ακόμη πιο συγκλονιστική. Δεν προσερχόμαστε ο καθένας σε έναν διαφορετικό Χριστό. Από το ίδιο Ποτήριο κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του ίδιου Κυρίου. Πώς λοιπόν μπορούμε να κοινωνούμε τον Χριστό και να κρατούμε μίσος για το μέλος του Χριστού; Πώς μπορούμε να λέμε «Αμήν» στο Σώμα του Κυρίου και συγχρόνως να περιφρονούμε τον αδελφό; Η Θεία Ευχαριστία μάς καλεί όχι μόνο σε προσωπική σχέση με τον Χριστό αλλά και σε πραγματική κοινωνία αγάπης με το Σώμα Του. Γι’ αυτό η συγχώρηση, η συμφιλίωση και η αγάπη δεν είναι δευτερεύοντα πράγματα της χριστιανικής ζωής. Βρίσκονται στην ίδια την καρδιά της.
Ας κρατήσουμε λοιπόν σήμερα μία μόνο φράση του Αποστόλου: «Ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ». Είμαστε Σώμα Χριστού. Αυτό σημαίνει ότι δεν είμαστε μόνοι. Σημαίνει ότι χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον. Σημαίνει ότι το χάρισμά μου δεν είναι μόνο δικό μου και ότι ο πόνος του αδελφού μου δεν είναι μόνο δικός του. Σημαίνει ότι κάθε καλό που κάνουμε στον άλλον οικοδομεί το Σώμα και κάθε πληγή που προκαλούμε στον άλλον πληγώνει την ενότητα του Σώματος. Ας ζητήσουμε από τον Κύριο να μας ελευθερώσει από την υπερηφάνεια, τον φθόνο, τη φιλαυτία και την ανάγκη να φαινόμαστε. Να μας δώσει τη χάρη να αναγνωρίζουμε με ευγνωμοσύνη ό,τι μας χάρισε και να το προσφέρουμε με χαρά στην υπηρεσία του και στην υπηρεσία των αδελφών μας. Και πάνω απ’ όλα ας ζητήσουμε εκείνο που ο Παύλος ονομάζει «καθ᾿ ὑπερβολὴν ὁδόν»: την αγάπη. Διότι κάποτε θα τελειώσουν οι ανθρώπινες τιμές, οι θέσεις και οι διακονίες, όμως, όπως θα μας πει αμέσως μετά ο Απόστολος, «ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει». Αυτή ας γίνει ο δρόμος μας, αυτή ας γίνει το μέτρο των χαρισμάτων μας και αυτή ας γίνει η μαρτυρία μας μέσα στον κόσμο, ώστε όλοι μαζί, ως μέλη του ενός Σώματος και με κεφαλή τον Χριστό, να πορευόμαστε προς τη Βασιλεία Του. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄ 13
1Ἐὰν λαλῶ τὰς γλώσσας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μή ἔχω, ἔγεινα χαλκὸς ἠχῶν ἤ κύμβαλον ἀλαλάζον.2Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ ἐξεύρω πάντα τὰ μυστήρια καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε νὰ μετατοπίζω ὄρη, ἀγάπην δὲ μή ἔχω, εἶμαι οὐδέν.3Καὶ ἐὰν πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου διανείμω, καὶ ἐὰν παραδώσω τὸ σῶμά μου διὰ νὰ καυθῶ, ἀγάπην δὲ μή ἔχω, οὐδὲν φελοῦμαι.
4Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, ἀγαθοποιεῖ, ἡ ἀγάπη δὲν φθονεῖ, ἡ ἀγάπη δὲν αὐθαδιάζει, δὲν ἐπαίρεται,5δὲν ἀσχημονεῖ, δὲν ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, δὲν παροξύνεται, δὲν διαλογίζεται τὸ κακόν,6δὲν χαίρει εἰς τὴν ἀδικίαν, συγχαίρει δὲ εἰς τὴν ἀλήθειαν7πάντα ἀνέχεται, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει.
8Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει τὰ ἄλλα ὅμως, εἴτε προφητεῖαι εἶναι, θέλουσι καταργηθῆ εἴτε γλῶσσαι, θέλουσι παύσει εἴτε γνῶσις, θέλει καταργηθῆ.9Διότι κατὰ μέρος γινώσκομεν καὶ κατὰ μέρος προφητεύομεν10ὅταν ὅμως ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ κατὰ μέρος θέλει καταργηθῆ.
11Ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐσυλλογιζόμην ὅτε ὅμως ἔγεινα ἀνήρ, κατήργησα τὰ τοῦ νηπίου.12Διότι τώρα βλέπομεν διὰ κατόπτρου αἰνιγματωδῶς, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον τώρα γνωρίζω κατὰ μέρος, τότε δὲ θέλω γνωρίσει καθὼς καὶ ἐγνωρίσθην.
13Τώρα δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα. μεγαλητέρα δὲ τούτων εἶναι ἡ ἀγάπη.
Το Ευαγγέλιο
Κατὰ Λουκᾶν 16:19–31 — Ο πλούσιος και ο Λάζαρος
Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς.
Πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ.
Ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη.
Καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ.
Καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· Πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ.
Εἶπε δὲ Ἀβραάμ· Τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι.
Καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν.
Εἶπε δέ· Ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου.
Λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· Ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν.
Ὁ δὲ εἶπεν· Οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν.
Εἶπε δὲ αὐτῷ· Εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.
Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΤΩΧΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ – ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Αγαπητοί μου αδελφοί, η σημερινή ευαγγελική περικοπή από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, κεφάλαιο 16, στίχοι 19–31, μας παρουσιάζει την πολύ γνωστή αλλά συγχρόνως ανεξάντλητη σε πνευματικά νοήματα παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου. Είναι μία περικοπή που μιλά για τον πλούτο και τη φτώχεια, για την ελεημοσύνη και την ασπλαχνία, για τον θάνατο και την αιωνιότητα, για τη μετάνοια και για την ευθύνη του ανθρώπου απέναντι στον λόγο του Θεού. Ο Κύριος αρχίζει λέγοντας: «Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον, εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς». Υπήρχε κάποιος πλούσιος άνθρωπος, ο οποίος φορούσε πορφύρα και βύσσο, ενδύματα δηλαδή μεγάλης πολυτέλειας, και καθημερινά ζούσε μέσα στην ευμάρεια και στην απόλαυση. Αξίζει από την αρχή να προσέξουμε ότι ο Κύριος δεν λέει πως ο πλούσιος ήταν ληστής, κλέφτης ή άνθρωπος που απέκτησε την περιουσία του με αδικία. Δεν μας αναφέρει ότι χτύπησε τον Λάζαρο ούτε ότι τον έδιωξε βίαια από την πόρτα του. Η μεγάλη του αμαρτία ήταν διαφορετική και ίσως γι’ αυτό περισσότερο επικίνδυνη: ήταν η ασπλαχνία και η αδιαφορία. Είχε τη δυνατότητα να βοηθήσει και δεν βοήθησε. Είχε μπροστά στα μάτια του τον ανθρώπινο πόνο και έμαθε να περνά δίπλα του χωρίς να συγκινείται.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο οποίος αφιέρωσε περίφημες ομιλίες στον πλούσιο και τον Λάζαρο, στρέφει επανειλημμένα την προσοχή μας ακριβώς σε αυτή την πνευματική ασθένεια της καρδιάς. Ο πλούσιος είχε καθημερινά μπροστά στην πύλη του μία πρόσκληση για έλεος. Ο Θεός δεν είχε κρύψει τον φτωχό κάπου μακριά. Τον είχε επιτρέψει να βρίσκεται μπροστά στα μάτια του πλουσίου, ώστε η δυστυχία του ενός να γίνει αφορμή σωτηρίας για τον άλλον. Ο πλούσιος όμως έμεινε κλεισμένος στον κόσμο του. Είχε τραπέζι γεμάτο, αλλά καρδιά άδεια από συμπόνια. Είχε λαμπρά ενδύματα, αλλά η ψυχή του δεν είχε ενδυθεί την αγάπη. Και αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό μήνυμα για όλους μας. Δεν αρκεί να λέμε ότι δεν βλάψαμε κάποιον. Η χριστιανική ζωή δεν εξαντλείται στο «δεν έκανα κακό». Υπάρχει και το ερώτημα: «Έκανα το καλό που μπορούσα να κάνω;». Μπροστά στον Θεό δεν θα εξεταστεί μόνο εάν πληγώσαμε τον αδελφό μας, αλλά και εάν μπορούσαμε να θεραπεύσουμε μία πληγή και αδιαφορήσαμε.
Αμέσως μετά ο Ευαγγελιστής μας παρουσιάζει τον άλλο άνθρωπο: «Πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος». Εδώ υπάρχει μία λεπτομέρεια εξαιρετικά σημαντική. Ο πλούσιος δεν έχει όνομα στην αφήγηση του Κυρίου. Ο φτωχός όμως έχει: ονομάζεται Λάζαρος. Εκείνος που ίσως ήταν ασήμαντος στα μάτια των ανθρώπων είναι γνωστός με το όνομά του ενώπιον του Θεού. Ο κόσμος πολλές φορές γνωρίζει τα ονόματα των ισχυρών, των πλουσίων και των επιφανών και αγνοεί τα ονόματα των ταπεινών. Στο Ευαγγέλιο όμως συμβαίνει το αντίθετο. Αυτό αποτελεί μεγάλη παρηγοριά για κάθε άνθρωπο που αισθάνεται μόνος, παραμελημένος ή ξεχασμένος. Μπορεί κανείς να μη γνωρίζει τον αγώνα σου, μπορεί κανείς να μην έχει δει τα δάκρυά σου, μπορεί να κουβαλάς έναν σταυρό που δεν φαίνεται σε κανέναν· ο Θεός όμως γνωρίζει το όνομά σου, γνωρίζει τον πόνο σου και τίποτε από όσα υπομένεις δεν είναι κρυμμένο από τα μάτια Του.
Ο Λάζαρος, λέει ο Κύριος, «ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος», βρισκόταν δηλαδή πεσμένος μπροστά στην πύλη του πλουσίου και ήταν γεμάτος πληγές. Η λέξη «πυλών» είναι εδώ συγκλονιστική. Ανάμεσα στους δύο ανθρώπους δεν υπήρχε μεγάλη γεωγραφική απόσταση. Δεν ζούσαν σε διαφορετικές χώρες ή πόλεις. Τους χώριζε μία πόρτα. Ο πλούσιος δεν χρειαζόταν να κάνει κάποιο μεγάλο ταξίδι για να βρει άνθρωπο που είχε ανάγκη. Ο Θεός είχε φέρει την ευκαιρία της αγάπης μέχρι την πόρτα του. Κάθε φορά που έμπαινε και έβγαινε από το σπίτι του έβλεπε, ή τουλάχιστον μπορούσε να δει, τον άνθρωπο που χρειαζόταν βοήθεια. Έτσι συμβαίνει πολλές φορές και στη δική μας ζωή. Ζητούμε να μάθουμε ποιο είναι το θέλημα του Θεού και περιμένουμε ίσως κάτι μεγάλο και ασυνήθιστο, ενώ η απάντηση βρίσκεται πολύ κοντά μας. Ο «Λάζαρος» μπορεί να είναι μέσα στο ίδιο μας το σπίτι: ένας ηλικιωμένος γονιός που χρειάζεται παρουσία, ένας άρρωστος, ένας συγγενής που είναι μόνος, ένα παιδί που χρειάζεται χρόνο και προσοχή, ένας άνθρωπος που πενθεί ή κάποιος που περιμένει από εμάς μία συγγνώμη. Δεν χρειάζεται πάντοτε να κάνουμε κάτι μεγάλο. Πολλές φορές ο Θεός ζητά να ανοίξουμε απλώς την πόρτα που βρίσκεται μπροστά μας.
Ο Λάζαρος επιθυμούσε «χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου». Δεν ζητούσε να καθίσει στη θέση του πλουσίου ούτε να αποκτήσει την περιουσία του. Επιθυμούσε λίγα από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του. Ο πλούσιος θα μπορούσε να τον βοηθήσει χωρίς ουσιαστικά να στερηθεί τίποτε. Κι όμως δεν το έκανε. Εδώ βρίσκεται μία φοβερή αποκάλυψη για την ανθρώπινη καρδιά: μπορεί να έχει πολλά και να μην μπορεί να δώσει ούτε λίγα. Η πραγματική φτώχεια λοιπόν δεν βρίσκεται πάντοτε στην έλλειψη χρημάτων. Υπάρχει και η φτώχεια της καρδιάς. Μπορεί κάποιος να έχει γεμάτα τα χέρια και άδεια την ψυχή. Ο Μέγας Βασίλειος, όταν μιλά για τον πλούτο και την ελεημοσύνη, τονίζει με ιδιαίτερη δύναμη ότι τα αγαθά που περισσεύουν στον άνθρωπο δεν πρέπει να γίνονται αιτία φιλαυτίας αλλά ευκαιρία κοινωνίας με εκείνον που στερείται. Ο χριστιανός δεν θεωρεί τον εαυτό του απόλυτο κύριο των αγαθών του, αλλά διαχειριστή των δωρεών του Θεού. Ό,τι έχουμε, από τον Θεό το λάβαμε, και γι’ αυτό πρέπει να μάθουμε να ευχαριστούμε τον Θεό και να μοιραζόμαστε με τον αδελφό.
Το Ευαγγέλιο προσθέτει ότι ακόμη και οι σκύλοι έρχονταν και έγλειφαν τις πληγές του Λαζάρου. Η εικόνα δείχνει το βάθος της εγκαταλείψεώς του. Εκεί όπου ο άνθρωπος δεν έδειξε συμπόνια, τα ζώα πλησίαζαν τον πληγωμένο. Και όμως δεν ακούμε από τον Λάζαρο ούτε μία λέξη βλασφημίας ή μίσους. Δεν παρουσιάζεται να καταριέται τον πλούσιο, να κατηγορεί τον Θεό ή να ζητά εκδίκηση. Ο ιερός Χρυσόστομος θαυμάζει ιδιαίτερα αυτή την υπομονή του Λαζάρου. Υπέφερε από τη φτώχεια, από την αρρώστια, από την πείνα και συγχρόνως είχε μπροστά στα μάτια του την ευμάρεια του άλλου, πράγμα που μπορούσε να κάνει τον πόνο ακόμη βαρύτερο. Και όμως υπομένει. Αυτό δεν σημαίνει ότι η φτώχεια και η αρρώστια είναι από μόνες τους αρετές ούτε ότι ο Θεός θέλει τον άνθρωπο να υποφέρει. Σημαίνει ότι ακόμη και μέσα στη δοκιμασία ο άνθρωπος μπορεί να κρατήσει την πίστη και την εμπιστοσύνη του στον Θεό και να μη δηλητηριάσει την καρδιά του με μίσος.
Έρχεται όμως η στιγμή που ανατρέπει τα πάντα: «Ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχόν». Ο φτωχός πεθαίνει. Και εκείνος που στη γη δεν είχε ανθρώπους να τον φροντίσουν παραλαμβάνεται τώρα «ὑπὸ τῶν ἀγγέλων» και μεταφέρεται «εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ». Πόσο μεγάλη είναι η αλλαγή! Ο άνθρωπος που ήταν πεσμένος έξω από μία ανθρώπινη πόρτα εισέρχεται τώρα στην παρηγοριά των δικαίων. Εκείνος που ήταν μόνος δεν είναι καθόλου μόνος στην έξοδό του από τον κόσμο. Οι άγγελοι του Θεού τον συνοδεύουν. Ο Κύριος μάς αποκαλύπτει έτσι ότι η τελευταία λέξη για τη ζωή ενός ανθρώπου δεν ανήκει στην κοινωνική του θέση, στα χρήματα, στην υγεία ή στην ανθρώπινη αναγνώριση. Την τελευταία λέξη την έχει ο Θεός.
Και αμέσως ακολουθεί μία σύντομη φράση: «ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη». Πέθανε και ο πλούσιος και τάφηκε. Ο θάνατος μπήκε και στο δικό του σπίτι. Η πορφύρα δεν μπόρεσε να τον εμποδίσει, τα χρήματα δεν μπόρεσαν να τον εξαγοράσουν και το καθημερινό λαμπρό τραπέζι δεν μπόρεσε να παρατείνει για πάντα τη ζωή του. Αυτό είναι ένα μάθημα που η Εκκλησία επαναλαμβάνει όχι για να μας οδηγήσει στην απελπισία, αλλά για να μας διδάξει σοφία. Η επίγεια ζωή είναι δώρο, αλλά δεν είναι αιώνια. Γι’ αυτό έχει σημασία όχι μόνο τι αποκτούμε, αλλά κυρίως τι γινόμαστε. Στον τάφο δεν παίρνουμε μαζί μας σπίτια, χρήματα, αξιώματα και επαίνους. Παίρνουμε την κατάσταση της καρδιάς μας, τη σχέση μας με τον Θεό και τον τρόπο με τον οποίο αγαπήσαμε τον άνθρωπο.
Τώρα η εικόνα αντιστρέφεται. Ο πλούσιος, ευρισκόμενος στον Άδη, σηκώνει τα μάτια και βλέπει από μακριά τον Αβραάμ και τον Λάζαρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι τώρα βλέπει τον Λάζαρο. Στη γη ο Λάζαρος ήταν τόσο κοντά του, στην ίδια του την πόρτα, και όμως ουσιαστικά δεν τον έβλεπε. Τώρα βρίσκεται μακριά και τον βλέπει. Η αμαρτία, αδελφοί μου, πολλές φορές αρχίζει ακριβώς από αυτό: από την τύφλωση της καρδιάς. Ο άνθρωπος βλέπει τα πράγματα αλλά δεν βλέπει τα πρόσωπα. Βλέπει όσα μπορεί να αποκτήσει, αλλά δεν βλέπει ποιος υποφέρει δίπλα του. Βλέπει τον εαυτό του, τις ανάγκες του, τις επιθυμίες του και τα δικαιώματά του, αλλά δυσκολεύεται να δει τον αδελφό. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε συνεχώς να ζητούμε από τον Θεό καθαρό βλέμμα και καρδιά ευαίσθητη.
Ο πλούσιος φωνάζει τότε: «Πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με». Εκείνος που δεν έδειξε έλεος ζητά τώρα έλεος. Ζητά να σταλεί ο Λάζαρος, ώστε να βρέξει την άκρη του δακτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα του. Και ο Αβραάμ τού απαντά με μία λέξη που πρέπει να συγκλονίσει κάθε συνείδηση: «Τέκνον, μνήσθητι». Παιδί μου, θυμήσου. Θυμήσου τι έλαβες. Θυμήσου πώς έζησες. Θυμήσου ποιος βρισκόταν στην πόρτα σου. Η μνήμη γίνεται τώρα καθρέφτης της ζωής του. Και εδώ υπάρχει ένα πολύ σοβαρό μήνυμα για όλους μας. Κάθε δώρο του Θεού είναι συγχρόνως και ευθύνη. Εάν μου έδωσε ο Θεός χρήματα, έχω ευθύνη για τον τρόπο που τα χρησιμοποιώ. Εάν μου έδωσε υγεία, χρόνο, γνώσεις, δύναμη ή κάποιο χάρισμα, όλα αυτά μπορούν να γίνουν δρόμος αγάπης. Δεν μας δόθηκαν μόνο για να υπηρετούμε τον εαυτό μας.
Στη συνέχεια ο Αβραάμ λέει ότι «μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται». Υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα. Αλλά το χάσμα αυτό δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Ο πλούσιος το οικοδομούσε καθημερινά όσο ζούσε. Στην αρχή υπήρχε μόνο μία μικρή απόσταση από το τραπέζι του μέχρι την πύλη. Κάθε ημέρα όμως που περνούσε δίπλα από τον Λάζαρο και δεν συγκινείτο, το χάσμα μέσα στην καρδιά του μεγάλωνε. Κάθε άρνηση αγάπης το έκανε βαθύτερο. Κάθε πράξη αδιαφορίας το έκανε πλατύτερο. Μέχρι που εκείνο που στη γη ήταν μία κλειστή πόρτα παρουσιάζεται στην παραβολή ως «χάσμα μέγα». Αυτό μας δείχνει πόσο σοβαρές είναι οι καθημερινές επιλογές μας. Η καρδιά δεν γίνεται σκληρή μέσα σε μία ημέρα. Σκληραίνει λίγο λίγο. Αλλά και η αγιότητα δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Χτίζεται και αυτή καθημερινά, με μικρές πράξεις αγάπης, συγχωρήσεως, προσευχής, ελεημοσύνης και ταπεινώσεως.
Τότε ο πλούσιος θυμάται τους πέντε αδελφούς του και ζητά να σταλεί ο Λάζαρος για να τους προειδοποιήσει, ώστε να μη φτάσουν και εκείνοι στον ίδιο τόπο. Ο Αβραάμ απαντά: «Ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν». Έχουν τον λόγο του Θεού· ας τον ακούσουν. Ο πλούσιος επιμένει: «ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν». Αν εμφανιστεί κάποιος από τους νεκρούς, τότε θα μετανοήσουν. Και η απάντηση του Αβραάμ ολοκληρώνει την παραβολή: «Εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται». Εάν δεν ακούν τον λόγο του Θεού, ούτε αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς θα πειστούν.
Για εμάς τους χριστιανούς αυτά τα τελευταία λόγια αποκτούν ακόμη βαθύτερη σημασία. Διότι πράγματι Κάποιος αναστήθηκε εκ νεκρών: ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Ο τάφος άνοιξε, ο θάνατος νικήθηκε και το μήνυμα της Αναστάσεως κηρύχθηκε στον κόσμο. Κι όμως ο Θεός δεν καταργεί την ανθρώπινη ελευθερία. Δεν εξαναγκάζει τον άνθρωπο να Τον αγαπήσει. Γι’ αυτό δεν πρέπει να περιμένουμε κάποιο συγκλονιστικό θαύμα για να αρχίσουμε να μετανοούμε. Έχουμε ήδη τον λόγο του Θεού, έχουμε το Ευαγγέλιο, έχουμε την Εκκλησία, έχουμε τα Μυστήρια, έχουμε την Ανάσταση του Χριστού. Το ερώτημα είναι εάν θα ανοίξουμε την καρδιά μας.
Αδελφοί μου, η σημερινή παραβολή δεν μας δόθηκε για να συζητούμε απλώς για έναν πλούσιο και έναν φτωχό που έζησαν κάποτε. Μας καλεί να κοιτάξουμε τη δική μας ζωή και να ρωτήσουμε: ποιος είναι ο Λάζαρος που βρίσκεται σήμερα στη δική μου πόρτα; Ποιον άνθρωπο μου έφερε κοντά ο Θεός και εγώ δεν βλέπω; Ποιον έχω παραμελήσει; Ποιον πρέπει να συγχωρήσω; Σε ποιον πρέπει να τηλεφωνήσω; Ποιον πρέπει να επισκεφθώ; Ποιος χρειάζεται ένα κομμάτι από τον χρόνο μου, μία κουβέντα παρηγοριάς, μία πράξη αγάπης; Μπορεί ο δικός μας Λάζαρος να μη ζητά χρήματα. Μπορεί να ζητά παρουσία. Μπορεί να ζητά να τον ακούσουμε. Μπορεί να ζητά ένα «συγχώρησέ με» ή ένα «σε συγχωρώ». Μπορεί να βρίσκεται τόσο κοντά μας ώστε, όπως ο πλούσιος, να έχουμε πάψει να τον βλέπουμε.
Ο Μέγας Βασίλειος μάς υπενθυμίζει με τη διδασκαλία του ότι ο πλούτος βρίσκει τον αληθινό προορισμό του όταν γίνεται κοινωνία και προσφορά. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μάς δείχνει ότι η ελεημοσύνη δεν ωφελεί μόνο εκείνον που τη δέχεται, αλλά θεραπεύει και την ψυχή εκείνου που την προσφέρει. Και όλη η πατερική παράδοση μάς οδηγεί σε μία μεγάλη αλήθεια: δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι αγαπούμε τον Θεό και συγχρόνως να κλείνουμε την καρδιά μας στην εικόνα Του, που είναι ο άνθρωπος δίπλα μας. Η αγάπη προς τον Θεό γίνεται ορατή μέσα στην αγάπη προς τον αδελφό.
Ας προσέξουμε όμως και κάτι τελευταίο. Η παραβολή δεν θέλει να μας αφήσει μέσα στον φόβο. Θέλει να μας οδηγήσει στη μετάνοια. Ο πλούσιος της παραβολής θα ήθελε να μπορούσε να επιστρέψει πίσω και να αλλάξει τη ζωή του. Εμείς όμως έχουμε κάτι που εκείνος πλέον δεν είχε: έχουμε το σήμερα. Σήμερα μπορούμε να αλλάξουμε. Σήμερα μπορούμε να συγχωρήσουμε. Σήμερα μπορούμε να δώσουμε. Σήμερα μπορούμε να επισκεφθούμε έναν άρρωστο. Σήμερα μπορούμε να συμφιλιωθούμε με τον αδελφό μας. Σήμερα μπορούμε να εξομολογηθούμε, να μετανοήσουμε και να ξαναρχίσουμε. Όσο υπάρχει το σήμερα, η πόρτα δεν έχει κλείσει. Η χάρη του Θεού καλεί τον άνθρωπο σε επιστροφή.
Γι’ αυτό ας μη φύγουμε από τον ναό έχοντας απλώς ακούσει ακόμη μία φορά την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. Ας φύγουμε με μία μικρή απόφαση: να ανοίξουμε μία πόρτα που μέχρι σήμερα κρατούσαμε κλειστή. Την πόρτα της ελεημοσύνης, την πόρτα της συγχωρήσεως, την πόρτα της συμφιλιώσεως, την πόρτα της συμπόνιας. Και πάνω απ’ όλα την πόρτα της καρδιάς μας στον Χριστό και στον άνθρωπο. Ας παρακαλέσουμε τον Κύριο: «Χριστέ μου, δώσε μου μάτια για να βλέπω τον αδελφό που υποφέρει. Δώσε μου καρδιά για να πονώ μαζί του. Δώσε μου χέρια ανοιχτά για να προσφέρω. Φύλαξέ με από τη φοβερή ασθένεια της αδιαφορίας. Δώσε μου μετάνοια όσο έχω ακόμη καιρό και μάθε με να βλέπω στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου τη δική Σου εικόνα».
Γιατί τελικά, αδελφοί μου, το ερώτημα της σημερινής παραβολής είναι πολύ απλό και συγχρόνως πολύ βαθύ: Τι κάνω με τον άνθρωπο που ο Θεός έφερε στην πόρτα μου; Ας μη χρειαστεί κάποτε να ακούσουμε μόνο το «μνήσθητι». Ας θυμηθούμε εμείς σήμερα, όσο ακόμη μπορούμε να αγαπήσουμε, να μετανοήσουμε και να διορθώσουμε τη ζωή μας. Και διά των πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων, είθε ο φιλάνθρωπος Κύριος να μας χαρίζει καρδιά ελεήμονα, μετάνοια αληθινή και τέλος χριστιανικό, ώστε να αξιωθούμε και εμείς της χαράς και της αιωνίου Βασιλείας Του. Αμήν.
