Η κόλαση της καρδιάς και ο παράδεισος της αγάπης.




Η κόλαση της καρδιάς και ο παράδεισος της αγάπης.


Η κόλαση αρχίζει μέσα στον άνθρωπο όταν η καρδιά του απομακρύνεται από την αγάπη του Θεού και φυλακίζεται στον εγωισμό της. Είναι η εσωτερική ξηρασία μιας ψυχής που δυσκολεύεται να αγαπήσει, επειδή έχει μάθει να βάζει τον εαυτό της πάνω από όλους, να υπερασπίζεται την υπερηφάνειά της και να θεωρεί την ταπείνωση ήττα. Είναι να μην μπορείς να συγχωρήσεις, επειδή κρατάς το χθες σαν αλυσίδα, να μη χαίρεσαι με τη χαρά του άλλου, επειδή η σύγκριση δηλητηριάζει την καρδιά σου, να μη μοιράζεσαι, επειδή φοβάσαι ότι θα χάσεις, και να βλέπεις τον συνάνθρωπο ως αντίπαλο αντί ως αδελφό. Είναι να κλείνεσαι στη μνησικακία, να τρέφεσαι από την αυτοδικαίωση, να αποφεύγεις την αλήθεια που θα σε θεραπεύσει και να ζεις σαν ξένος μέσα στην ίδια σου τη ζωή.


Η κόλαση της καρδιάς δεν βρίσκεται μόνο στον πόνο που μας προκαλούν οι άλλοι, αλλά και στην άρνησή μας να επιτρέψουμε στην αγάπη να θεραπεύσει τον πόνο μας. Όταν ο άνθρωπος επιμένει να δικαιώνει τον εγωισμό του, ακόμη και η αλήθεια μπορεί να γίνει στα χέρια του όπλο καταδίκης. Όταν δεν αναγνωρίζει τα λάθη του, η ψυχή του παραμένει φυλακισμένη στην αυταπάτη. Κι όταν αρνείται να συγχωρήσει, νομίζει ότι κρατά τον άλλον δεμένο, ενώ συχνά κρατά πρώτα τον ίδιο του τον εαυτό αιχμάλωτο. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μάς βοηθά να κατανοήσουμε ότι η θεραπεία των παθών συνδέεται με τη θεραπεία της αγάπης, ώστε ο άνθρωπος να πάψει να χρησιμοποιεί τους άλλους για το συμφέρον του και να μάθει να τους βλέπει ως πρόσωπα άξια σεβασμού και προσφοράς.


Αντίθετα, ο παράδεισος αρχίζει να προγεύεται μέσα στην καρδιά όταν ο άνθρωπος ανοίγεται στη χάρη του Θεού και μαθαίνει να αγαπά ελεύθερα. Είναι η ομορφιά της ύπαρξης όταν μπορείς να ταπεινωθείς χωρίς να αισθάνεσαι ότι χάνεις την αξία σου, να ζητήσεις συγγνώμη χωρίς να καταρρέει η αξιοπρέπειά σου, να συγχωρήσεις χωρίς να αρνείσαι την αλήθεια και να προσφέρεις χωρίς να απαιτείς ανταλλάγματα. Είναι να χαίρεσαι με την πρόοδο του άλλου, να συμπαρίστασαι στον πόνο του, να μοιράζεσαι όσα έχεις και να αναγνωρίζεις ότι η χαρά πολλαπλασιάζεται όταν γίνεται κοινή.


Η συγχώρηση δεν σημαίνει ότι δικαιολογούμε το κακό, ότι καταργούμε τα αναγκαία όρια ή ότι επιτρέπουμε σε κάποιον να συνεχίζει να μας πληγώνει. Σημαίνει ότι αρνούμαστε να αφήσουμε το μίσος να γίνει ο κύριος της καρδιάς μας. Η ταπείνωση δεν είναι εξευτελισμός, αλλά ελευθερία από την ανάγκη να αποδεικνύουμε διαρκώς ότι είμαστε ανώτεροι. Και η αγάπη δεν είναι αδυναμία, αλλά η δύναμη να βλέπεις τον άλλον με αλήθεια, χωρίς να παύεις να αναγνωρίζεις την ανθρώπινη αξία του.


Ο Χριστός μάς αποκαλύπτει αυτή την ελευθερία με ολόκληρη τη ζωή Του. Συγχωρεί, θεραπεύει, υπομένει και προσφέρει τον εαυτό του, χωρίς να ανταποδίδει το κακό με κακό. Στον σταυρό φανερώνει ότι η θεία αγάπη δεν εξουσιάζει τον άνθρωπο, αλλά τον καλεί σε μετάνοια και κοινωνία. Και με την Ανάστασή του ανοίγει τον δρόμο της νίκης απέναντι στον θάνατο, προσφέροντας ελπίδα εκεί όπου ο άνθρωπος βλέπει μόνο αδιέξοδο.


Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος αναδεικνύει με ιδιαίτερη δύναμη το έλεος ως γνώρισμα της καρδιάς που έχει πλησιάσει τον Θεό. Η καρδιά που θεραπεύεται δεν περιορίζει την ευσπλαχνία της μόνο στους ανθρώπους που της φέρονται καλά, αλλά μαθαίνει να προσεύχεται ακόμη και για εκείνους που την αδικούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος παύει να διακρίνει το σωστό από το λάθος. Σημαίνει ότι δεν επιτρέπει στο κακό που συνάντησε να μεταμορφώσει και τη δική του καρδιά σε κακό.


Ο παράδεισος, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια ευχάριστη ψυχική διάθεση ούτε μια ζωή χωρίς δυσκολίες. Είναι η κοινωνία με τον Θεό, η συμμετοχή στη ζωή της αγάπης του, η οποία αρχίζει να μεταμορφώνει τον άνθρωπο ήδη από αυτή τη ζωή. Μπορεί κάποιος να περνά δοκιμασίες, να πενθεί, να αγωνίζεται και να υποφέρει, κι όμως να διατηρεί μέσα του μια βαθιά ειρήνη, επειδή δεν είναι μόνος και δεν έχει εγκαταλείψει την ελπίδα του. Αντίστοιχα, μπορεί κάποιος να διαθέτει πλούτη, άνεση και εξωτερική επιτυχία, αλλά να βασανίζεται από φθόνο, φόβο, απληστία και μοναξιά. Η εξωτερική κατάσταση δεν αποκαλύπτει πάντοτε την εσωτερική πραγματικότητα της καρδιάς.


Γι’ αυτό ο Χριστός μάς καλεί να εξετάζουμε τον εαυτό μας όχι μόνο με βάση όσα αποκτήσαμε, αλλά με βάση το τι γινόμαστε. Γινόμαστε πιο αγαπητικοί ή πιο σκληροί; Πιο ευγνώμονες ή πιο αχόρταγοι; Πιο ελεύθεροι από τα πάθη ή περισσότερο υποδουλωμένοι σε αυτά; Μπορούμε να αναγνωρίσουμε το λάθος μας και να επιστρέψουμε, ή κατασκευάζουμε διαρκώς δικαιολογίες για να προστατεύσουμε την υπερηφάνειά μας;


Κάθε πράξη αγάπης γίνεται ένα μικρό άνοιγμα προς το φως. Κάθε ειλικρινής συγγνώμη γκρεμίζει ένα τείχος. Κάθε συγχώρηση αφαιρεί ένα βάρος από την καρδιά. Κάθε πράξη προσφοράς μάς βγάζει από τη φυλακή του ατομικού συμφέροντος. Και κάθε στιγμή ευγνωμοσύνης μάς βοηθά να αναγνωρίζουμε τη ζωή όχι ως κάτι που μας οφείλεται, αλλά ως δώρο που καλούμαστε να τιμήσουμε.


Η μεγαλύτερη πνευματική ελευθερία είναι να μπορείς να αγαπάς χωρίς να εξουσιάζεις, να προσφέρεις χωρίς να απαιτείς, να συγχωρείς χωρίς να συμβιβάζεσαι με την αδικία και να στέκεσαι στην αλήθεια χωρίς να χάνεις την ευσπλαχνία σου. Είναι να μετατρέπεις τη μοναξιά σε προσευχή, τη δοκιμασία σε υπομονή, την ευλογία σε ευχαριστία και τον πόνο του άλλου σε προσωπική ευθύνη αγάπης.

Η κόλαση αρχίζει όταν κλείνουμε την καρδιά μας στο φως του Θεού. Ο παράδεισος προγεύεται όταν την ανοίγουμε στη χάρη Του και αφήνουμε την αγάπη να θεραπεύσει όσα μέσα μας έχουν γίνει πέτρα. Και ο τελικός προορισμός του ανθρώπου δεν είναι απλώς να απαλλαγεί από τον πόνο, αλλά να εισέλθει, με τη χάρη του Χριστού, στην πληρότητα της κοινωνίας με τον Θεό.


Ας μην περιμένουμε, λοιπόν, μια άλλη ζωή για να αρχίσουμε να αγαπάμε. Ας αρχίσουμε σήμερα, με μια συγγνώμη, με μια πράξη ελέους, με μια ειλικρινή προσευχή, με μια προσφορά που δεν ζητά ανταμοιβή. Γιατί κάθε φορά που η καρδιά εγκαταλείπει τον εγωισμό και επιλέγει την αγάπη, αφήνει πίσω της λίγο από το σκοτάδι και κάνει ένα βήμα προς το φως του Χριστού.

Αμήν.











Νεότερη Παλαιότερη