Ἀγάπη χωρίς ὅρια:


Ἀγάπη χωρίς ὅρια: Ὁ σταυρικός τρόπος τοῦ Χριστοῦ

Ὁ Θεός θέλει νά ἀγαπᾶμε χωρίς ὅρια. Ἡ θεία ἀγάπη δέν ὑπολογίζει, δέν περιορίζεται, δέν μετριέται μέ ἀνθρώπινα μέτρα. Ἐκχέεται «ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου» (Ῥωμ. ε΄ 5), εἶναι «πρόσληψις πάντων» (Μάξιμος Ὁμολογητής) καί τελικῶς φανερώνεται στόν Σταυρό.

Ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη, περιορισμένη καί ἐν πολλοῖς συμφεροντολογική, μετά βίας διανύει τό πρῶτο μίλι. Κουράζεται, φθίνει, ὑποχωρεῖ μπροστά στό κόστος. Τό δεύτερο μίλι, ἐκεῖνο πού προτρέπει ὁ Χριστός (Ματθ. ε΄ 41), γίνεται συχνά βάρος, κι ὄχι προσφορά χαρᾶς. Ἐνίοτε, ἀκόμη καί ἡ μητρικὴ ἀγάπη — τό ἀνθρώπινο πρότυπο τῆς αὐταπάρνησης — φθάνει σέ ὅρια ἐξαντλήσεως: «Φτάνει πιά, κουράστηκα τόσα χρόνια». Ὅμως ὁ Θεός «ἀγάπη ἐστίν» (Α΄ Ἰω. δ΄ 8). Ἡ ἀγάπη Του εἶναι ἀμετάβλητη, ἀκατάλυτη, ἄχρονη: «Ἐν ἀγάπῃ αἰωνίῳ ἠγάπησά σε» (Ἱερ. λα΄ 3).

Συνήθως, ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ στίς στιγμές τῆς εὐφορίας. Ὅταν ὁ δρόμος εἶναι ὁμαλός. Ὅταν δέν δοκιμάζεται ἡ ὑπομονή του. Ὅμως ὁ Χριστός, ὁ ἀληθινός Ἐραστής τῆς ἀνθρωπότητας, δέν ἀγάπησε ὡς ἀντάλλαγμα, οὔτε ὑπό ὅρους. Προχωρώντας πρός τό Πάθος, ὁ Εὐαγγελιστής σημειώνει ὅτι «ἀγάπησεν τοὺς ἰδίους τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ, εἰς τέλος ἠγάπησεν αὐτούς» (Ἰω. ιγ΄ 1). Ὁ σταυρός τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό μέτρο τῆς ἀγάπης· ἡ ὑπέρβασις κάθε ὀρίου.

Ἡ ἀγάπη πού ζητεῖ ὁ Χριστός ἀπορρίπτει τά τεχνητὰ ὅρια τοῦ κόσμου: κοινωνικά, ἐθνικά, θρησκευτικά, πολιτισμικά. Στήν παραβολὴ τοῦ Καλού Σαμαρείτου (Λουκ. ι΄ 30-37), καταρρίπτεται ἡ εθνικιστικὴ προκατάληψη καί ἡ θεσμική θρησκευτικότητα. Ὁ Σαμαρείτης ἀναδεικνύεται «πλησίον» διότι ἀγάπησε ἐμπράκτως. Ὁμοίως, ὁ Χριστός δέν ἀπορρίπτει τήν Χαναναία (Ματθ. ιε΄ 22-28), ἀλλὰ ἀνυψώνει τήν πίστι της. Ὅμοια ἐπαινεί τόν ἐκατόνταρχο (Ματθ. η΄ 9-13), ἐκτός τῆς Ἰουδαϊκῆς κοινότητος, ἀλλὰ ἐντός τῆς πίστεως. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι καθολική, ἀνεξαιρέτως προσφερομένη.

Στην πράξη ὅμως, ἐμείς θέτουμε ὅρια: «Μπορῶ νά διδάξω τόν ἀδελφό μου, ἀλλὰ ὄχι νά τοῦ πλύνω τά πόδια». Ὅμως ὁ Χριστός ἔκαμε καί τά δύο· ἐδίδαξε ὡς Διδάσκαλος, ἀλλὰ καί ἔνιψε πόδας ὡς Δούλος (Ἰω. ιγ΄ 5-16). Ὁ Σταυρωθεὶς Θεάνθρωπος δίδαξε πώς ἡ ἀληθινή ἀρχηγία εἶναι ὑπηρεσία. Καί ἡ ὑπηρεσία γνήσια μόνο ὅταν ἔχει ἀγάπη.

Ἕνα ἀκόμη γνώρισμα τῆς ἀνθρώπινης ἀγάπης εἶναι ἡ μεροληψία. Ἀγαπῶ αὐτόν πού μέ ἀγαπᾶ, ἀλλ’ ὄχι ἐκεῖνον πού μέ πικραίνει. Ὅμως ὁ Χριστός καλεῖ σέ ἀγάπη καί πρός τούς ἐχθρούς: «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς ὑμῶν… γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες» (Λουκ. στ΄ 27-36). Δέν ἀγαπᾶμε γιά νά μᾶς ἀγαποῦν, ἀλλὰ γιά νά μοιάσουμε στόν Πατέρα μας. Ὁ Χριστός ἔνιψε τοὺς πόδας Ἰωάννου καὶ Ἰούδα. Ὅ,τι προσέφερε στόν ἀφοσιωμένο, τό προσέφερε καί στόν προδότη.

Ὅταν ἡ διακονία γίνεται ὑποχρέωση καὶ ὄχι καρπὸς ἀγάπης, τότε περιορίζεται. Λέμε «μέχρι ἐδῶ μπορῶ». Ἀλλ’ ὁ Χριστός, τήν νύχτα τῆς παραδόσεώς Του, ἔκαμε τά πάντα μόνος: «βάλλει ὕδωρ εἰς τὸν νιπτῆρα… νίπτει… ἐξέμαξεν» (Ἰω. ιγ΄ 5). Δέν ἐξαιτεῖ βοήθεια· προσφέρει ὁλόκληρο τόν ἑαυτό Του. Ἡ θεία ἀγάπη εἶναι αὐτοπροσφορά μέχρι θανάτου.

Ἡ μέτρηση τῆς ἀγάπης; Ὁ Σταυρός. Σ’ ὅποιον ἀναρωτηθεῖ γιά τό μέγεθος τῆς ἀγάπης, ἡ μόνη ἀπάντηση εἶναι ὁ Σταυρός. «Ἐν τούτῳ ἐγνώκαμεν τὴν ἀγάπην, ὅτι ἐκεῖνος ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἔθηκεν» (Α΄ Ἰω. γ΄ 16). Ὅρια ἀγάπης δέν ὑπάρχουν, ὅπως δέν ὑπῆρξαν γιά ἐκεῖνον πού «μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλ. β΄ 8) ἠγάπησεν.

Τήν τέλεια ἀγάπη περιγράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στό 13ο κεφάλαιο τῆς Α΄ Κορινθίους. Χωρίς ἀγάπη, ὅλα εἶναι κενά. Τά χαρίσματα, ἡ γνώση, ἡ θυσία, γίνονται «ἦχος χαλκοῦ… ἀλαλαγμός». Ἡ ἀγάπη, ὅμως, εἶναι μακροθυμία, καλοσύνη, ἀνεκτικότητα, ἐλπίδα, πίστη, ὑπομονή. Δέν ζητεῖ τό ἴδιον, δέν λογίζεται τὸ κακόν, δέν ἀπέχει ἀπό τήν ἀλήθεια. Ποτέ δέν παύει (Α΄ Κορ. ιγ΄ 1-8).

Συμπέρασμα: Ὁ ἄνθρωπος πού θέλει νά ἀκολουθήσει τόν Χριστό, καλείται νά ἀγαπᾷ χωρίς ὅρια, χωρίς ἀνταλλάγματα, χωρίς μέτρα. Δέν ἀρκεῖ νά περάσουμε τό πρῶτο καί τό δεύτερο μίλι· ὁ δρόμος τῆς ἀγάπης εἶναι ὁ σταυρικός δρόμος. Ἐκεῖ φαίνεται ἡ ἀλήθεια: ὁ Θεός ὁλόκληρος ἀγάπη. Καί ὁ ἀληθινός χριστιανός, εἶναι ἐκεῖνος πού ἀγαπᾷ «ὡς ἠγάπησεν ἡμᾶς» (Ἰω. ιε΄ 12).








Νεότερη Παλαιότερη