Οἱ Δέκα ἐντολαί.

 


Οἱ Δέκα ἐντολαί. Ὁ Θεὸς ἔδωσε κατεύθυνση, ὄχι ποινικὸ κώδικα.

Οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἑτεροὶ πρὸ προσώπου μου. Οὐ ποιήσεις σεαυτώ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα ὅσα ἐν τώ οὐρανώ ἄνω, καὶ ὅσα ἐν τη γή κάτω, καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασι κάτω τῆς γῆς. Οὐ λήμψη τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ μάτην. Μνήσθητι τὴν ἡμέραν τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν. Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. Οὐ φονεύσεις. Οὐ μοιχεύσεις. Οὐ κλέψεις. Οὐ μαρτυρήσεις ψευδῶς κατὰ τοῦ πλησίον σου. Οὐκ ἐπιθυμήσεις τὰ τῆς πλησίον σου. Ο πράτων ταύτα ζήσετε.

Όταν ὁ Θεὸς ἔδωσε τὶς δέκα ἐντολές καὶ εἶπε «οὐ κλέψεις», «οὐ ψευδομαρτυρήσεις», «οὐ μοιχεύσεις» κ.λπ., τὰ ἄφησε ὅλα στὸ «οὐ», σεβόμενος τὴν ἐλεύθερη βούληση τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν εἶπε «ἂν κλέψεις θὰ σου κόψουν τὸ χέρι». Ἂν ἔγραφε «θὰ σου κόψω τὸ χέρι», δὲν θὰ ἦταν νόμος ἀγάπης ἀλλὰ νόμος ἀπειλῆς. Ὁ Μωυσῆς ὅμως ἔβαλε περισσότερα πράγματα καὶ ἔγινε ο νόμος τοῦ Θεοῦ ἀπειλή.

Δηλαδή, στὸ «οὐ μοιχεύσεις», τὸ ὁποῖο ἀπέκλειε τὸν ἄνδρα καὶ ἐγκλώβιζε μόνο τὴ γυναῖκα, προέβλεπε ο νόμος ὅτι θὰ λιθοβοληθεῖ. Στὸ «οὐ κλέψεις», ἐὰν ἔκλεβες, θὰ σοῦ ἔκοβαν τὸ χέρι. Ἐὰν τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου πήγαινες καὶ ἔκανες κάποια ἔργα, πάλι θὰ σὲ λιθοβολούσαν. Ὅμως ὁ Χριστὸς μὲ τὴν παρουσία του ἔφερε τὴν τάξη, πχ ὅταν πιάσανε μιὰ γυναῖκα ἐπ’ αὐτοφώρῳ μοιχευομένη.

Τους λέει ὁ Κύριος  ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθο βαλέτω. Με αυτό πέταξαν ὅλοι τοὺς λίθους καὶ ἔφυγαν. Ὁ Κύριος απευθύνεται στὴ γυναῖκα, «Ποῦ εἶναι οἱ κατήγοροί σου;» καὶ ἐκεῖνη εἶπε ὅτι ἔφυγαν ὅλοι. Καὶ λέει ὁ Κύριος, «Οὐδὲ ἐγώ σε κατακρίνω,  πήγαινε καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν μὴν ἁμαρτάνεις». Τῆς χαρίζει τὸ ἔλεος. Τὸν ρωτά ὁ Πέτρος πόσες φορὲς νὰ συγχωρῶ τὸν συνάνθρωπό μου, ἑπτὰ; Ἑβδομηκοντάκις ἑπτά. Ἔτσι, τώρα ὁ νόμος δὲν εἶναι ἀπειλή, ἀλλὰ τρόπος νὰ γνωρίσουν οι ἄνθρωποι, τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, καὶ στὴ συνέχεια μέσα ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη βούλησή τους νὰ ἐπιλέξουν τὸ καλό. Οἱ ἄνθρωποι λοιπόν ἔβαλαν πάνω σὲ αὐτοὺς τοὺς νόμους τιμωρίες καὶ ὄχι ὁ Θεός. Μὲ τὸ «οὐ μοιχεύσεις», «οὐ κλέψεις», «οὐ ψευδομαρτυρήσεις» βλέπουμε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν συμπλήρωσε ἀπειλές ἀλλὰ νόμο ἀγάπης. Ὁ Θεὸς ἔδωσε κατεύθυνση, και ὄχι ποινικὸ κώδικα.

Οἱ Δέκα Ἐντολὲς δόθηκαν ὡς ἕνας πνευματικὸς καὶ ἠθικὸς «νόμος ἀγάπης». Ὁ Θεὸς εἶπε «Μὴν κλέψεις», ὁρίζοντας τὸ τί εἶναι σωστὸ καὶ τί λάθος γιὰ τὴν ἁρμονία τῆς ψυχῆς καὶ τῆς κοινωνίας. Δὲν συνοδεύτηκαν ὅμως ἀπὸ μία λίστα μὲ «χρόνια φυλάκισης» ἢ συγκεκριμένες ἀνθρώπινες τιμωρίες στὸ ἀρχικὸ ἐκεῖνο κείμενο.

Οι άνθρωποι, στην προσπάθειά τους να οργανώσουν τις κοινωνίες, μετέτρεψαν την αμαρτία σε αδίκημα. Ο Θεός λέει: «Μην ψευδομαρτυρείς», γιατί το ψέμα δηλητηριάζει την αλήθεια. Ο Άνθρωπος λέει: «Αν ψευδομαρτυρήσεις στο δικαστήριο, θα πας φυλακή», γιατί η κοινωνία χρειάζεται φόβο για να λειτουργήσει. Όι τιμωρίες (φυλακές, πρόστιμα, εξορίες) είναι ανθρώπινες κατασκευές. Συχνά, μάλιστα, οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν το όνομα του Θεού για να δικαιολογήσουν σκληρές τιμωρίες που ο ίδιος δεν ζήτησε ποτέ.

Είναι εντυπωσιακό πώς η ανθρωπότητα πήρε κάτι που δόθηκε ως δώρο ελευθερίας και το μετέτρεψε σε σύστημα ελέγχου. Αυτό δείχνει ίσως την αδυναμία μας να ζήσουμε μόνο με την αυτοσυγκράτηση και την ανάγκη μας για εξωτερικούς περιορισμούς. Αν το Ευαγγέλιο εφαρμοζόταν στην πράξη, δεν θα χρειαζόμασταν ούτε νόμους, ούτε δικαστήρια, ούτε αστυνομία, γιατί ο «νόμος» θα ήταν γραμμένος μέσα στην καρδιά του καθενός. Το Ευαγγέλιο ζητάει να αγαπάς τον πλησίον σου ως εαυτόν. Αν το κάναμε αυτό, η κλοπή, η αδικία και ο πόλεμος θα έχαναν το νόημά τους. Ποιος κλέβει τον εαυτό του; Ποιος πολεμάει το σώμα του; Ο Παράδεισος δεν είναι απλώς ένας «τόπος», αλλά μια κατάσταση σχέσης. Είναι η πλήρης εμπιστοσύνη ανάμεσα στους ανθρώπους και η σύνδεση με το θείο. Όπως λέει και το Ευαγγέλιο, «όπου είναι δύο ή τρεις συγκεντρωμένοι στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους». Φανταστήτε λοιπόν να ήταν όλη η ανθρωπότητα «συγκεντρωμένη» σε αυτή την αγάπη. Το μεγάλο «αγκάθι» είναι ότι ο Θεός μας έπλασε ελεύθερους. Μας έδωσε το Ευαγγέλιο ως πρόταση ζωής, όχι ως καταναγκασμό. Οι άνθρωποι προτίμησαν τους δικούς τους νόμους γιατί η αγάπη του Ευαγγελίου απαιτεί θυσία του εγωισμού, ενώ ο ανθρώπινος νόμος απαιτεί απλώς συμμόρφωση. Έχουμε στα χέρια μας τη «συνταγή» για τον Παράδεισο, αλλά συχνά επιλέγουμε να ζούμε στην έρημο των διαμαχών μας.

Λόγω τοῦ ὅτι μέσα στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ γράφεται ὅτι τὰ πάντα συνεργοῦν στὸ ἀγαθό, σκέφτηκα ποῦ ὠφελεῖ ἡ ἁμαρτία τὸν άνθρωπο καὶ κατάλαβα ὅτι γίνεται γιὰ τὴν ἀναγνώριση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος γίνεται θεός.

Ἄρα, λοιπόν, τὸ νὰ κάνεις λάθη στὴ ζωή σου εἶναι φυσιολογικό, τὸ θέμα εἶναι νὰ μάθεις και να μάθω μία μέρα νὰ μὴν κάνεις, να μην κάνω. Διότι, ὅταν δὲν κάνεις λάθη καὶ ἔχεις τὴν ἐξουσία τῆς ἐπιλογῆς, μέσα ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη βούληση, νὰ μὴν κάνεις, ἔφτασες στὴ θέωση.

Ἐμείς ὅμως λέμε ὅτι ὁ διάβολος μᾶς βάζει νὰ κάνουμε λάθη, πάντα βρίσκουμε δικαιολογίες καὶ ὅλα τὰ κρίνουμε, στην συνέχεια ἐλεγχόμαστε καὶ φοβόμαστε. Μάλιστα, πολλοί ἄνθρωποι, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἀγνοια τοῦ ἀνθρώπου, ἀντὶ νὰ μιλούν γιὰ τὸν Θεό, μιλάνε γιὰ τὸν διάβολο, ἔτσι, ὅλοι αυτοί μᾶς ἀπειλοῦν ὅτι θὰ πας στὴν κόλαση, και στην συνέχεια μας χειραγωγούν, ἐνῶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ τὰ πάντα συνεργοῦν στὸ ἀγαθό. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ σπουδάζει καλὸ καὶ κακό, στὴ συνέχεια μπορεί ἀπλὰ νὰ ἐπιλέξει τὸ τί θέλει. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀντιλαμβάνεται μία πολύ βαθιά, σχεδόν μυστικὴ πτυχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ποὺ πολλοί τὴν προσπερνοῦν ἀπὸ φόβο.

Ἡ ἁμαρτία καὶ τὸ λάθος γίνονται τὸ «σχολεῖο» γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὸ καλό ἢ τὸ κακό. Εἶναι ἀλήθεια: πῶς θὰ ἐκτιμοῦσες τὸ φῶς, ἂν δὲν εἶχες γνωρίσει τὸ σκοτάδι; Ὅταν τὸ Εὐαγγέλιο λέει «ὅτι τὰ πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν», δὲν ἐννοεῖ ὅτι τὸ κακό εἶναι καλό, ἀλλὰ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι τόσο ἰσχυρὸς, ποὺ μπορεῖ νὰ πάρει ἀκόμα καὶ τὴ δική μας ἀποτυχία, τὸ δικό μας «λάθος», καὶ νὰ τὸ μετατρέψει σὲ μάθημα ταπεινώσεως καὶ γνώσης. Ἐὰν δὲν κάναμε λάθη, θὰ πέφταμε στὴν πιο ἐπικίνδυνη ἁμαρτία ἀπὸ ὅλες: τὴν ἔπαρση. Θὰ νομίζαμε ὅτι εἴμαστε τέλειοι ἀπὸ μόνοι μας.

Ἡ Ἐλευθερία τῆς Ἐπιλογῆς σὲ κάνει νὰ ἀντιλαμβάνεσαι ὅτι «ὁ Θεὸς κατὰ χάριν σε σώζει, καὶ οὐ διότι σταμάτησες τὸ λάθος». Ἡ ἐλευθερία ποὺ σού δίδει ὁ Θεὸς νὰ κάνεις τὸ καλό ἢ τὸ κακό εἶναι καταπληκτική, ἐσὺ καλεῖσαι νὰ κάνεις τὴν ἐπιλογή. Στὴ συνέχεια, ὁ Θεὸς μᾶς δίνει τὴ δύναμη νὰ κάνουμε τὸ καλό, ἀρκεί νὰ τὸ ἐπιλέξουμε.

Αὐτὴ ἡ συνειδητὴ ἐπιλογή εἶναι ποὺ μᾶς διαφοροποιεῖ ἀπὸ τὰ ρομπότ ἢ τὰ ζώα. Μία φορά, λέω «Θεέ μου, πόσο σε ἀγαπῶ», καὶ πήρα μία ἀπάντηση: «Θωμᾶ, γιατί με ἀγαπας;» Στην οὐσία, «διότι με ἔχεις ἀνάγκη» ἢ «γιατί φοβᾶσαι μήπως σε ἀπορρίψω ἢ σὲ βάλω στὴν κόλαση».

Ἔτσι θέλεις νὰ μὲ καλοπιάσεις καὶ προσπαθεῖς νὰ μου πεις ὅτι μὲ ἀγαπάς, ὅμως θὰ φανερωθεῖ ὅτι μὲ ἀγαπάς ὅταν γίνεις σαν καὶ ἐμὲνα καὶ δὲν θὰ μὲ ἔχεις ἀνάγκη, τότε θὰ φανερωθεῖ ἂν μὲ ἀγαπάς, ἀφού δὲν θὰ μὲ ἔχεις ἀνάγκη. Νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὁ φόβος εἶναι γιὰ τοὺς δούλους: Ὅποιος ἐνεργεῖ σωστὰ ἐπειδὴ φοβᾶται τὴν τιμωρία, δὲν εἶναι ἀκόμα ἐλεύθερος, δὲν ἀγαπά ἀληθινά. Ὁ «ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ» δὲν ἀποφεύγει τὸ κακό ἐπειδὴ φοβᾶται τὴν κόλαση, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν θέλει νὰ πληγώσει τὴν ἀγάπη. Ἀλλὰ καὶ γιατί ὁ ἴδιος κατέλαβε ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἀληθινὴ ζωή, ὁ Θεός. «Ἡ τέλεια ἀγάπη ἐξω βάλλει τὸν φόβον.» Ο άνθρωπος γίνεται θεός, όταν μαθαίνει να μην κάνει το κακό έχοντας την εξουσία να το κάνει. Αυτή είναι η ουσία της Θέωσης, και της αγάπης. Δεν γινόμαστε Θεοί επειδή είμαστε αλάνθαστοι.

Γινόμαστε "Θεοί" επειδή, μέσα από τις πτώσεις μας, μάθαμε πόσο πονάει το κακό και επιλέγουμε με όλη μας την ύπαρξη το αγαθό. Είναι κρίμα που συχνά η θρησκεία παρουσιάζεται ως ένας μπαμπούλας που παραμονεύει στη γωνία για να μας τιμωρήσει. Η δική μου όμως οπτική είναι ότι τα πάντα, ακόμα και οι δυσκολίες μας, συνεργούν στο να ωριμάσουμε πνευματικα, αυτό πιστεύω ότι είναι πολύ πιο κοντά στο πνεύμα της ελευθερίας που έφερε ο Χριστός.

Ἤ «ἐλευθερία, ἡ ὁποία ἦρθε μετὰ ἀπὸ πολλά χρόνια πνευματικῆς ἐμπειρίας, σε βγάζει ἀπὸ τὸν φόβο», εἶναι τὸ κλειδί γιὰ νὰ ἀρχίσει κάποιος νὰ ζή πραγματικὰ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀπολαμβάνει ἀπὸ σήμερον τὸν νοητὸν Παράδεισο.

Πιστεύω ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ πιο ἀπελευθερωτικὴ παραδοχή ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει ἕνας ἄνθρωπος. Ὅταν φεύγει ὁ φόβος τῆς τιμωρίας, μένει μόνο ἡ φιλοτιμία τῆς ἀγάπης. Ἄν τὸ σκεφτοῦμε, θὰ δούμε ὅτι ὁ φόβος σὲ κρατά πάντα δέσμιο τοῦ ἐαυτοῦ σου, φοβᾶσαι μὴν πάθεις κάτι, φοβᾶσαι μὴν τιμωρηθεῖς.

Ἡ ἀγάπη ὅμως σὲ βγάζει ἔξω ἀπὸ τὸν ἐαυτό σου. Αὐτὴ ἡ ἐλευθερία εἶναι τὸ κλειδί νὰ γίνεις σύντομα φίλος μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, διότι ὅλους τοὺς δικαιολογεῖς, δὲν τοὺς κρίνεις. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος νὰ φύγεις καὶ νὰ ἀπελευθερωθεῖς ἀπὸ τὴν ὑποκρισία. Δὲν κάνεις τὸ καλὸ γιὰ νὰ φανεῖς ἅγιος ἢ γιὰ νὰ «γλιτώσεις» τὴν κόλαση, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸ καλὸ εἶναι ἡ φυσικὴ σου κατάσταση. Ὁ τρόπος αὐτὸς μετατρέπει τὸ λάθος σὲ σκάλα: Ἀντὶ νὰ κρύβεσαι ἀπὸ τὶς ἀποτυχίες σου, τὶς κοιτάς κατάματα καὶ λες: «Αὐτὸ με ἔμαθε πῶς νὰ μὴν εἶμαι, τί νὰ κάνω, τί νὰ προσέξω». Ἔτσι, ἡ ἁμαρτία χάνει τὴ δύναμή της νὰ σὲ τρομάζει. Σὲ κάνει ἀληθινό, καὶ τὸ λάθος γίνεται παιδαγωγός.

Ὁ Χριστὸς, ὅταν συνάντησε τὸν διάβολο, δὲν εἶπε «Πατέρα, ἐλέησέ με», οὔτε εἶπε «Τί πάθαμε τώρα;». Δὲν θίμωσε, δὲν ἔτρεξε, ἀλλὰ πήγε ο ίδιος  στην έρημο καὶ τὸν βρῆκε καὶ του εἶπε: «Εἰμὶ ἐδῶ, πες μου τί θέλεις». Ὁ διάβολος τοῦ ἔκανε προτάσεις, καὶ ὁ Κύριος τὶς ἀπέρριψε, δὲν τὶς υἱοθέτησε. Ὁ Χριστὸς δὲν δέχτηκε τὶς προτάσεις του, ἔτσι τὸν νίκησε τὸν διάβολο, αφού τον νίκησε ξεκίνησε τὸ ἀνθρωποσωτήριον ἔργο του.

Ἔτσι καὶ ἐμείς, ἔχοντας παλέψει μὲ τὰ δικά μας σκοτάδια, μποροῦμε νὰ καταλάβουμε καὶ νὰ συγχωρέσουμε τὸν ἄλλον. Διαφορετικά, μιλάμε γιὰ τὸν Θεὸ χωρίς ἀγάπη, χωρίς εἰρήνη, μὲ πολλούς ἐωσφορικους, ἐγωιστικούς τρόπους οι οποίοι δεν ενώνουν αλλά χωρίζουν. Ὅταν κάποιος ἄνθρωπος καταφέρει να  ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τὸν «μπαμπούλα» τῆς κόλασης, καὶ τὸν ἕτερο κακὸ ἐαυτό του, ἀρχίζει νὰ βλέπει τὸν Θεὸ, όχι ὡς δικαστὴ, ἀλλὰ ὡς φίλο καὶ σύντροφο.

Τότε, καὶ μόνο τότε, καταλαβαίνει ὅτι ἀκόμα καὶ μέσα στὴ λάσπη ἑνὸς λάθους, ὑπάρχει ὁ σπόρος μιᾶς μεγάλης ἀληθείας. Ἐξάλλου, εἶναι καὶ γραφικὸ ὅπου ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὅσο πιο βαθιά γνωρίζεις τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία σου, τόσο πιο πολύ ἐκτιμάς τὸ μέγεθος τῆς θεϊκῆς ἀγάπης. Εἶναι σπάνιο καὶ πολύ ὄμορφο νὰ βλέπει κανείς τὴν πίστιν οὔτε ὡς ἕνα σύστημα ἀπαγορεύσεων, ἀλλὰ ὡς μία πορεία πρὸς τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν θέωσιν. Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη πρόκλησις, γιατὶ ἐκεῖ ἡ θεωρία γίνεται πράξις. Ὅταν κάποιος μᾶς ἀδικεῖ, τὸ πρῶτον ἡμεῖς ἔνστικτον εἶναι ἡ ἄμυνα, ὁ θυμὸς ἢ ἡ ἀνταπόδοσις. Ὅμως, ἂν δούμε τὸν ἄλλον μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὸν φόβον καὶ τῆς συνέργειας στὸ ἀγαθό, ὅλα ἀλλάζουν. Ἄν πιστεύομε ὅτι «τὰ πάντα συνεργοῦν στὸ ἀγαθό», τότε ἀκόμα καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ μᾶς πληγώνει γίνεται ἕνας «δάσκαλος» (ἔστω καὶ σκληρὸς). Μᾶς δείχνει ποῦ ἔχομε ἀκόμα ἐγωισμό. Μᾶς δοκιμάζει ἂν ἡ ἀγάπη μας εἶναι ἀληθινή ἢ ἂν ἀγαπᾶμε μόνο ὅσους μᾶς χαϊδεύουν. Ἄν ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε τὸν Ἰούδα ἢ τοὺς σταυρωτὲς του, πῶς θὰ φανερωνόταν ἡ ἄπειρη συγχώρεσις καὶ ἡ Ἀνάστασις; Γιὰ τὴν ὁποίαν σήμερον καυχώμεθα, ἐνῶ ὅταν ἐμείς συναντᾶμε (σε παρένθεσι) τοὺς ἐχθροὺς μας ἢ ὅσους μᾶς κατηγοροῦν, ἀρχίζουμε νὰ ἐξοργιζόμαστε καὶ μὲ τὸν Θεὸν καὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ χρησιμοποιεῖται ἐκεῖνη τὴ στιγμή γιὰ νὰ μᾶς διαπαιδαγωγήση, νὰ μᾶς σπουδάση. Δεν καταλαβαίνουμε δυστυχώς ότι ο Θεός πέρασε από την ζωή μας, για να μας σπουδάσει κάτι.

Ἀδέλφια μου, ὁ Θεὸς μᾶς ἔμαθε νὰ συγχωροῦμε. Ἡ συγχώρησις ἔρχεται μέσα ἀπὸ τὴν ἐλευθερία, και όχι γιὰ νὰ συγχωροῦμε ἀπὸ ὑποχρέωσιν η γιατί πρέπει. Συνήθως μᾶς λένε: «Πρέπει νὰ συγχωρεῖς γιὰ νὰ μὴν πας στὴν κόλαση» (φόβος). Ὅμως, ὁ ἐλεύθερος ἄνθρωπος συγχωρεῖ, γιὰτὶ δὲν θέλει νὰ κουβαλά τὸ δηλητήριον τοῦ ἄλλου μέσα του. Ὅταν δὲν φοβάσαι τὴν κρίσιν, δὲν σὲ νοιάζει νὰ ἀποδείξεις ὅτι ἔχεις δίκιο. Ἀφήνεις τὸν ἄλλον στὴν κρίσιν τοῦ Θεοῦ, καὶ σὺ μένεις ἐλεύθερος νὰ συνεχίσεις τὸν δρόμον σου πρὸς τὸ φῶς.

Τὰ δικά σου λάθη εἶναι μέρος τῆς πορείας σου πρὸς τὴν θέωσιν, ἔτσι βλέπεις καὶ τὸν ἄλλον: Ὁ ὁποῖος σὲ ἀδικεῖ, στὴν πραγματικότητα, εἶναι αἰχμάλωτος τοῦ φόβου του, τῶν παθῶν του ἢ τῆς ἄγνοιάς του. Ἀντὶ γιὰ μῖσος, εἶναι μεγάλο πράγμα νὰ νιώθεις μέσα σου μία βαθιά κατανόησιν. Λές: «Καὶ αὐτὸς παλεύει μὲ τὸν δικό του διάβολο στὴν ἔρημο, ἀλλὰ ἀκόμα δὲν τὸν ἔχει νικήσει». Τὸ ἀποτέλεσμα πρέπει νὰ εἶναι: Ἡ εἰρήνη τῆς καρδιᾶς. Ἄν θέλεις νὰ λέγεσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, σταματᾶ νὰ κρίνεις καὶ νὰ φοβᾶσαι, ὁ ἐχθρὸς παύει νὰ εἶναι ἀπειλή καὶ γίνεται εὐκαιρία γιὰ ἄσκησιν στὴν ἀγάπη. Ἀγάπα τοὺς ἐχθρούς σου, δὲν εἶναι μία δύσκολη ἐντολή ἢ τιμωρία, ἀλλὰ ἡ ὕψιστη μορφὴ ἐλευθερίας.

Εἶναι ἡ στιγμή ποὺ γίνεσαι παιδί τοῦ Θεοῦ, γιὰτὶ ἡ ἀγάπη σου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ τί κάνει ὁ ἄλλος, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ τί εἶ σύ. Εἶναι σαν νὰ λες στὸν ἑαυτό σου: «Ἐσύ μπορεῖ νὰ θέλεις νὰ μου κάνεις κακό, ἀλλὰ ἐγώ θὰ τὸ χρησιμοποιήσω γιὰ νὰ γίνω καλύτερος ἄνθρωπος». Ἔτσι, τὸ κακὸ τοῦ ἄλλου «συνεργεῖ» τελικὰ στὸ δικό σου ἀγαθό!

Ἄς ἀναρωτηθοῦμε: μήπως τελικά ὁ μόνος τρόπος νὰ νικήσουμε τὸ κακὸ στὸν κόσμο εἶναι νὰ σταματήσουμε νὰ του δίνουμε σημασία καὶ νὰ ἐστιάσουμε στὸ πῶς θὰ τὸ μεταβολίσουμε εἰς φῶς; Νομίζω ὅτι γιὰ ὅλους ἐμᾶς ποὺ θέλομε νὰ εἴμαστε φίλοι μὲ τὸν Θεό, αὐτὴ εἶναι ἡ πιο σημαντικὴ στιγμή στὴ ζωή μας, και ο λόγος διότι ὁ ἄνθρωπος σταματᾶ νὰ εἶναι θύμα τῶν περιστάσεων καὶ γίνεται κυρίαρχος τῆς πνευματικῆς του πορείας.

Ὅταν μεταβολίζεις τὸ κακὸ εἰς φῶς, συμβαίνει κάτι μαγικὸ: τὸ κακὸ χάνει τὸ ὅπλο του. Ὁ διάβολος, ἢ ἡ κακία τῶν ἀνθρώπων, ποντάρουν στὸν φόβο, στὴν ταραχὴ καὶ στὴν ἀντεκδίκηση. Ἄν ἐσύ ἀπαντήσεις μὲ τὴν ἐλευθερία ποὺ συζητήσαμε σήμερον, τότε ἡ ἐπίθεσις τοῦ ἄλλου δὲν βρίσκει στόχο· γλιστράει πάνω σου καὶ τελικὰ σὲ δυναμώνει.

Ἡ Ἀλχημεία τῆς Πνευματικῆς Ζωῆς, τί σημαίνει ἀλχημεία: τὴ μεταβολὴ τοῦ ἀτελοῦς εἰς τέλειον, τὴν κάθαρσιν τοῦ ἀκατέργαστου, τὴ μετατροπὴ τοῦ σκότους εἰς φῶς.

Εἶναι μιὰ πολὺ μεγάλη ἀλήθεια, ἀναγνωρίζεις τὸ λάθος καὶ ἀλλάζεις τὰ πάντα στὴ ζωή σου: τότε ὁ πόνος γίνεται βάθος, δὲν πονάς ἀπλῶς, ἀλλὰ ὁ πόνος σκάπτει τὴν καρδιὰ σου γιὰ νὰ χωρέσει περισσότερη ἀγάπη. Ἡ ἀδικία γίνεται ὑπομονή, καταλαβαίνεις ὅτι ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι «ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ», ἀλλὰ ἡ ἀποκατάστασις τῆς εἰρήνης μέσα σου.

Ἡ ζωή γίνεται Παράδεισος ἀπὸ τώρα, ἄν ἐφαρμόζαμε τὸ Εὐαγγέλιον, ὁ Παράδεισος θὰ ἦταν ἐδῶ. Ὅταν ἐσύ ἢ ἐγώ προσωπικῶς ἐπιλέγουμε νὰ μὴ φοβᾶμαι καὶ νὰ ἀγαπῶμε, φτιάχνεις ἕναν μικρὸ Παράδεισο γύρω σου, ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὸ τί κάνει ὁ ὑπόλοιπος κόσμος. Γίνου τὸ φῶς ποὺ θέλεις νὰ δεις στὸν κόσμο.

Αὐτή ἡ στάσις ζωῆς εἶναι ἡ πραγματικὴ νίκη ἐπὶ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ φόβου. Εἶναι ἡ στιγμή ποὺ ὁ ἄνθρωπος περπατά πάνω στὰ κύματα τῆς ζωῆς χωρίς νὰ βυθίζεται, γιατὶ ἡ ματιά του εἶναι καρφωμένη στὸ άγαθό. Με αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ ἔχεις μιὰ πολύ καθαρή καὶ οὐσιαστική ὀπτικὴ γιὰ τὰ πνευματικὰ ζητήματα, μακριὰ ἀπὸ τυπολατρίες καὶ φοβίες. Ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὸν φόβο καὶ ἡ μετατροπὴ τοῦ λάθους εἰς μάθημα εἶναι ὁ δρόμος γιὰ νὰ φέρουμε τὸν Παράδεισο ἀνάμεσά μας. Σου εὔχομαι αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ εἰρήνη καὶ ἡ ἀκλόνητη πίστις στὸ Ἀγαθό νὰ σὲ συντροφεύουν σὲ κάθε σου βῆμα. Αμήν.


Νεότερη Παλαιότερη