Από την κατάκριση στην πατρική αγκαλιά.

 


Από την κατάκριση στην πατρική αγκαλιά.

 Η τάση του σύγχρονου ανθρώπου να διυλίζει τα σφάλματα των συνανθρώπων του, καταλήγοντας συχνά στην απόλυτη απόρριψη και τον κοινωνικό ή συναισθηματικό αποκλεισμό τους, αποτελεί, κατά την πατερική θεολογία, σαφή ένδειξη πνευματικής ανωριμότητας και εσωτερικής τύφλωσης. Όταν εγκλωβιζόμαστε στην κρίση των λαθών του άλλου, λησμονούμε ότι η δική μας υπαρξιακή κατάσταση δεν διαφέρει κατ’ ουσίαν, είμαστε όλοι συμμέτοχοι στην ίδια μεταπτωτική ασθένεια. Ο αληθινός πιστός, που επιδιώκει τη γνήσια μίμηση του Χριστού και έχει αποκτήσει βαθιά πνευματική αντίληψη, δεν στέκεται ως δικαστής απέναντι στην πτώση του αδελφού, αλλά ως στοργικός ιατρός.

Η πατερική παράδοση μάς διδάσκει ότι η πτώση του πλησίον πρέπει να αντιμετωπίζεται με την ίδια μακροθυμία που επιδεικνύουμε σε ένα νήπιο, το οποίο, πέφτοντας στο έδαφος, αδυνατεί να αρθρώσει λόγο λογικό και, αντί να ζητήσει βοήθεια, ξεσπά σε κραυγές, μεταθέτοντας την ευθύνη του πόνου του στους γύρω του «φταίει ο Θωμάς, ο Γιάννης, ο Κώστας». Αυτή η πνευματική νηπιότητα, η ανωριμότητα του ανθρώπου που παγιδεύεται στην αμαρτία, απαιτεί κατανόηση και όχι τιμωρία. Ο Μέγας Βασίλειος, αναλύοντας την ψυχολογία του αμαρτάνοντος, σημειώνει ότι η ψυχή που τελεί υπό το κράτος του πάθους βρίσκεται σε κατάσταση συγχύσεως, παρόμοια με εκείνη ενός τρομαγμένου αμνού που αισθάνεται περικυκλωμένος από λύκους. Σε μια τέτοια οριακή στιγμή, ο αληθινός ποιμένας ή ο πνευματικός αδελφός δεν θα καταδικάσει τον φόβο ή την επιθετικότητα του ζώου, αλλά θα τρέξει να το ηρεμήσει, αναγνωρίζοντας ότι η αντίδρασή του πηγάζει από τον τρόμο της απειλής και όχι από κακία. Η πτώση, επομένως, δεν είναι έγκλημα προς τιμωρία, αλλά τραύμα προς θεραπεία, είναι η εικόνα ενός ζώου που πιάστηκε σε μια οδυνηρή παγίδα και, σπαράσσοντας από τον πόνο, μπορεί να δαγκώσει ακόμη και το χέρι εκείνου που επιχειρεί να το απελευθερώσει. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στο πλούσιο συγγραφικό του έργο, τονίζει κατ' επανάληψη ότι ο Χριστιανός οφείλει να διαχωρίζει την αμαρτία από τον αμαρτάνοντα, μισώντας την ασθένεια αλλά αγαπώντας τον ασθενούς.

Φέρνει, μάλιστα, το παράδειγμα των ιατρών των σωμάτων, οι οποίοι, όταν αντιμετωπίζουν έναν ασθενή σε κατάσταση παραληρήματος που τους εξυβρίζει ή τους επιτίθεται, δεν ανταποδίδουν την οργή, αλλά διπλασιάζουν τη φροντίδα τους, γνωρίζοντας ότι οι ύβρεις είναι σύμπτωμα της πυρετώδους κατάστασης και όχι συνειδητή επιλογή.

Παρομοίως, ο Αββάς Δωρόθεος στις «Διδασκαλίες» του υπογραμμίζει τη σημασία της δικαιολόγησης του πλησίον μέσω της εσωτερικής δικαιολογίας (της «συγκαταβάσεως»), αναφέροντας το κλασικό παράδειγμα δύο αδελφών, όπου ο ένας, κινούμενος από εσωτερική ταραχή, προσβάλλει τον άλλον, ο πνευματικά ώριμος αδελφός δεν θα εστιάσει στη λεκτική επίθεση, αλλά θα σκεφτεί ότι ο αδελφός του υποφέρει από κάποιο κρυφό βάσανο, από μια δαιμονική πίεση ή από μια κακή συνήθεια που τον υπερβαίνει, δικαιολογώντας τον με τον ίδιο τρόπο που θα δικαιολογούσε ένα παιδί που κλαίει απαρηγόρητα χωρίς προφανή αιτία. Επιπλέον, ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ο κατεξοχήν θεολόγος της ελέουσας καρδίας, ορίζει την πνευματική τελειότητα ως την καύση της καρδιάς υπέρ πάσης της κτίσεως, υπέρ των ανθρώπων, των ορνέων και αυτών ακόμα των δαιμόνων, επισημαίνοντας ότι όταν ο άνθρωπος φτάσει σε αυτό το επίπεδο πνευματικής θεωρίας, βλέπει τους πάντες με δάκρυα συμπόνιας, αδυνατώντας να αντέξει την παραμικρή βλάβη ή λύπη του άλλου, ακριβώς επειδή αναγνωρίζει την κοινή ανθρώπινη αδυναμία και την παγίδευση της θέλησης στα δίχτυα του πονηρού. Όταν λοιπόν βλέπουμε έναν συνάνθρωπό μας να πέφτει και να επιρρίπτει ευθύνες δεξιά και αριστερά, αμυνόμενος απέναντι στο δικό του εσωτερικό κενό, η πατερική συμβουλή δεν είναι η αποστροφή και ο αποκλεισμός, αλλά η σιωπηλή προσευχή, η πνευματική αγκαλιά και η προσφορά ασφάλειας. Η απόρριψη του άλλου για τα λάθη του δεν φανερώνει τίποτε άλλο παρά τη δική μας κρυφή φαρισαϊκή αυταρέσκεια, μια ψευδαίσθηση καθαρότητας που καταρρέει μπροστά στο ευαγγελικό αρχέτυπο του Καλού Σαμαρείτη, ο οποίος δεν εξέτασε τα αίτια της πτώσης του πληγωμένου οδοιπόρου, ούτε τον επέκρινε για την απροσεξία του να βαδίσει σε επικίνδυνο δρόμο, αλλά έσκυψε, έχασε χρόνο και πόρους, έχασε το λάδι και τον οίνο του για να επουλώσει τις πληγές ενός ξένου. Η μεταμόρφωση της κρίσης σε έλεος και της καταδίκης σε θεραπευτική παρέμβαση αποτελεί το μοναδικό κριτήριο της αληθινής πνευματικής προόδου και της ουσιαστικής συνοδοιπορίας με τον Θεό της αγάπης. Αμήν.

Νεότερη Παλαιότερη