Η κατάκριση ως ακύρωση της θείας αγάπης και η σιωπηλή συγκατάβαση ως οδός θεογνωσίας.
Στην καρδιά της χριστιανικής θεολογίας βρίσκεται το μυστήριο της θείας αγάπης, το οποίο αποκαλύπτεται και κορυφώνεται στο Σταυρό του Χριστού. Η αγάπη αυτή είναι πάνδημη και καθολική, δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε δίκαιους και άδικους, φίλους και εχθρούς, αλλά χαρίζεται σε όλους εξίσου, «ὅτι ὁ πατὴρ αὐτοῦ... τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς» (Μτ. 5,45). Η επίγνωση αυτής της αγάπης οδηγεί τον χριστιανό σε βαθύτατη ταπείνωση και επίγνωση της δικής του αναξιότητας, αλλά και σε απόλυτη αποφυγή του πνεύματος της κατάκρισης. Η κατάκριση δεν αποτελεί απλώς ηθικό παράπτωμα, αλλά βαθιά θεολογική εκτροπή. Όταν ο άνθρωπος κατακρίνει τον πλησίον του, ακυρώνει στην πράξη την καθολικότητα της σωτηρίας και το σταυρικό έργο του Χριστού.
Γίνεται ο ίδιος «κρίτης» και όχι αδελφός, παίρνοντας θέση που ανήκει
αποκλειστικά στον Θεό. Όπως λέγει ο απόστολος Παύλος: «Σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον
οἰκέτην; τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στέκει ἢ πίπτει» (Ρωμ. 14,4). Ο Άγιος Ιωάννης ο
Χρυσόστομος τονίζει ότι: «Ουδέν χειρότερον της κατακρίσεως, και ουδέν
ευκολώτερον αυτής. Η κατάκρισις εις όλεθρον φέρει την ψυχήν». Η κατάκριση,
επομένως, δεν πλήττει μόνο τον αδελφό, αλλά διαλύει το ίδιο το σώμα της
Εκκλησίας, το οποίο είναι η εν Χριστῷ κοινωνία όλων, «ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς»
(Ιω. 17,22).
Ο κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως βίου ή στάσης
ζωής, έχει κληθεί από τον Θεό στη σωτηρία. Η Χάρις του Θεού «ἐπεφάνη πᾶσιν ἀνθρώποις»
(Τίτ. 2,11). Ουδείς είναι εκτός της αγάπης του, και η δική μας λύτρωση δεν
είναι προϊόν αρετής αλλά έλεος: «κατὰ τὸ αὐτοῦ ἔλεος ἔσωσεν ἡμᾶς» (Τίτ. 3,5).
Άρα, η συνείδηση του ότι και εγώ και ο πλησίον έχουμε ελεηθεί «με την ίδια
χάρη» αποκλείει οποιαδήποτε ανωτερότητα και εξουσία κρίσης.
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος αναφωνεί: «Ἐκείνος ποὺ ἀπέκτησε
ἀληθινὴ ἀγάπη, αὐτός εἶναι ὅμοιος μὲ τὸν Θεό». Η αγάπη δεν κατηγορεί, αλλά
καλύπτει: «ἡ ἀγάπη καλύπτει πλῆθος ἁμαρτιῶν» (Α΄ Πέτρ. 4,8). Όποιος κατακρίνει,
λοιπόν, αρνείται την αγάπη και υπονομεύει την ενότητα, καθίσταται – εν τέλει –
θεομάχος.
Ο αληθινός χριστιανός, μιμούμενος τον Χριστό,
δεν κατακρίνει αλλά σιωπά, δεν εξουθενώνει αλλά συγχωρεί. Η ταπείνωση δεν είναι
αδυναμία, αλλά έκφραση της μεγαλύτερης δύναμης: της αγάπης που δεν επιβάλλεται
αλλά προσφέρεται. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης μάς διδάσκει: «Κράτα τον νου σου
στον Άδη και μη απελπίζεσαι». Η σιωπή έναντι της αμαρτίας του άλλου είναι
αναγνώριση της δικής μας πτώσης.
Ο ίδιος ο Κύριος, παρά την άδικη καταδίκη
του, σιώπησε ενώπιον του Πιλάτου (Μτ. 27,14), διδάσκοντάς μας ότι η οδός της
σωτηρίας είναι η ταπείνωση, όχι η απόδοση ευθυνών. Η κατάκριση ακυρώνει την
κένωση, ενώ η ταπείνωση την φανερώνει. Και μόνον όταν ζούμε την εσωτερική σιωπή
και την αποδοχή της χάριτος, μπορούμε να κατανοήσουμε και να αγαπήσουμε αληθινά
τους άλλους.
Η αποφυγή της κατάκρισης δεν είναι ηθική
εντολή, αλλά έκφραση της συμμετοχής μας στο μυστήριο της θείας αγάπης. Η
καταδίκη του πλησίον σημαίνει άρνηση του σταυρικού έργου του Χριστού, και
συνεπώς, θεομαχία. Μόνον η ταπείνωση και η εσωτερική σιωπή μας εισάγουν στην
πραγματική σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Εκείνος που κατάλαβε ότι
ελεήθηκε από τον Θεό, δεν μπορεί παρά να χαρίζει έλεος και προς όλους. Διότι εν
τέλει, «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει» (Α΄ Ιω.
4,16).
