Η Θεία δικαιοσύνη ως προσφορά αγάπης: Μια πράξη χωρίς ανταπόδοση.
Στην ευαγγελική διδασκαλία η έννοια της δικαιοσύνης δεν ταυτίζεται με την ανταποδοτικότητα του ανθρώπινου δικαίου, αλλά με την ανιδιοτελή αγάπη και την ελευθερία της προσφοράς. Η ηθική της Βασιλείας του Θεού δεν βασίζεται στην αρχή του «δούναι και λαβείν», αλλά στην εσωτερική μεταμόρφωση του ανθρώπου που μιμείται τον Θεό, ο οποίος «ἥλιος ἀνατέλλων ἐπὶ πονηρούς καὶ ἀγαθούς» (Μτ. 5,45) και «βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους».
Η εντολή του Χριστού «Πάντα οὖν ὅσα ἐὰν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτως καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς» (Μτ. 7,12), γνωστή ως χρυσός κανόνας, αποτελεί την πιο σύντομη αλλά πλήρη διατύπωση του ηθικού πυρήνα του Ευαγγελίου. Εδώ δεν πρόκειται για δικανική αμοιβαιότητα, αλλά για κίνηση προς τον πλησίον εν ελευθερία, ως έκφραση της εσωτερικής μεταμόρφωσης. Ο Χριστός καλεί τον μαθητή του όχι απλώς να ανταποδίδει το καλό, αλλά να πρωτοπορεί στην αγάπη χωρίς να αναμένει ανταπόδοση: «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν... » (Λκ. 6,35). Η αγάπη αυτή δεν εδράζεται στη δικαιοσύνη του κόσμου, αλλά σε εκείνη του Θεού, η οποία όπως σημειώνει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «οὐ μέτρον ζητεῖ, ἀλλ’ εὐσπλαγχνίαν».
Ο κόσμος αντιλαμβάνεται τη δικαιοσύνη ως απαίτηση, η θεολογία όμως την κατανοεί ως προσφορά. Η δικαιοσύνη του Θεού δεν εξαντλείται στην τήρηση του νόμου, αλλά αποκαλύπτεται ως υπέρβασή του: «νῦν δὲ χωρὶς νόμου δικαιοσύνη Θεοῦ πεφανέρωται... διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Ρωμ. 3,21-22). Αυτή η δικαιοσύνη δεν είναι αντίβαρο στις πράξεις μας αλλά απλός και ελεύθερος καρπός της χάριτος. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος διδάσκει: «Μὴ λέγεις ὅτι ἀνταποδίδει ὁ Θεός, διότι ὁ Θεὸς ἀγαπά καὶ ἐλεεῖ, καὶ τοῦτο τὸ ὄνομά του». Η θεία δικαιοσύνη, λοιπόν, είναι σπλάχνα οικτιρμών, όχι ισοζύγιο πράξεων. Και όποιος μετέχει σ’ αυτή, δίνει δωρεάν όπως και ο ίδιος έλαβε δωρεάν (Μτ. 10,8).
Η πράξη της προσφοράς υλικής ή πνευματικής δεν είναι μια υποχρέωση προς τον άλλο αλλά έκφραση της εν Χριστῷ ζωής. Δεν προσφέρω επειδή οφείλω, αλλά επειδή δεν μπορώ να μην προσφέρω. Ο Χριστός δεν κήρυξε απλώς την αγάπη έγινε ο Ίδιος η Αγάπη. Έτσι και ο χριστιανός καλείται να πράττει έργα αγάπης «ὡς ἀπὸ ψυχῆς ἐργαζόμενος, ὡς τῷ Κυρίῳ» (Κολ. 3,23).
Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος σημειώνει πως «ὁ ἀληθῶς χριστιανὸς δὲν μετρεῖ, δὲν λογαριάζει, ἀλλὰ ῥεῖ ὡς ποταμὸς χάριτος». Ωστόσο, αυτή η προσφορά έχει όρια όχι της αγάπης, αλλά της ανθρώπινης φύσεως: «ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται... μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης» (Β΄ Κορ. 9,7). Η σωματική και ψυχική κόπωση αποτελεί μέτρο σωφροσύνης και διάκρισης. Αν ξεπεράσουμε το μέτρο που επιτρέπει η χάρη, η προσφορά καταντά εξάντληση και τελικά γογγυσμός.
Η Εκκλησία δεν ζητά από τον άνθρωπο υπεράνθρωπα έργα αλλά εργασία εντός της θείας χάριτος. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος επισημαίνει: «Πᾶν ὅ,τι γίνεται ἔξω τοῦ μέτρου, ἀπὸ τοῦ πονηροῦ ἐστίν». Η μέριμνα, επομένως, του πιστού είναι να κινείται μέχρι εκεί που η καρδιά παραμένει χαρούμενη, και όχι εκεί που το πνεύμα αγκομαχά. Ο αληθινός αγώνας της αγάπης είναι ελαφρύς, όταν γίνεται εν Θεῷ: «ὁ ζυγός μου χρηστός καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Μτ. 11,30).
Η δικαιοσύνη του Θεού αποκαλύπτεται όχι ως νόμος ανταπόδοσης, αλλά ως άπειρη δωρεά ελέους και αγάπης. Όταν δίνουμε και αγαπάμε κατά το μέτρο της χάριτος και της προσευχής, τότε συμμετέχουμε στο μυστήριο της Βασιλείας του Θεού. Αν όμως προσφέρουμε με ιδιοτέλεια ή έξω από τα όρια της πνευματικής αντοχής, κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε την ευλογία σε βάρος. Ας δώσουμε, λοιπόν, «καθὼς ἐλάβομεν», με χαρά, χωρίς υπολογισμό, μέσα από την αγαπητική δύναμη του Θεού που «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι» (Α΄ Τιμ. 2,4).
