Η απλή και η δύσκολη οδός προς τον Θεό: Από
τη στυγνή τυπικότητα στην ελευθερία της αγάπης.
Η πνευματική αναζήτηση της ανθρώπινης ψυχής
διαγράφει συχνά δύο εντελώς διαφορετικές τροχιές, δύο δρόμους που, αν και
υπόσχονται την ίδια σωτηρία, βιώνονται με εκ διαμέτρου αντίθετο τρόπο. Υπάρχει
ο δρόμος της καθαρής καρδιάς, της απλότητας, της εμπιστοσύνης και της αρχοντιάς
της ψυχής, και υπάρχει ο δρόμος στον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να εγκλωβιστεί
στην εξωτερική τυπικότητα, στο αδιάκοπο «πρέπει» και στην αντίληψη ότι η σχέση
του με τον Θεό εξαρτάται από το πόσο καλά κατάφερε να εκπληρώσει έναν κατάλογο
υποχρεώσεων.
Δεν είναι όμως τα πνευματικά μέσα που
δημιουργούν τη δουλεία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τα χρησιμοποιεί ο άνθρωπος.
Η νηστεία, η προσευχή, οι ακολουθίες, η μετάνοια, η πνευματική καθοδήγηση και η
υπακοή μπορούν να γίνουν δρόμοι θεραπείας και ελευθερίας, όταν οδηγούν στην
αγάπη και στην ταπείνωση, μπορούν όμως να μετατραπούν σε βάρος όταν ο άνθρωπος
τα χρησιμοποιεί για να δικαιώσει τον εαυτό του ή για να αισθανθεί ανώτερος από
τους άλλους.
Η απλότητα, σύμφωνα με το πνεύμα των Πατέρων,
δεν είναι αφέλεια ούτε άγνοια. Είναι η εσωτερική ενότητα του ανθρώπου, όταν ο
νους, η καρδιά, η θέληση και η ζωή του δεν βρίσκονται διασπασμένα μεταξύ τους.
Ο απλός άνθρωπος δεν χρειάζεται να υποκρίνεται ενώπιον του Θεού. Δεν προσπαθεί
να παρουσιάσει έναν πνευματικό εαυτό που δεν υπάρχει. Στέκεται ενώπιον του Θεού
όπως είναι και λέει με την καρδιά του, «Κύριε, βοήθησέ με». Αυτή η απλότητα δεν
αποκλείει την άσκηση, αλλά της δίνει το αληθινό της νόημα. Δεν αγωνίζεται ο
άνθρωπος για να εξαγοράσει τον Θεό, αλλά αγωνίζεται επειδή αγαπά τον Θεό και
επιθυμεί να θεραπευθεί και να μεταμορφωθεί.
Ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης μιλούσε
συχνά για μια πνευματική ζωή απλή, απαλή και γεμάτη αγάπη. Δεν ήθελε ο άνθρωπος
να οδηγείται σε έναν αγώνα γεμάτο σφίξιμο, άγχος και καταναγκασμό, αλλά να
στρέφεται προς τον Χριστό με πόθο. Η πνευματική ζωή, όταν γίνεται μόνο ένας
αγώνας εναντίον του εαυτού μας, μπορεί να μας κάνει να κοιτάζουμε συνεχώς την
αποτυχία μας. Όταν όμως ο νους στραφεί στον Χριστό, τότε η ζωή αλλάζει
προσανατολισμό. Δεν κοιτάζουμε μόνο τι πρέπει να αποφύγουμε, αλλά ποιον
αγαπούμε. Δεν ζούμε μόνο από τον φόβο της αμαρτίας, αλλά από την επιθυμία της
κοινωνίας με τον Θεό.
Και ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης έδωσε
ιδιαίτερη σημασία στο φιλότιμο. Το φιλότιμο είναι η αρχοντιά της ψυχής που δεν
λειτουργεί μόνο επειδή φοβάται την τιμωρία ή περιμένει κάποια ανταμοιβή. Είναι
η εσωτερική ανταπόκριση του ανθρώπου στην αγάπη του Θεού. Όταν κάποιος
αισθανθεί ότι ο Θεός τον αγαπά, τότε θέλει και ο ίδιος να ανταποδώσει την
αγάπη. Τότε η εντολή παύει να μοιάζει με εξωτερικό καταναγκασμό και γίνεται
έκφραση της εσωτερικής του ζωής.
Αυτό βρίσκεται ήδη μέσα στην Αγία Γραφή. Ο
Χριστός δεν κατήργησε τον Νόμο, αλλά τον ολοκλήρωσε και τον αποκάλυψε στο βάθος
του, λέγοντας ότι όλος ο Νόμος και οι Προφήτες συνοψίζονται στην αγάπη προς τον
Θεό και στην αγάπη προς τον πλησίον. Ο Απόστολος Παύλος λέει χαρακτηριστικά, «ἡ
ἀγάπη τοῦ νόμου πλήρωμα» και, «ὁ ἀγαπῶν τὸν ἕτερον νόμον πεπλήρωκεν» (Ρωμ.
13,8). Επομένως, η τελείωση δεν βρίσκεται στην κατάργηση της εντολής, αλλά στην
εσωτερική μεταμόρφωση του ανθρώπου, ώστε να κάνει το αγαθό όχι μόνο επειδή
«πρέπει», αλλά επειδή η καρδιά του έχει γίνει αγαθή.
Ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί ακόμη μια
πολύ δυνατή εικόνα, λέγοντας ότι ο Νόμος έγινε «παιδαγωγὸς ἡμῶν εἰς Χριστόν»
(Γαλ. 3,24). Όπως ένα παιδί χρειάζεται στην αρχή κανόνες, όρια και παιδαγωγία,
έτσι και ο άνθρωπος στην πνευματική του πορεία χρειάζεται καθοδήγηση. Όταν όμως
ωριμάσει, δεν καταργεί όσα έμαθε, αλλά τα έχει αφομοιώσει μέσα του. Έτσι και ο
ώριμος χριστιανός δεν γίνεται άνθρωπος χωρίς κανόνες, αλλά άνθρωπος στον οποίο
η αγάπη έχει γίνει εσωτερικός νόμος. Γι' αυτό ο Απόστολος μιλά και για «νόμον τοῦ
Χριστοῦ» (Γαλ. 6,2).
Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο άνθρωπος
μετατρέπει το μέσο σε σκοπό. Τότε μπορεί να λέει, «πρέπει να σηκωθώ αυτή την
ώρα, πρέπει να κάνω αυτή την προσευχή, πρέπει να σταθώ έτσι, πρέπει να κάνω
τόσες μετάνοιες, πρέπει να ακολουθήσω αυτόν τον κανόνα», αλλά μέσα στην καρδιά
του να μην υπάρχει αγάπη. Και τότε υπάρχει ο κίνδυνος να εκπληρώνεται εξωτερικά
ένας κανόνας, ενώ εσωτερικά να μεγαλώνει η υπερηφάνεια, η κατάκριση και ο
φόβος. Ο άνθρωπος μπορεί να αρχίσει να μετράει τις δικές του πράξεις και
ταυτόχρονα να μετράει τα λάθη των άλλων.
Εδώ βρίσκεται το μεγάλο μάθημα της παραβολής
του Τελώνη και του Φαρισαίου. Ο Φαρισαίος δεν καταδικάζεται επειδή νήστευε ή
επειδή προσευχόταν. Καταδικάζεται επειδή χρησιμοποίησε τα καλά έργα ως βάση
αυτοδικαίωσης και σύγκρισης με τον άλλο άνθρωπο. Ο Τελώνης, αντίθετα, δεν
παρουσίασε στον Θεό κατάλογο κατορθωμάτων. Στάθηκε μακριά και είπε μόνο, «ὁ
Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Και ο Χριστός φανέρωσε ότι εκείνος έφυγε
δικαιωμένος. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η προσευχή, η νηστεία ή η άσκηση,
αλλά η καρδιά που μπορεί να χρησιμοποιήσει ακόμη και τα ιερά πράγματα για να
υψώσει τον εαυτό της.
Το ίδιο βλέπουμε και στον Ευγνώμονα Ληστή. Η
περίπτωση του είναι συγκλονιστική, επειδή φανερώνει ότι η σωτηρία δεν είναι
μισθός που κερδίζεται με ανθρώπινα κατορθώματα. Ο Ληστής δεν είχε χρόνο να
παρουσιάσει έργα. Είχε όμως μετάνοια, αναγνώρισε την αλήθεια για τον εαυτό του
και στράφηκε προς τον Χριστό, λέγοντας, «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ
βασιλείᾳ σου». Και ο Χριστός τού απάντησε, «σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ
παραδείσῳ» (Λουκ. 23,42-43). Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Χριστός ακυρώνει την
ασκητική ζωή της Εκκλησίας. Φανερώνει όμως ότι η χάρη του Θεού δεν αγοράζεται
με έργα και ότι ακόμη και την τελευταία στιγμή η συντετριμμένη καρδιά μπορεί να
στραφεί προς τον Θεό.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιμένει
επανειλημμένα ότι ο Θεός δεν ζητά μόνο εξωτερικές πράξεις, αλλά τη διάθεση της
καρδιάς. Ο άνθρωπος μπορεί να κάνει πολλά εξωτερικά καλά και να παραμένει
εσωτερικά υπερήφανος, ενώ ένας άλλος μπορεί να βρίσκεται σε βαθιά πτώση και, με
μια αληθινή μετάνοια, να αρχίσει μια καινούργια ζωή. Η Εκκλησία δεν είναι
δικαστήριο στο οποίο παρουσιάζουμε έναν φάκελο με τα κατορθώματά μας. Είναι
νοσοκομείο ψυχών, τόπος θεραπείας, μετανοίας και κοινωνίας με τον Χριστό.
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος κινείται στην ίδια
βαθιά κατεύθυνση όταν μιλά για την ταπείνωση, την ευσπλαχνία και την εσωτερική
μεταμόρφωση. Όσο ο άνθρωπος αποκτά αληθινή επίγνωση της δικής του αδυναμίας,
τόσο παύει να ασχολείται με το να αποδεικνύει στους άλλους ότι είναι δίκαιος. Η
καρδιά του μαλακώνει. Και όταν μαλακώσει η καρδιά, τότε αρχίζει να βλέπει τον
άνθρωπο απέναντί του όχι ως αντίπαλο, αλλά ως αδελφό.
Αυτό είναι και το βαθύτερο σημείο στο οποίο ο
«δύσκολος δρόμος» μπορεί να μετατραπεί σε ευλογία. Ο άνθρωπος μπορεί να περάσει
χρόνια μέσα σε κανόνες, φόβους, ενοχές και εξωτερικές υποχρεώσεις, αλλά κάποια
στιγμή να καταλάβει ότι δεν μπορεί να σωθεί μόνο με τη δική του δύναμη. Τότε
μπορεί να βγει από μέσα του μια αληθινή κραυγή, «Πού είσαι, Θεέ μου;». Και αυτή
η κραυγή μπορεί να γίνει η αρχή της πραγματικής προσευχής. Όχι επειδή ο
άνθρωπος εγκαταλείπει τον Θεό, αλλά επειδή για πρώτη φορά εγκαταλείπει την
ψευδαίσθηση ότι μπορεί να σταθεί μόνος του μπροστά στον Θεό. Εκεί αρχίζει η
μετάνοια. Ο άνθρωπος παύει να λέει, «Κύριε, κοίτα πόσα έκανα», και αρχίζει να
λέει, «Κύριε, χωρίς Εσένα δεν μπορώ». Παύει να συγκρίνει τον εαυτό του με τον
άλλον και αρχίζει να ζητά έλεος. Παύει να χρησιμοποιεί την αλήθεια ως όπλο
εναντίον των άλλων και αρχίζει να την αφήνει να θεραπεύει πρώτα τη δική του
καρδιά. Γι' αυτό ο Απόστολος Παύλος δίνει ως κορυφή της χριστιανικής ζωής όχι
έναν κατάλογο εξωτερικών επιτευγμάτων, αλλά την αγάπη, «ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ,
χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται». Και συνεχίζει,
«πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει» (Α΄ Κορ. 13,4-7).
Όταν η ζωή φτάσει σε αυτό το σημείο, τότε ο άνθρωπος δεν χρειάζεται συνεχώς να
ρωτά, «Τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται;». Αρχίζει να ρωτά, «Πώς μπορώ να
αγαπήσω; Πώς μπορώ να μη πληγώσω; Πώς μπορώ να βοηθήσω; Πώς μπορώ να
συγχωρήσω;».
Αυτή είναι η μετάβαση από το εξωτερικό
«πρέπει» στον εσωτερικό νόμο της αγάπης. Δεν είναι μετάβαση από την Εκκλησία
στην αυθαιρεσία, ούτε από την άσκηση στην αδιαφορία. Είναι μετάβαση από την
εξωτερική εκπλήρωση στην εσωτερική καρποφορία.
Ο άνθρωπος συνεχίζει να προσεύχεται, αλλά
πλέον προσεύχεται επειδή διψά για τον Θεό. Συνεχίζει να νηστεύει, αλλά η
νηστεία του γίνεται άσκηση αγάπης και εγκράτειας. Συνεχίζει να εκκλησιάζεται,
αλλά δεν πηγαίνει απλώς για να «εκπληρώσει υποχρέωση», αλλά για να συναντήσει
τον Χριστό και την Εκκλησία του. Συνεχίζει να ζητά πνευματική καθοδήγηση, αλλά
δεν παραδίδει τη συνείδησή του σε έναν ανθρώπινο καταναγκασμό, ζητά βοήθεια για
να μάθει να ζει ενώπιον του Θεού με ελευθερία και διάκριση.
Η αληθινή πνευματική ζωή, λοιπόν, δεν είναι
ούτε μια ζωή χωρίς κανόνες ούτε μια ζωή πνιγμένη στους κανόνες. Είναι μια ζωή
στην οποία η αγάπη γίνεται ο εσωτερικός οδηγός. Όπως το παιδί στην αρχή χρειάζεται
τον παιδαγωγό, αλλά αργότερα αυτά που έμαθε γίνονται μέρος του χαρακτήρα του,
έτσι και ο χριστιανός καλείται να προχωρήσει από τον φόβο προς την αγάπη, από
την εξωτερική υποχρέωση προς την εσωτερική ελευθερία, από το «πρέπει» προς το
«θέλω να αγαπήσω».
Και τότε ο Θεός δεν βιώνεται πλέον ως
αυστηρός ελεγκτής που περιμένει να κάνουμε ένα λάθος, αλλά ως Πατέρας που
θεραπεύει, παιδαγωγεί, περιμένει και οδηγεί. Η ψυχή αρχίζει να αναπνέει. Η
προσευχή γίνεται σχέση, η μετάνοια γίνεται επιστροφή, η υπακοή γίνεται
εμπιστοσύνη και η άσκηση γίνεται δρόμος προς την ελευθερία. Τότε ο άνθρωπος
μπορεί να σταθεί ενώπιον του Θεού χωρίς προσωπεία και να πει με όλη του την
καρδιά, «Κύριε, δεν ξέρω να τα κάνω όλα σωστά, δεν μπορώ να στηριχθώ στα
κατορθώματά μου, αλλά Σε αγαπώ, Σε εμπιστεύομαι και θέλω να με οδηγήσεις Εσύ».
Εκεί αρχίζει η αληθινή ζωή. Όχι όταν ο άνθρωπος κατορθώσει να γίνει τέλειος
μόνος του, αλλά όταν παραδώσει την καρδιά του στον Χριστό και αφήσει την αγάπη
του να τον μεταμορφώσει. Γιατί «ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α΄ Κορ. 13,8).
Αμήν. Η πορεία του ανθρώπου προς τη συνάντηση με τον Άκτιστο Θεό αποτελεί ένα
βαθύ, προσωπικό και μοναδικό μυστήριο για κάθε ψυχή. Ο Θεός είναι ο ίδιος για
όλους, η αγάπη του είναι η ίδια, η χάρη του δεν αλλάζει, όμως ο τρόπος με τον
οποίο κάθε άνθρωπος οδηγείται προς Αυτόν μπορεί να είναι διαφορετικός. Στην
αγιολογική και πατερική παράδοση της Εκκλησίας συναντούμε ανθρώπους που
πλησίασαν τον Θεό με μια εκπληκτική απλότητα, με καθαρή καρδιά, εμπιστοσύνη και
παιδικό φρόνημα, αλλά συναντούμε και άλλους που πέρασαν μέσα από βαθιές
δοκιμασίες, πειρασμούς, πτώσεις, θλίψεις, εσωτερικούς αγώνες και μεγάλες
περιπέτειες, μέχρι να οδηγηθούν σε βαθύτερη γνώση του Θεού.
Οι δύο αυτές πορείες δεν πρέπει να θεωρούνται
δύο απόλυτα αντίθετοι δρόμοι. Συχνά συνυπάρχουν. Ακόμη και ο απλός και ταπεινός
άνθρωπος μπορεί να περάσει από μεγάλες δοκιμασίες, ενώ ακόμη και μέσα στην πιο
μεγάλη δοκιμασία μπορεί να γεννηθεί μια θαυμαστή απλότητα και εμπιστοσύνη στον
Θεό.
Πολλές φορές όμως σε αυτή τη διαδρομή, ο
άνθρωπος εγκλωβίζεται σε ένα εξωτερικό σύστημα αδιάκοπων κανόνων: πρέπει να
σηκωθείς την τάδε ώρα, πρέπει να πας στο ναό, πρέπει να σταθείς όρθιος, πρέπει
να διαβάσεις συγκεκριμένες προσευχές, πρέπει να υποταχθείς τυφλά. Τα μέσα της
πνευματικής θεραπείας, η νηστεία, η ακολουθία, η υπακοή στον πνευματικό
μετατρέπονται από εργαλεία ελευθερίας σε καταπιεστικό αυτοσκοπό. Ο πνευματικός
οδηγός, αντί για στοργικός πατέρας, μετατρέπεται στη συνείδηση του ανθρώπου σε
αυστηρό δικαστή, και η λατρεία καταντά μια ψυχοφθόρα διαδικασία διεκπεραίωσης
υποχρεώσεων. Ο άνθρωπος που βαδίζει αυτόν τον δρόμο βιώνει τεράστια ταλαιπωρία
και εσωτερική ξηρασία. Πρέπει να περάσουν χρόνια, συχνά δεκαετίες, γεμάτα
πνευματική κόπωση και ενοχές, μέχρι να εξαντληθεί το δικό του θέλημα. Μόνο όταν
καταρρεύσει ο εγωισμός της ιδίας δικαιώσεως και ο άνθρωπος παραιτηθεί από την
ψευδαίσθηση ότι θα σωθεί επειδή τα έκανε «όλα σωστά», βγαίνει από μέσα του η
αληθινή κραυγή: «Πού είσαι, Θεέ μου;». Αυτή η παραίτηση από το «πρέπει» δεν
είναι αποστασία, αλλά η στιγμή της αληθινής μετάνοιας, όπου η ψυχή
απογυμνώνεται από τα εξωτερικά προσωπεία και συναντά επιτέλους τον Ζώντα Θεό.
Στην πρώτη αυτή διάσταση, της αγίας
απλότητας, συναντούμε ψυχές στις οποίες δεν κυριαρχεί η πονηριά, η
διπλοπροσωπία και η ανάγκη να αποδείξουν κάτι στον Θεό ή στους ανθρώπους. Είναι
αυτό που ο Χριστός φανέρωσε στην περίπτωση του Ναθαναήλ, όταν είπε, «Ἴδε ἀληθῶς
Ἰσραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι» (Ιω. 1,47). Η απουσία δόλου δεν σημαίνει
απουσία γνώσης ή σκέψης. Σημαίνει ότι η καρδιά δεν λειτουργεί με πονηριά. Ο
άνθρωπος δεν πλησιάζει τον Θεό με δεύτερες σκέψεις, με υπολογισμό ή με διάθεση
να χρησιμοποιήσει ακόμη και τον Θεό για να δικαιώσει τον εαυτό του.
Αυτή την παιδική και αρχοντική απλότητα
βλέπουμε σε πολλούς Αγίους της Εκκλησίας. Ο Άγιος Δαυίδ ο εν Ευβοία αποτελεί
χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας ψυχής που από μικρή ηλικία στράφηκε προς τον Θεό
με μεγάλη εμπιστοσύνη. Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης επίσης έζησε με εκείνη την
απλότητα που δεν προσπαθεί να εξηγήσει τα πάντα με τη δύναμη του λογισμού, αλλά
αφήνει χώρο στη σχέση με τον Θεό και στην εμπιστοσύνη προς τη θεία πρόνοια. Ο
Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης μιλούσε ακριβώς για αυτή την απλότητα της
πνευματικής ζωής, για μια σχέση με τον Χριστό που δεν στηρίζεται στο σφίξιμο,
στον ψυχαναγκασμό και στον φόβο, αλλά στον πόθο και στην αγάπη.
Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης έδινε ιδιαίτερη
σημασία στο φιλότιμο. Η ψυχή που έχει φιλότιμο δεν χρειάζεται πάντοτε να
εξαναγκάζεται από εξωτερικούς κανόνες για να κάνει το καλό. Όταν αισθανθεί την
αγάπη του Θεού, επιθυμεί από μόνη της να ανταποκριθεί. Όπως ένα παιδί που αγαπά
τον πατέρα του δεν χρειάζεται κάθε στιγμή να του υπενθυμίζει ο πατέρας τι
πρέπει να κάνει, αλλά κινείται αυθόρμητα προς την αγάπη, έτσι και η πνευματική
ζωή μπορεί να περάσει από τον φόβο στην εμπιστοσύνη και από την υποχρέωση στην
αγάπη. Αυτό βλέπουμε με ιδιαίτερη καθαρότητα και στους Αποστόλους.
Ήταν απλοί άνθρωποι, ψαράδες, χωρίς την
παιδεία των γραμματέων και των νομοδιδασκάλων. Όταν όμως ο Χριστός τούς είπε,
«Δεῦτε ὀπίσω μου», εκείνοι ανταποκρίθηκαν. Δεν σημαίνει ότι έγιναν αμέσως
τέλειοι. Είχαν φόβους, αδυναμίες, παρεξηγήσεις και πτώσεις. Ο Πέτρος μάλιστα
αρνήθηκε τον Χριστό. Η απλότητα, λοιπόν, δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν θα
πέσει ποτέ, αλλά ότι μπορεί να επιστρέψει γρήγορα στον Χριστό χωρίς να
εγκλωβιστεί στην υπερηφάνεια και στην αυτοδικαίωση. Υπάρχει όμως και η άλλη
μεγάλη διάσταση της πνευματικής πορείας, η πορεία μέσα από τη δοκιμασία. Εδώ ο
άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει τον Θεό μέσα από καταστάσεις που δεν θα επέλεγε
ποτέ μόνος του. Ο πειρασμός, η θλίψη, η αποτυχία, η απώλεια, η αδυναμία και η
σιωπή του Θεού μπορούν, όταν αντιμετωπιστούν με πίστη και διάκριση, να γίνουν
τόπος βαθύτερης συνάντησης με τη χάρη. Δεν σημαίνει ότι κάθε πόνος προέρχεται
από κάποιο συγκεκριμένο προσωπικό μας αμάρτημα. Ο ίδιος ο Χριστός, όταν οι
μαθητές Τον ρώτησαν για τον εκ γενετής τυφλό, απέρριψε την απλοϊκή σύνδεση
ανάμεσα στην ασθένεια και στην προσωπική αμαρτία, λέγοντας, «οὔτε οὗτος ἥμαρτεν
οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ» (Ιω. 9,3).
Ο Δίκαιος Ιώβ αποτελεί ίσως το πιο
χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έχασε τα παιδιά του, την περιουσία του και την υγεία
του και βρέθηκε αντιμέτωπος με τη σιωπή και το ακατανόητο. Οι φίλοι του
προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τον πόνο του με απλοϊκά σχήματα, σαν να ήταν η
δυστυχία του απόδειξη κάποιας συγκεκριμένης αμαρτίας. Όμως το βιβλίο του Ιώβ
αποδοκιμάζει αυτή τη μηχανική αντίληψη. Στο τέλος ο Ιώβ δεν παίρνει μια απλή
λογική εξήγηση για όλα όσα συνέβησαν. Αντίθετα, οδηγείται σε βαθύτερη γνώση του
Θεού και ομολογεί, «ἀκοῇ μὲν ὠτὸς ἤκουόν σου τὸ πρότερον, νυνὶ δὲ ὁ ὀφθαλμός
μου ἑώρακέ σε» (Ιώβ 42,5). «Μέχρι τώρα σε γνώριζα μόνο από όσα άκουγα για σένα,
τώρα όμως σε γνωρίζω πραγματικά και έχω δει με τα μάτια της ψυχής μου ποιος
είσαι.» Η δοκιμασία δεν του αποκάλυψε απλώς μια θεωρία για τον Θεό, αλλά τον
οδήγησε σε βαθύτερη προσωπική σχέση μαζί του.
Το ίδιο βλέπουμε στην Αγία Μαρία την
Αιγυπτία. Η ζωή της πέρασε από δύο συγκλονιστικές φάσεις, από τη μεγάλη
αμαρτωλότητα στη βαθιά μετάνοια. Η έρημος έγινε για εκείνη τόπος ασκήσεως,
αγώνα, πειρασμών και καθάρσεως. Δεν μεταμορφώθηκε επειδή απλώς υπέφερε, αλλά
επειδή μέσα στην άσκηση στράφηκε ολόκληρη προς τον Θεό. Η θλίψη από μόνη της
δεν αγιάζει τον άνθρωπο. Αυτό που μπορεί να γίνει πνευματικά σωτήριο είναι η
μεταμόρφωση της θλίψης σε μετάνοια, προσευχή, υπομονή και εμπιστοσύνη.
Παρόμοια είναι και η περίπτωση του Αγίου
Μωυσή του Αιθίοπα. Η ζωή του ξεκίνησε μέσα στη βαριά αμαρτία και στη βία, αλλά
η μετάνοια τον οδήγησε σε έναν μακρύ αγώνα. Δεν άλλαξε από τη μια ημέρα στην
άλλη. Η παλαιά ζωή άφησε μέσα του τραύματα, πάθη και ισχυρούς λογισμούς, με
τους οποίους χρειάστηκε να αγωνιστεί. Η περίπτωση αυτή φανερώνει ότι υπάρχουν
άνθρωποι στους οποίους η θεραπεία της ψυχής χρειάζεται μακρά πορεία. Ο Θεός δεν
περιφρονεί αυτή την πορεία. Την αξιοποιεί για να οδηγήσει τον άνθρωπο από την
αυτοπεποίθηση στην εμπιστοσύνη και από την αυτάρκεια στη χάρη.
Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης αποτελεί ένα
ακόμη συγκλονιστικό παράδειγμα. Η ζωή του δεν ήταν δρόμος χωρίς πειρασμούς.
Αντίθετα, πέρασε από βαθιά εσωτερική δοκιμασία. Μέσα σε αυτή τη δοκιμασία έλαβε
τον λόγο που σημάδεψε ολόκληρη την πνευματική του πορεία, «Κράτα τον νου σου στον
άδη και μην απελπίζεσαι». Ο λόγος αυτός δεν είναι μια φιλοσοφική ιδέα. Είναι ο
τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος μαθαίνει να βλέπει ακόμη και το βαθύτερο σκοτάδι
χωρίς να χάνει την ελπίδα του Θεού. Η αληθινή ταπείνωση δεν λέει, «είμαι
χαμένος», αλλά, «ακόμη και εδώ ο Θεός μπορεί να με σώσει».
Εδώ βρίσκεται ένα από τα βαθύτερα μυστικά της
πατερικής διδασκαλίας. Ο Θεός δεν θεραπεύει όλους τους ανθρώπους με τον ίδιο
τρόπο. Άλλον τον οδηγεί περισσότερο μέσα από την απλότητα, άλλον μέσα από την
άσκηση, άλλον μέσα από τη σιωπή, άλλον μέσα από την υπηρεσία προς τον πλησίον
και άλλον μέσα από μεγάλες δοκιμασίες. Δεν γνωρίζουμε πάντοτε γιατί επιτρέπει
σε έναν άνθρωπο να περάσει από μία συγκεκριμένη δοκιμασία και σε έναν άλλο από
διαφορετική. Αυτό ανήκει στο μυστήριο της θείας Οικονομίας.
Δεν μπορούμε να πούμε ότι όποιος υποφέρει
έχει περισσότερο εγωισμό ούτε ότι όποιος έχει εύκολη πνευματική ζωή είναι
περισσότερο καθαρός. Μια τέτοια κρίση θα μας οδηγούσε στο λάθος των φίλων του
Ιώβ. Μπορούμε όμως να πούμε ότι ο Θεός μπορεί να χρησιμοποιήσει ακόμη και τις
δοκιμασίες για τη σωτηρία του ανθρώπου, όταν εκείνος τις παραδώσει στα χέρια
του. Ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι «ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ
δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα» (Ρωμ. 5,3-4). Η θλίψη, λοιπόν, μπορεί να γίνει
σχολείο υπομονής και ελπίδας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε θλίψη έχει μια
απλή και άμεσα εξηγήσιμη αιτία.
Από την άλλη πλευρά, η απλότητα της καρδιάς
μπορεί να γίνει ένας πολύ σύντομος δρόμος προς τον Θεό. Ο Τελώνης της παραβολής
δεν παρουσίασε στον Θεό έναν κατάλογο κατορθωμάτων. Είπε μόνο, «ὁ Θεός, ἱλάσθητί
μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Και ο Χριστός είπε ότι εκείνος κατέβηκε στον οίκο του
δικαιωμένος. Ο Ευγνώμων Ληστής επίσης, την τελευταία στιγμή της ζωής του,
στράφηκε προς τον Χριστό με μια απλή αλλά συγκλονιστική εμπιστοσύνη, «Μνήσθητί
μου, Κύριε». Η Εκκλησία μέσα από αυτά τα παραδείγματα δεν μας διδάσκει να
περιφρονούμε την άσκηση, αλλά μας αποκαλύπτει ότι η χάρη του Θεού δεν είναι
μισθός ανθρώπινων κατορθωμάτων. Γι' αυτό η ουσία δεν βρίσκεται στο αν ο δρόμος
είναι σύντομος ή μακρύς, εύκολος ή δύσκολος, γεμάτος παρηγοριά ή γεμάτος
δάκρυα. Η ουσία βρίσκεται στο πού οδηγεί. Μπορεί ένας άνθρωπος να περάσει από
δεκαετίες άσκησης και να αποκτήσει μεγάλη ταπείνωση, ενώ ένας άλλος να στραφεί
στον Θεό με μια απλή καρδιά και να δεχθεί γρήγορα μεγάλη χάρη. Και οι δύο
χρειάζονται τελικά το ίδιο πράγμα, τον Χριστό.
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος διδάσκει με ιδιαίτερο
βάθος για την παιδαγωγία των πειρασμών και τη χάρη που μπορεί να ακολουθήσει. Η
παράδοση που αποδίδει σε αυτόν τη φράση ότι «προηγείται της χάριτος ο
πειρασμός» εκφράζει μια βαθιά ασκητική εμπειρία, όχι έναν μηχανικό νόμο που
σημαίνει ότι κάθε χάρη πρέπει υποχρεωτικά να προηγείται από κάποιο συγκεκριμένο
βάσανο. Ο Θεός δεν είναι δεσμευμένος από ένα ανθρώπινο σχήμα. Άλλοτε παρηγορεί
πριν από τη δοκιμασία, άλλοτε μέσα στη δοκιμασία και άλλοτε μετά από αυτήν. Σε
κάθε περίπτωση, η χάρη παραμένει δώρο.
Τελικά, είτε ο άνθρωπος συναντήσει τον Θεό
μέσα από την παιδική απλότητα είτε μέσα από το καμίνι των δοκιμασιών, η
κατεύθυνση είναι μία, να φύγει από την αυτάρκεια και να εισέλθει στην κοινωνία
της αγάπης. Να πάψει να στηρίζεται αποκλειστικά στον εαυτό του και να μάθει να
εμπιστεύεται τον Θεό. Να μην κάνει την πνευματική ζωή έναν αγώνα αυτοδικαίωσης,
αλλά μια σχέση υιοθεσίας και αγάπης.
Και τότε ακόμη και το «πρέπει» αλλάζει νόημα.
Ο άνθρωπος δεν ζει πλέον με τη σκέψη, «πρέπει να κάνω αυτά για να με αγαπήσει ο
Θεός», αλλά με την επίγνωση, «επειδή ο Θεός με αγαπά, θέλω να τον αγαπήσω και
εγώ». Δεν αγωνίζεται για να αγοράσει τη χάρη, αλλά αγωνίζεται επειδή έχει ήδη
γευθεί την αγάπη. Δεν βλέπει την προσευχή ως καταναγκασμό, αλλά ως συνάντηση.
Δεν βλέπει τη μετάνοια ως τιμωρία, αλλά ως επιστροφή. Δεν βλέπει τη δοκιμασία
μόνο ως συμφορά, αλλά ως έναν τόπο όπου μπορεί, μέσα στην ελευθερία του, να
αναζητήσει τον Θεό.
Η αληθινή πνευματική ωριμότητα είναι,
επομένως, να φτάσει ο άνθρωπος σε εκείνο το σημείο όπου, είτε βρίσκεται μέσα
στην ειρήνη είτε μέσα στην καταιγίδα, μπορεί να πει με την ίδια εμπιστοσύνη,
«Κύριε, Εσύ γνωρίζεις. Εγώ δεν γνωρίζω πάντοτε γιατί συμβαίνουν όλα αυτά, αλλά
σε εμπιστεύομαι». Τότε η απλότητα και η δοκιμασία παύουν να είναι δύο αντίθετοι
δρόμοι και γίνονται δύο διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους η ψυχή μπορεί να
οδηγηθεί στην ίδια συνάντηση, στη ζωντανή κοινωνία με τον Χριστό.
Και εκεί βρίσκεται η τελική ελευθερία, όχι
στην απουσία αγώνα, ούτε στην απουσία θλίψεων, αλλά στην ελευθερία της καρδιάς
από τον φόβο, την αυτοδικαίωση και την υπερηφάνεια. Ο άνθρωπος αφήνει στα χέρια
του Θεού το πώς θα τον οδηγήσει και κρατά μόνο ένα πράγμα, την εμπιστοσύνη και
την αγάπη. Γιατί ο σκοπός όλης της πνευματικής πορείας είναι να γίνει ο
άνθρωπος αυτό που ο Χριστός θέλει να γίνει, ένας άνθρωπος της αγάπης, της
ταπείνωσης, της ελπίδας και της αληθινής ελευθερίας.
Ο άνθρωπος που διαθέτει από φύση ή από
προαίρεση ταπεινό φρόνημα, φιλότιμο και απλότητα, δεν έχει ανάγκη από τη βία
των παιδαγωγικών θλίψεων. Η απουσία εγωισμού φέρνει την αληθινή ταπείνωση, όπου
η ψυχή δεν αντιστέκεται, δεν προσβάλλεται εύκολα, δεν υπερασπίζεται την ιδέα
που έχει για τον εαυτό της και δεν εγκλωβίζεται στα εξωτερικά «πρέπει».
Αφήνεται με εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού. Η καρδιά του είναι «μαλακή» και
δεκτική, κι έτσι ο Θεός, επειδή δεν συναντά αντίσταση, αποκαλύπτεται άμεσα.
Όπως αναφέρει ο Απόστολος Πέτρος, «Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς
δε δίδωσι χάριν» (Α' Πέτρ. 5, 5).
Φίλη μου καταλήγουμε η ορθόδοξη θεολογία
ξεκαθαρίζει ότι ο Θεός δεν δοκιμάζει τον άνθρωπο με την έννοια της τιμωρίας ή
της εμπαθούς εξέτασης, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος είναι αυτός που, ανάλογα με τις
επιλογές του, καταστρέφει ή αναγεννά τον εαυτό του. Όπως διακηρύσσει ο Άγιος
Ιάκωβος ο Αδελφόθεος: «Μηδείς πειραζόμενος λεγέτω ότι από Θεού πειράζομαι, ο
γαρ Θεός απείραστός εστι κακών, πειράζει δε αυτός ουδένα» (Ιακ. 1, 13). Ο Θεός
είναι η απόλυτη πηγή ζωής, φωτός και αγάπης. Όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από
Αυτόν και οχυρώνεται στον εγωισμό του, δεν «τιμωρείται» από τον Θεό, απλώς,
κόβοντας τον δεσμό του με την Πηγή της Ζωής, βιώνει τις φυσικές συνέπειες της
αποκοπής: το άγχος, την εσωτερική κατάρρευση και την πνευματική φθορά. Η
αναγέννηση ξεκινά τη στιγμή που ο άνθρωπος, κάνοντας χρήση της ελεύθερης
βούλησής του, συνειδητοποιεί το αδιέξοδό του, ταπεινώνεται και ζητά βοήθεια.
Αυτή η πράξη της μετάνοιας δεν είναι μια απλή αλλαγή συμπεριφοράς, αλλά η
επιλογή της ψυχής να ανοίξει την καρδιά της στη θεία χάρη. Αυτό που συχνά
ονομάζουμε «δοκιμασίες του Θεού» είναι στην πραγματικότητα οι παιδαγωγικές
παραχωρήσεις του: ο Θεός επιτρέπει να υποστούμε τις συνέπειες των επιλογών μας
ώστε να σπάσει ο εγωισμός μας και να αφυπνιστούμε.
Επιπλέον, η διαφοροποίηση των δρόμων
οφείλεται και στο ανεξερεύνητο μυστήριο της θείας Οικονομίας. Ο Θεός γνωρίζει
ποιο δρόμο χρειάζεται ο καθένας για να σωθεί και ποια αποστολή έχει μέσα στην
Εκκλησία. Κάποιοι καλούνται να γίνουν παραδείγματα άμεσης αγιότητας για να
παρηγορούν τους απλούς, ενώ άλλοι περνούν από τα βάθη της αμαρτίας, της πλάνης
και του πόνου για να γίνουν στη συνέχεια καταφύγιο και παρηγοριά για τους πιο
απελπισμένους και τραυματισμένους ανθρώπους.
Συμπερασματικά, ο άνθρωπος κρατά στα χέρια
του το τιμόνι της ύπαρξής του. Με τον εγωισμό, την υπερηφάνεια και την επιμονή
στο δικό του θέλημα καταστρέφει και ταλαιπωρεί τον εαυτό του, μετατρέποντας την
πίστη σε ένα δυσβάσταχτο φορτίο κανόνων. Αντίθετα, με την ταπείνωση, την αγαθή
προαίρεση και την εμπιστοσύνη στον Θεό, επιτρέπει στη θεία χάρη να τον
αναγεννήσει. Είτε μέσα από την ειρηνική απλότητα είτε μέσα από τη φωτιά των
πειρασμών, ο τελικός σκοπός του Θεού παραμένει ένας: η παράδοση του ανθρώπινου
θελήματος στην αγάπη του, η αποβολή του «πρέπει» της νομικής δουλείας και η
είσοδος στην ανεκλάλητη ελευθερία των τέκνων του Θεού. Αμήν.
