Η Πνευματική Αυταπάτη και η «Πνευματική
Ζητιανιά»
Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που, παρά τα
χρόνια της ενασχόλησής τους με τα θεία, καταλήγουν εγωκεντρικοί, γεμάτοι
παράπονο, πικρία και μια συνεχή ανάγκη για δικαίωση. Αντί να ακτινοβολούν
ειρήνη, γίνονται βάρος στους γύρω τους. Θέλουν να σε βάλουν στη ζωή τους όχι
για να μοιραστούν αγάπη, αλλά για να σου εκθέσουν τις αδικίες που υπέστησαν, τα
χρήματα που τους έφαγαν, την κακομεταχείριση που δέχτηκαν σε μοναστήρια ή από
άλλους ανθρώπους.
Γιατί συμβαίνει αυτό;
1. Ο Κρυφός Εγωισμός και η Φιλαυτία: Σύμφωνα
με τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων (όπως ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος και ο
Άγιος Αββάς Δωρόθεος), όταν η άσκηση γίνεται χωρίς ταπείνωση, τρέφει τον
εγωισμό. Ο άνθρωπος πιστεύει ασυνείδητα ότι, λόγω της ενασχόλησής του με τον
Θεό, «αξίζει» ειδική μεταχείριση και σεβασμό. Όταν η reality δεν επιβεβαιώνει
αυτή την προσδοκία, αναπτύσσει θυμό, παράπονο και θυματοποίηση.
2. Η Έλλειψη Αυτομεμψίας: Ο Αββάς Δωρόθεος
σημειώνει ότι η ρίζα κάθε εσωτερικής ταραχής είναι το ότι ο άνθρωπος δεν
κατηγορεί τον εαυτό του, αλλά αναζητά πάντοτε το φταίξιμο στους άλλους. Όταν
λείπει η μετάνοια, τα προβλήματα της ζωής δεν γίνονται αφορμή καθάρσεως, αλλά
τροφή για πικρία.
3. Η «Πνευματική Ζητιανιά»: Ο άνθρωπος αυτός,
έχοντας μείνει ψυχικά κενός επειδή δεν συνδέθηκε αληθινά με τη Χάρη του Θεού,
αναζητά απεγνωσμένα ανθρώπινη παρηγοριά. Χρησιμοποιεί τον πλησίον του ως
ακροατήριο για να εκτονώσει τον πόνο του και να λάβει επιβεβαίωση.
4. Άγνοια και Ίδιο Θέλημα: Αυτή η κατάσταση
δεν είναι το θέλημα του Θεού, αλλά το αποτέλεσμα του δικού του θελήματος, της
εγωιστικής επιμονής και της άγνοιας για το τι σημαίνει αληθινή πνευματική ζωή.
Η Δεύτερη Πλευρά: Η Αληθινή Συνάντηση με τη
Χάρη
Αντίθετα, υπάρχει η άλλη πλευρά: άνθρωποι που
συνάντησαν αληθινά τον Θεό, ευλογήθηκαν και ζουν μια ευτυχισμένη, ειρηνική και
πρόσχαρη ζωή. Όταν τους συναντάς, νιώθεις ανακούφιση. Δεν σου φορτώνουν ποτέ τα
δικά τους προβλήματα, αλλά είναι πάντοτε θετικοί, ευλογημένοι και πρόθυμοι να
σε στηρίξουν.
Γιατί είναι έτσι αυτοί οι άνθρωποι;
Ο ταπεινός άνθρωπος δεν θεωρεί ότι του
χρωστάει κανείς τίποτα —ούτε ο Θεός ούτε οι άνθρωποι. Επειδή δεν έχει
εγωιστικές απαιτήσεις, δεν αισθάνεται ποτέ αδικημένος ή αδικημένη και δεν κρατά
κακία.
Όποιος έχει γεμίσει την καρδιά του με την
αγάπη και τη Χάρη του Θεού, έχει βρει την απόλυτη παρηγοριά. Δεν χρειάζεται να
ζητιανεύει την προσοχή ή τη συμπόνια των άλλων. Αντίθετα, επειδή η δική του
«δεξαμενή» είναι γεμάτη, μπορεί να προσφέρει αγάπη, ακρόαση και ξεκούραση στους
γύρω του.
Όπως διδάσκει ο Άγιος Παΐσιος, ο πνευματικά
ώριμος άνθρωπος βλέπει τις δοκιμασίες και τις αδικίες ως ευλογίες που τον
καθαρίζουν και τον φέρνουν πιο κοντά στον Θεό. Αντί να παραπονιέται για όσα
υπέφερε, δοξάζει τον Θεό για όλα.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές πλευρές δεν
βρίσκεται στον χρόνους ή στους κόπους που κατέβαλε κανείς, αλλά στον τρόπο και
την πρόθεση της καρδιάς.
Η
πρώτη πλευρά είναι το αποτέλεσμα της φιλαυτίας, του εγωισμού και του ιδίου
θελήματος, που εμποδίζουν τη Θεία Χάρη και μετατρέπουν την πνευματική ζωή σε
πηγή πικρίας.
Η
δεύτερη πλευρά είναι ο καρπός του Αγίου Πνεύματος, ο οποίος γεννιέται όταν ο
άνθρωπος παραδίδει ολοκληρωτικά τον εαυτό του στον Θεό με ταπείνωση, αγάπη και
ειλικρινή μετάνοια αμήν
Η Ελευθερία της Βούλησης ως Πηγή του Κακού.
Αφού το κακό δεν υπάρχει ως κτίσμα του Θεού,
από πού προέρχεται; Οι Πατέρες εξηγούν ότι το κακό γεννιέται αποκλειστικά στον
χώρο της ελεύθερης βούλησης των λογικών πλασμάτων (αγγέλων και ανθρώπων).
Το κακό είναι τρόπος χρήσης της ελευθερίας,
όχι ουσία. Εμφανίζεται όταν ένα λογικό πλάσμα στρέφει τη θέλησή του μακριά από
τον Θεό προς τον εαυτό του ή προς την κτίση.
Παραμορφωτική Δύναμη: Το κακό δεν μπορεί να
δημιουργήσει τίποτα νέο· μπορεί μόνο να διαστρέψει και να παραμορφώσει αυτό που
ηδη υπάρχει και είναι καλό.
Η Φύση και η Υπόσταση του Διαβόλου
Η διδασκαλία ότι «το κακό δεν έχει υπόσταση»
εξηγεί με ακρίβεια τι συμβαίνει με τον Διάβολο:
1. Ως Πρόσωπο (Υπόσταση): Ο Διάβολος (ο
Εωσφόρος) είναι υπαρκτό πρόσωπο/πνεύμα. Δημιουργήθηκε από τον Θεό ως ένας
ανώτερος, φωτεινός και αγαθός άγγελος.
2. Ως «Κακός»: Η «κακία» του Διαβόλου δεν
είναι η φύση του, αλλά η αποστασία του. Έπεσε λόγω υπερηφάνειας, επιλέγοντας
την απομόνωση από τον Θεό.
3. Ο Διάβολος ως Παράσιτο: Ο Διάβολος υπάρχει
επειδή τον κρατά στη ζωή η αγάπη και η δημιουργική δύναμη του Θεού. Το κακό που
πράττει δεν προέρχεται από μια «κακή ουσία» που κατέχει, αλλά από την επίμονη
άρνησή του να αγαπήσει και να ενωθεί με το Αγαθό.
Συμπέρασμα
Για τους Πατέρες της Εκκλησίας:
Το
Αγαθό είναι το μόνο που έχει πραγματική, αιώνια και ουσιαστική ύπαρξη, διότι
πηγάζει από τον Άκτιστο Θεό.
Το
Κακό είναι ανύπαρκτο οντολογικά· είναι μια ψευδαίσθηση, ένα παράσιτο, μια
«τρύπα» στην ύπαρξη που δημιουργείται όταν η ελεύθερη βούληση αρνείται το Φως.
Ο
Διάβολος είναι μια τραγική προσωπικότητα που, ενώ έχει δοθεί σε αυτόν η ύπαρξη
ως δώρο, επιλέγει να ζει μέσα στη «μη ύπαρξη» του κακού.
Η αρετή της συγκάλυψης του κακού και η
αποκάλυψη του καλού ως καρπός της εν Χριστῷ αγάπης.
Στην πνευματική ζωή, μία από τις πιο λεπτές
αλλά βαθιές εκδηλώσεις της εν Χριστῷ αγάπης είναι η διάκριση ανάμεσα στην
αποκάλυψη του αγαθού και τη σιωπή περί του κακού που ενδέχεται να φέρει ο
συνάνθρωπός μας. Το πνευματικό ήθος του χριστιανού δεν χαρακτηρίζεται από την
αποκάλυψη των πτώσεων του άλλου, αλλά από τη χαρά για την παρουσία κάθε καλού
στοιχείου στον αδελφό, ακόμη και αν αυτό είναι ελάχιστο.
Ο λόγος του Κυρίου είναι σαφής: «Μη κρίνετε,
ίνα μη κριθῆτε, ἐν ᾧ γαρ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε» (Ματθ. 7,1-2). Η κριτική
διάθεση, όταν απογυμνώνει τον άλλο από το έλεος του Θεού και τον παρουσιάζει
μόνο μέσα από την αμαρτία του, είναι ξένη προς την καινή εντολή της αγάπης. Ο
άγιος Ισαάκ ο Σύρος τονίζει: «Κάλυψον την πτώσιν του αδελφού σου, και ο Θεός θα
καλύψει τα δικά σου αμαρτήματα». Το να καλύπτει κανείς το κακό του άλλου είναι
πράξη ομοίωσης προς τον Θεό, ο οποίος «ου θέλει τον θάνατον του αμαρτωλού, αλλ’
ίνα επιστρέψῃ και ζήσῃ» (Ιεζ. 18,23).
Αντιθέτως, η προβολή και ο έπαινος του
αγαθού, ακόμη και του πιο μικρού, αποτελεί πνευματική σπορά που ευλογεί και τον
πομπό και τον αποδέκτη. Ο Κύριος, αν και γνωρίζει τις καρδιές όλων, επαινούσε
δημοσίως την πίστη, όπως της Χαναναίας (Ματθ. 15,28) ή του εκατοντάρχου (Λουκ.
7,9), και συγχρόνως ουδέποτε διαπόμπευσε τις αδυναμίες των μαθητών του, αλλά
τις διόρθωσε με πραότητα και αγάπη. Η θεραπεία της πτώσης έρχεται όταν το
Πνεύμα το Άγιον αποκαλύπτει στον καθένα προσωπικά την αλήθεια, «ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος,
τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ιω. 16,13).
Επιπλέον, η σεβαστική στάση απέναντι στον
τρόπο με τον οποίο ο άλλος προσεγγίζει τον Θεό είναι στοιχείο ενότητας και όχι
αφορμή διχασμού. Όπως διδάσκει ο απόστολος Παύλος: «Οὐκ ἐσθίειν ἢ ἐσθίειν... ἕκαστος
ἐν τῷ ἰδίῳ νοῒ πληροφορείσθω» (Ρωμ. 14,5). Ο σεβασμός στην πνευματική πορεία
του άλλου, χωρίς καταδίκες και εξουθενώσεις, οδηγεί στην πνευματική ωριμότητα
του «ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ» (Εφ. 4,15).
Ο ίδιος ο Χριστός εδίδαξε πως η αγάπη μεταξύ
των χριστιανών είναι το διακριτικό γνώρισμα των μαθητών του: «ἐν τούτῳ
γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ιω. 13,35).
Αυτή η αγάπη δεν είναι συναισθηματική, αλλά καρπός της χάριτος που μας ενώνει
σε μία πνευματική οικογένεια, στην οποία ο Χριστός είναι η κεφαλή.
Συνεπώς, ο λόγος περί του αγαθού του άλλου
είναι οικοδομητικός λόγος, φέρει παρηγορία, ελπίδα, φως. Αντιθέτως, ο λόγος
περί του κακού του άλλου είναι έργο σκότους, όταν δεν έχει σκοπό την κατ’
αγάπην οικοδομή αλλά την κατάκριση και την αυτοδικαίωση.
Ας μιμηθούμε τον Χριστό που κάλυψε την πόρνη
γυναίκα με σιωπή και φως, που σήκωσε τον πεσμένο Πέτρο, που θεράπευσε τον
προδότη μαθητή του με βλέμμα και όχι με απόρριψη. Η αληθινή ενότητα εν Χριστῷ
προϋποθέτει την απουσία κρίσεως και την παρουσία της σιωπηρής συγκατάβασης.
Όπως γράφει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, «εκείνος που είδε το φως της
θεότητος, όλα τα βλέπει φωτεινά». Γένοιτο. Αμήν.
Η ανυπόκριτη αγάπη ως η μόνη θεολογία που
δεν διχάζει.
Στην καρδιά της χριστιανικής ζωής δεν
βρίσκεται η πολυλογία περί θεού ούτε οι λεπτοφυείς πνευματικές αναλύσεις, αλλά
η έμπρακτη, ανυπόκριτη αγάπη. Η αληθινή θεολογία δεν είναι διανοητικό
οικοδόμημα, αλλά συνάντηση με τον Θεό η οποία εκφράζεται πρώτα και κύρια ως
έμπρακτη φιλανθρωπία. Ο ίδιος ο Κύριος μας αποκαλύπτει το τελικό κριτήριο της
Βασιλείας του όχι μέσα από τη γνώση θεολογικών μυστηρίων, αλλά μέσα από την
απλότητα της διακονίας: «ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ
με• ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με• γυμνὸς, καὶ περιεβάλετέ με• ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ
με• ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με» (Ματθ. 25,35-36).
Η αγάπη εν έργῳ είναι η μόνη αληθινή μαρτυρία
της θεογνωσίας. Όταν ο Θεός εμφανίζεται στον άνθρωπο, δεν τον κατακλύζει με
λέξεις ή δογματικές αναλύσεις, αλλά τον επισκέπτεται με στοργή, με θυσιαστική
παρουσία, με σταυρική αγάπη. Αυτή είναι και η κλήση των πιστών: να γίνουν, όχι
φορείς ιδεών, αλλά φορείς θεανθρωπίνης φιλανθρωπίας.
Ο απόστολος Παύλος παραγγέλλει: «Ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος.
ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν, κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ» (Ρωμ. 12,9). Και αλλού,
σημειώνει: «ἐὰν τὰς γλώσσας τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω,
γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον» (Α΄ Κορ. 13,1).
Η αγάπη δεν είναι συναίσθημα, ούτε θεωρητική
κατασκευή. Είναι έκφραση της θείας ενέργειας μέσα στον κόσμο, της παρουσίας του
Χριστού που «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας» (Πρ. 10,38). Οι Πατέρες της
Εκκλησίας είναι σαφείς: η καθαρά προσευχή και η θεοπτία προϋποθέτουν καθαρή
καρδιά, η οποία καθαίρεται μέσω της αγάπης και της ταπείνωσης.
Ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων δεν δίδαξε με
λόγια, αλλά με τα έργα του. Ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος τονίζει: «ἡ πίστις, ἐὰν
μὴ ἔχῃ ἔργα, νεκρά ἐστίν καθ’ ἑαυτήν» (Ιακ. 2,17). Οι πολύπλοκες και
ακατανόητες ερμηνείες, όταν δεν συνοδεύονται από πραότητα, απλότητα και
αγαπητική διάθεση, όχι μόνο δεν οικοδομούν, αλλά γίνονται αιτία σκανδάλου,
διχασμού και πνευματικής σύγχυσης. Ο Μέγας Βασίλειος γράφει: «Ἀρχὴ σωτηρίας, ἡ
τοῦ πλησίον ἀγάπη,. ὁ δὲ μισῶν τὸν πλησίον, πρὸς ἁμαρτίαν καταπίπτει».
Η αληθινή αποκάλυψη δεν δίδεται για να
εντυπωσιάζει ούτε για να διακρίνει τους "πνευματικούς" από τους
απλούς, αλλά για να υπηρετεί και να οδηγεί όλους στο φως. Αποκαλύψεις που δεν
συνοδεύονται από πνεύμα ταπεινής διακονίας, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε
φαντασιώσεις και ευσεβείς πλάνες. Ο Αγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος τονίζει ότι ο
μόνος σίγουρος δρόμος προς τον Θεό είναι η εσωτερική ταπείνωση και η εξωτερική
αγάπη, και όχι οι φανερώσεις και οι υπερφυσικές εμπειρίες. Μάλιστα προτρέπει να
μην επιδιώκουμε υψηλές θεολογικές εμπειρίες εάν δεν έχουμε υπηρετήσει τον
ελάχιστο αδελφό.
Ας είμαστε, λοιπόν, εκφραστές της θεολογίας
της αγάπης, που ενδύει, επισκέπτεται, θυσιάζεται και συγχωρεί. Αυτή η θεολογία
δεν διχάζει, δεν ξηλώνει, δεν επιδεικνύεται. Είναι η θεολογία του Χριστού πάνω
στον Σταυρό και μέσα στον πλησίον. Γένοιτο. Αμήν.
