Η φροντίδα του περιβάλλοντος

 


Η φροντίδα του περιβάλλοντος ως πνευματική διακονία και καρπός αγάπης.

Η χριστιανική ζωή είναι ατομική υπόθεση, αλλά βίωση μέσα στην Εκκλησία μας, μέσα σε περιβάλλον σχέσεων και αλληλοσυσχέτισης. Η φροντίδα του περιβάλλοντος που μας περιβάλλει, είτε αυτό είναι η οικογένεια, η Εκκλησία, είτε η ευρύτερη κοινωνία, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της χριστιανικής αποστολής. Η Πατερική Παράδοση τονίζει συχνά πως η αγάπη δεν μένει σε ιδιωτικό επίπεδο αλλά εκδηλώνεται και στην περιβάλλουσα πραγματικότητα. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός δίδαξε: «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. 22,39).

Αυτό το "πλησίον" δεν είναι αόριστο ή θεωρητικό, αλλά αφορά εκείνους με τους οποίους ζούμε και συνεργαζόμαστε καθημερινά. Η φροντίδα για το περιβάλλον μας γίνεται έτσι μια έμπρακτη εφαρμογή της θείας εντολής της αγάπης.

Οι Άγιοι Πατέρες μας υπενθυμίζουν ότι η αγάπη προς τον Θεό εκδηλώνεται και ως υπευθυνότητα για τον κόσμο που μας έχει εμπιστευτεί. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει: «Οὐκ ἔστιν ἀληθινὴ ἀγάπη εἰ μὴ ἐνέργεια φιλανθρωπίας καὶ οἰκονομίας» δηλαδή, η αγάπη δεν είναι αληθινή αν δεν γίνεται έργο ελεημοσύνης και φροντίδας. Η νουθεσία του περιβάλλοντος δια της εφαρμογής του Λόγου του Θεού είναι πράξη αγάπης που ενσωματώνει την αλήθεια με πραότητα και ταπείνωση. Όπως ο απόστολος Παύλος προτρέπει τους πιστούς: «Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, ἐν γνώσει τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἀναπληρώσατε τὰ κενά τῆς διακονίας μου ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ» (Κολ. 1,25). Το περιβάλλον μας μπορεί να μετασχηματιστεί σε πνευματικό χώρο, όπου η χάρη του Θεού ενεργεί καρποφόρα. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει πως η μεταστροφή ενός περιβάλλοντος γίνεται όταν οι χριστιανοί, δια της πρακτικής αγάπης και νουθεσίας, γίνονται «φωτεινοί λύχνοι που φωτίζουν τον κόσμο γύρω τους» (Ματθ. 5,14). Η φροντίδα του περιβάλλοντος δεν είναι απλή κοινωνική δράση ή ανθρωπιστική πρωτοβουλία, αλλά μία θεολογική αποστολή, μέσω της οποίας «καρποφορεί η αγάπη εν αλήθεια» (Εφεσ. 5,9) και ετοιμάζεται η γη να γίνει «γῆ ἡσαΐου», δηλαδή τόπος ειρήνης και θείας παρουσίας. Με αυτήν την έννοια, η φροντίδα, η αγάπη και η νουθεσία δεν είναι μόνο προς όφελος του πλησίον, αλλά και για τον ίδιο τον πιστό που δια μέσου αυτής της διακονίας αποκτά «θετικό, καρποφόρο και ευλογημένο εν Χριστώ επί γης βίο». Όπως ο Κύριος είπε: «Ἅνθρωπος οὗ ἔχει καρπὸν, πολύν φέρει» (Ιωάν. 15,8), και «Εἰ δοξάσετε τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν, ἐν ἐμοὶ δοξάσετε» (Ιωάν. 13,31). Είναι επομένως ευλογία και χρέος η συνεχής μέριμνα για το περιβάλλον μας, που εκφράζει την πίστη μας και οδηγεί σε αγιασμό και μυστική ένωση με τον Χριστό.

 

 

Η ζωή του χριστιανού μέσα στην κοινότητα, με τους αδελφούς, τους φίλους, αλλά και τους εχθρούς του, προϋποθέτει την αναγνώριση και τον σεβασμό των ορίων που θέτει ο Θεός στην ανθρώπινη ελευθερία και προσωπικότητα. Ο σεβασμός αυτός εκφράζει την πραγματική πνευματικότητα και είναι απαραίτητος για τη διατήρηση της αγάπης και της ενότητας, οι οποίες αποτελούν καρπό του Αγίου Πνεύματος (Γαλ. 5,22-23). Ο Χριστός, ως τέλειο πρότυπο ελευθερίας, δίδαξε πως η ελευθερία μας δεν είναι αυθαίρετη ή αχαλίνωτη, αλλά περιορίζεται από την αγάπη προς τον πλησίον: «Ἐν τούτῳ ἐγνωρίσθη ἡ ἀγάπη ὅτι ἡμεῖς τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἔθηκαμεν ὑπὲρ τῶν φίλων» (Ιωάν. 15,13). Η αγάπη αυτή προϋποθέτει τον σεβασμό στα όρια και τα δικαιώματα του άλλου.

Οι Άγιοι Πατέρες τονίζουν ότι η πνευματική ελευθερία δεν καταργεί την ταπεινότητα και την υπομονή, αντίθετα, είναι συνδεδεμένη με τον σεβασμό του πλησίον. Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος αναφέρει πως: «Οὐκ ἔστιν ἐλευθερία οὐδὲ ταπείνωσις ἐάν τις ἀσεβῶς καὶ ἀδιάκριτα ἐπιτίθηται ἐπὶ τοὺς ἀδελφοὺς»  δηλαδή, η αληθινή ελευθερία συνοδεύεται πάντα από σεβασμό και αγάπη, όχι από κατάχρηση ή ακαταστασία.

Η γνωστή πατερική αρχή «Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἑνός τελειώνει ἐκεῖ που ἄρχεται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἄλλου» εκφράζει το μυστήριο της κοινότητας: «Ἡ ἐλευθερία μας τερματίζεται στο σημείο που μπορεί να πληγώσει την ελευθερία του πλησίον» (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος).

Έτσι, όταν προσδιορίζουμε τα όριά μας, είτε πνευματικά είτε υλικά, φροντίζουμε ώστε να μην προκαλούμε στενοχώρια, προβληματισμό ή θυμό στον άλλον. Αυτή η στάση όχι μόνο προστατεύει την ειρήνη στην κοινότητα, αλλά και αποκαλύπτει την πρακτική εφαρμογή της Αγίας Γραφής: «Ἀρέσκω τοῖς πάντες, εὐεργετῶν καὶ μηδὲν ζημιούων, ἵνα εἰσαχθῶμαι εἰς αὐτούς» (Ρωμ. 12,18).

 

Η πνευματικότητα, κατά τον Παύλο, είναι «πνευματική σύνεση» (Φιλ. 1,9), η οποία ενυπάρχει στην αγάπη που σέβεται και τιμά τον πλησίον, δίχως να εξαναγκάζει ή να υποτάσσει. Αυτό οδηγεί σε απλότητα και θετικότητα στη σχέση μας με όλους τους ανθρώπους και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ενότητα και αρμονία, το σώμα του Χριστού εν γένει.

Η ευχή «Γένοιτο, γένοιτο. Αμήν» εκφράζει την προσευχή ώστε η αναγνώριση αυτών των ορίων να γίνει πράξη ζωής, καρπός της θείας χάρης και μάρτυρας της αγάπης που ενώνει τους πιστούς στον αιώνα τον άπαντα.

 

Η αληθινή πνευματική ζωή του χριστιανού δεν είναι ατομική και αποκομμένη από το κοινωνικό και ανθρωπιστικό πεδίο. Αντίθετα, είναι έντονα κοινωνική, εκφράζεται και ολοκληρώνεται μέσα από την αγάπη που εκδηλώνεται με τη διακονία στους συνανθρώπους μας. Ο ίδιος ο Χριστός μας υπέδειξε το ύψιστο παράδειγμα αυτής της αγάπης:

«Οὐ γὰρ ἦλθον διακονηθῆναι ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν» (Ματθ. 20,28).

Η προσφορά μας στους άλλους δεν είναι απλή πράξη καλής θέλησης ή ηθικής επιταγής, αλλά ουσιαστική συμμετοχή στη σωτηρία και την άνοδο προς τον Θεό. Αυτό το διακηρύσσει ο Κύριος με τη ρήση του:

 

«Ὃς ἐὰν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σώσειν, ἀπολέσει αὐτήν, ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν» (Μάρκ. 8,35-36).

Η έννοια του «απολέσειν» εδώ κατανοείται ως θυσία της ατομικής αυτονομίας, του εγωισμού και της ασφάλειας, προς όφελος του άλλου και της κοινότητας. Η χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στον άνθρωπο που θυσιάζει τον εαυτό του για τον πλησίον, ανυψώνοντάς τον πνευματικά, όπως ακριβώς ο Υιός του Θεού «ἐταπείνωσεν ἑαυτόν» (Φιλιπ. 2,8).

Οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν ότι η αληθινή διακονία προέρχεται από την καρδιά που πλημμυρίζει αγάπη και ταπείνωση, χωρίς να επιβάλλει τη θέλησή της, αλλά με σεβασμό στην ελευθερία του άλλου. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει:

 

«Ἡ διακονία τοῖς ἀδελφοῖς ἐστὶν ἡ ἀληθινὴ δόξα τῆς ψυχῆς»  η αληθινή δόξα της ψυχής είναι η ταπεινή προσφορά στους άλλους.

Αυτό το πνεύμα προσφοράς οδηγεί σε μια βαθύτερη πνευματική ένωση με τον Θεό, καθώς ο άνθρωπος δεν ζει για τον εαυτό του, αλλά για τον Θεό και τον πλησίον. Όπως διαβεβαιώνει η Γραφή: «Ὃς ἀγωνίζεται πρὸς τὸ μὴ ἀπολέσθαι ἕτερον οὐκ ἀπολέσει» (Η πίστη στην αμοιβαία σωτηρία και φροντίδα μεταξύ των ανθρώπων γίνεται δρόμος ζωής και αγάπης που οδηγεί στην κατά Χριστόν τελείωση. Η ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησόν με» είναι επιθυμία και προσευχή να καθοδηγείται η ζωή μας σε αυτό το πνεύμα της αυταπάρνησης και της αγάπης που σώζει.

 

Η υπομονή και η πραότητα μπροστά στην αδικία και την κατηγορία αποτελούν καρπό της ζωντανής πίστης στον Χριστό και δρόμο πνευματικής αναγέννησης και απελευθέρωσης από τα δεσμά του εγωισμού. Ο Κύριος μας υπέδειξε το υπέρτατο παράδειγμα υπομονής όταν δέχθηκε λοιδορίες και εξευτελισμό, χωρίς να ανταποδώσει με κακία ή απειλή: «ὁ Χριστός λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, ἀπειλούμενος οὐκ ἠπείλει» (βλ. Ματθ. 27,12-14, 1 Πέτρ. 2,23).

Αυτή η στάση αποτελεί θεμέλιο της χριστιανικής ηθικής και πνευματικότητας, γιατί όχι μόνο διαφυλάσσει την εσωτερική ειρήνη του πιστού αλλά γίνεται εργαλείο σωτηρίας για τους άλλους. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει ότι η σιωπή μπροστά στην κατηγορία και την αδικία είναι πιο δυνατή από κάθε λεκτική απάντηση και οδηγεί στη νίκη της ψυχής.

Η πραότητα και η ταπείνωση ενάντια στην επίθεση του εχθρού που στην πατερική θεολογία ταυτίζεται με τον εωσφόρο και την στρατιά των πονηρών δυνάμεων γκρεμίζουν την εξουσία του εγωισμού μέσα μας και απελευθερώνουν την καρδιά από την πνευματική αιχμαλωσία. Ο άγιος Μαξίμoς ο Ομολογητής λέγει ότι η υπακοή και η ταπείνωση είναι τα όπλα που νικούν τις δυνάμεις του σκότους, καθώς: «ὁ ταπεινὸς ἀνὴρ νικᾷ τὸν δαίμονα». Η προσωπική μας στάση, ως χριστιανοί, δεν είναι απλώς μια αμυντική τακτική, αλλά ενεργός πνευματική μάχη που αναγεννά τον πλησίον και εκδηλώνει τη νίκη του Θεού μέσα στον κόσμο. Όταν ο πιστός υπομένει «δικαίως» ή «ἀδίκως» την κατηγορία, γίνεται παράδειγμα ζωής εν Χριστώ, που κλονίζει τα θεμέλια της αυτοδικαίωσης και του εγωισμού (του «εωσφόρου»), καθώς και της πνευματικής στρατιάς που τον υπηρετεί.

 

Η Γραφή προτρέπει: «Μακάριοι οἱ ἐν διωγμῷ ὑπὲρ δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5,10). Η υπακοή στη διδασκαλία του Χριστού και η εφαρμογή της στην καθημερινή μας ζωή μετατρέπει τον πόνο σε ευλογία, την προσβολή σε ευκαιρία χάριτος και την ταπείνωση σε δρόμο σωτηρίας. Η επανάληψη της ευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησόν με» εκφράζει την αποφασιστικότητα και την εμπιστοσύνη μας στη χάρη που μεταμορφώνει την καρδιά και οδηγεί στην αληθινή νίκη.

 

Η μελέτη και η βαθιά βίωση του Ευαγγελίου του Χριστού αποτελεί την πηγή της αληθινής σοφίας, αυτής που υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη γνώση και εμπειρία, και η οποία αποκαλύπτεται διά του Πνεύματος του Θεού στους πιστούς διά μέσου των αιώνων.

Όπως διακηρύσσει ο Παύλος,

 

«ὁ Θεὸς τῶν αἰώνων ἐν σοφίᾳ ἐποίησεν τὸν κόσμον» (Εφεσ. 3,9),

η θεία σοφία είναι θεμέλιο της κτίσης και της σωτηρίας. Αυτή η σοφία, που φανερώθηκε ολοκληρωτικά εν Χριστώ, αποτελεί τον δρόμο προς τη ζωή την  αιώνιον (Ιωάν. 14,6).

 

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τονίζουν πως η σοφία του Ευαγγελίου δεν είναι απλή γνώση, αλλά ζωντανή δύναμη που μεταμορφώνει τον άνθρωπο, κάνοντάς τον κοινωνό της θείας ζωής και της αθανασίας. Η σοφία αυτή, ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, προσκαλεί τον πιστό να υπερβεί τη φθορά και τον θάνατο μέσω της ζωής εν Χριστώ. Ο ίδιος ο Χριστός υποσχέθηκε και διαβεβαίωσε: «Πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ιωάν. 11,26).

Αυτή η υπόσχεση εκφράζει την αιώνια ζωή, η οποία δεν είναι απλώς μια μελλοντική ελπίδα, αλλά παρούσα πραγματικότητα για εκείνον που ζει εν τω Χριστώ. Όπως επισημαίνει ο άγιος Μαξίμoς ο Ομολογητής, η αληθινή σοφία είναι «ἡ ἐν Θεῷ ζωή», που νικά τη φθορά και ανοίγει την πόρτα στην αθανασία.

Η σύγχρονη εποχή, παρά τις προόδους της τεχνολογίας και της γνώσης, συχνά αδιαφορεί για αυτή τη θεία σοφία, παραμένοντας προσκολλημένη σε έναν κοσμικό τρόπο ζωής που δεν κατανοεί ή απορρίπτει το βάθος της σωτηρίας εν Χριστώ. Ωστόσο, ήρθε η ώρα, κατά τη Θεία Οικονομία, η πλήρης σοφία του Ευαγγελίου να φανερωθεί ξανά και να χαρίσει τη ζωή αιώνιον σε όλο το ανθρώπινο γένος, δια της πίστεως και της υπακοής.

Η πίστη αυτή δεν είναι τυπική αποδοχή γνώσεων, αλλά ενεργός βίωση της ζωής του Χριστού μέσα μας, που μεταμορφώνει το φθαρτό σε άφθαρτο, το θνητό σε αθάνατο. Όπως σημειώνει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, η πραγματική πίστη είναι «ζωή ενέργεια», που αναγεννά και ανακαινίζει τον άνθρωπο σε όλη του την ύπαρξη. Ερωτώ, λοιπόν: Πιστεύεις τούτο; Είναι αυτή η πίστη που θα εξασφαλίσει την αληθινή σοφία και την αιώνια ζωή, κατά την υπόσχεση του Κυρίου μας.

Η εσωτερική ζωή του πιστού, η κρυφή ζωή που μόνο ο Θεός γνωρίζει, αποτελεί το μυστικό θεμέλιο της σωτηρίας και της θείας κοινωνίας με τον Κύριο. Η Αγία Γραφή και η πατερική θεολογία μας διδάσκουν πως ο Θεός βλέπει και κρίνει την καρδιά, την αθέατη αυτή πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης που δεν μπορεί να αποκαλυφθεί στον κόσμο.

 

Πρώτον, η προσευχή με πόνο καρδιάς υπέρ των συνανθρώπων, φίλων, αδελφών και εχθρών, είναι η ζωντανή έκφραση της αγάπης που ξεπερνά κάθε ανθρώπινο μέτρο και αναδεικνύει την αληθινή πνευματική ζωή. Όπως ο Κύριος μας δίδαξε: «Προσεύχεσθε υπέρ των εχθρών υμών» (Ματθ. 5,44), και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος τονίζει πως η αληθινή προσευχή περιλαμβάνει και τον πόνο και την αγάπη για όλους τους ανθρώπους, ακόμη και εκείνους που μας βλάπτουν.

 

Δεύτερον, η μελέτη του Αγίου Λόγου είναι το μέσο που συνδέει την ψυχή με τον Θεό, δίνοντάς της φως, σοφία και δύναμη. Όπως λέγει ο Δαβίδ στον ψαλμό του: «Υπόστρωμα πορείας μου ο λόγος σου, και φως στα μονοπάτια μου» (Ψαλμ. 119,105), έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επεσήμανε ότι η μελέτη των Γραφών είναι η «θεία τροφή» που θρέφει την ψυχή και προφυλάσσει από την πτώση.

 

Τρίτον, η εφαρμογή των εντολών του Θεού είναι ο καρπός και η αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της σχέσης φιλίας με τον Θεό. Ο ίδιος ο Χριστός δήλωσε με σαφήνεια: «Φίλοι μου εστε, εάν ποιήσητε όσα εγώ εντέλλομαι υμίν» (Ιωάν. 15,14).

 

Η εντολή του Χριστού δεν είναι απλή υποχρέωση αλλά πρόσκληση σε βαθύτατη κοινωνία και φιλία με τον Θεό, που αγιάζει τον άνθρωπο και τον καθιστά μέτοχο της αιώνιας ζωής. Οι Πατέρες, όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, εξηγούν πως η εν Χριστώ ζωή είναι συνεχής αγώνας προς την τελείωση που επιτυγχάνεται μέσω της υπακοής και της αγάπης. Συνολικά, η κρυφή αυτή ζωή που πορεύεται σε προσευχή, μελέτη και πράξη της αγάπης και του νόμου του Θεού, αποτελεί το μυστικό μονοπάτι της σωτηρίας, που φέρνει την ψυχή σε αδιάλειπτη κοινωνία με τον Θεό και την προετοιμάζει για τη θεία βασιλεία.

 

Η ζωή του χριστιανού δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική πνευματική πορεία, αλλά διαπλάθεται και μέσα από την αλληλεπίδραση με άλλους πιστούς σε πνευματικούς κύκλους. Εκεί, η ποιότητα της παρουσίας μας και της συμπεριφοράς μας έχει καθοριστική σημασία, καθώς αντανακλά τον αληθινό καρπό του Πνεύματος και τη μυστική παρουσία του Θεού ανάμεσά μας.

 

Ο Απόστολος Παύλος προειδοποιεί για τα πνεύματα που μπορούν να διαφθείρουν την κοινότητα: την περιέργεια, την κατάκριση, τη ζηλοτυπία και την έπαρση της παντογνωσίας. Στην προς Γαλάτας επιστολή ορίζει καθαρά πως τα έργα της σαρκός είναι:

 

«Φιλονικία, ζήλος, θυμοί, έριδες, διχοστασίαι, αιρέσεις» (Γαλ. 5,20), και αυτά είναι αντίθετα με τον καρπό του Πνεύματος που είναι «αγάπη, αγαθωσύνη, πραότητα, μακροθυμία» (Γαλ. 5,22).

 

Στην πατερική παράδοση, ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος τονίζει πως η περιέργεια και η κατάκριση είναι εχθροί της ειρήνης και της πνευματικής προόδου, και πρέπει να αποφεύγονται με κάθε τρόπο, διότι «η ψυχή που κρατά την ειρήνη στον εαυτό της, κατοικεί στον Θεό» (Κλίμαξ, Κεφ. 20).

 

Η γλώσσα του πιστού πρέπει να είναι «γλυκιά και ειρηνική», όπως προτρέπει ο Παύλος: «Εν σοφία λαλείτω ο λόγος υμών, και αλάτιστος» (Κολ. 4,6), και όχι αιτία διχόνοιας ή πικρίας. Η παρουσία της αγάπης και της ταπεινότητας, της δικαιοσύνης και της ανεκτικότητας μέσα στον πνευματικό κύκλο γίνεται ορατή έκδηλα και αναγνωρίζεται από όλους ως έργο του ίδιου του Χριστού, ο οποίος δια της παρουσίας του κατοικεί μέσα στις καρδιές εκείνων που αγαπιούνται αληθινά μεταξύ τους. Ο ίδιος ο Κύριος δήλωσε: «Εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιωάν. 13,35). Η ένωση αυτή μέσω της αγάπης και της σωφροσύνης αποτελεί το ουσιαστικό στίγμα του αληθινού μαθητή του Χριστού και την εγγύηση για την ενότητα του σώματος της Εκκλησίας. Όπως σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, η αληθινή ενότητα δεν επιβάλλεται με εξωτερικούς τρόπους, αλλά γεννιέται μέσα από την ταπείνωση και την αγάπη, οι οποίες απομακρύνουν κάθε πνεύμα διχόνοιας και αυτοδικαίωσης. Έτσι, η πνευματική μας παρουσία σε κάθε κοινότητα και σύναξη θα είναι ένα ζωντανό μαρτύριο του Χριστού, όπου το Πνεύμα του θα καρποφορεί με έργα ειρήνης, αγάπης και δικαιοσύνης, προς δόξαν Θεού Πατρός και σωτηρία ψυχών.

 

Η πνευματική ζωή του ανθρώπου δεν οικοδομείται στην αυτάρκεια της γνώσης, ούτε στην ψευδαίσθηση της αυτάρκειας ή της πνευματικής πληρότητας, αλλά στην ταπείνωση, η οποία αποτελεί την απαρχή της αληθινής σοφίας. Η αντίληψη ότι ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει τα πάντα από μόνος του και να μην έχει ανάγκη από τον άλλο είναι καρπός εγωισμού και όχι σοφίας Θεού. Ο σοφός κατά Θεόν γνωρίζει καλά ότι «ο Θεός ταπεινοίς δίδωσι χάριν» (Ιακ. 4,6) και ότι ο ίδιος ο Λόγος του Θεού σαρκώθηκε για να «σοφίσει» τον άνθρωπο δια της ενανθρώπησης και του σταυρού (πρβλ. Α΄ Κορ. 1,24). Η αληθινή σοφία δεν είναι αυθόρμητη εγκεφαλική λειτουργία, αλλά αποτέλεσμα θείας παιδείας και ταπεινής δεκτικότητας. Γι’ αυτό και ο Ιησούς, ο ενσαρκωμένος Λόγος, μίλησε για την ανάγκη να γίνουμε μαθητές, να «ακούμε» πρώτα: «ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω» (Ματθ. 13,9). Η σοφία αρχίζει με την ακρόαση και την υπακοή, και όχι με την εκφορά λόγου. Ο σοφός άνθρωπος δεν ομιλεί ελαφρά τη καρδία, αλλά ακούει με διάκριση, προσεύχεται και μιλά όταν ο Θεός δώσει λόγο. Όπως λέγει η Σοφία Σειράχ: «Ἐν στόματι ἀνοητοῦ ἐστὶν καρδία αὐτοῦ, καὶ ἐν καρδίᾳ σοφοῦ ἐστὶν στόμα αὐτοῦ» (Σοφ. Σειρ. 21,26).

Ο Θεός μιλά «πολυτρόπως και πολυμερώς» (Εβρ. 1,1), διαμέσου Αγίας Γραφής, της κτίσεως, των γεγονότων της ζωής, των άλλων ανθρώπων, ακόμα και διαμέσου δοκιμασιών. Η σοφία είναι να μάθουμε να ακούμε τον Θεό σε όλες αυτές τις εκφάνσεις, ακόμη και εκεί που φαίνεται σιωπηλός. Όπως δίδαξε και ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος: «Ο σιωπών εις την προσευχήν, πολλάκις ακούει τον Θεόν». Όταν κάποιος ζει με τη διάθεση αυτής της ταπεινής σοφίας, τότε εκπληρώνει τον λόγο του αποστόλου Παύλου: «πάντα συνεργεί εις το αγαθόν τοις αγαπώσι τον Θεόν» (Ρωμ. 8,28). Δεν βλέπει πλέον τα γεγονότα της ζωής ως απομονωμένα ή χαοτικά, αλλά ως μέρος της θείας πρόνοιας, που τον οδηγεί στην πνευματική ολοκλήρωση και κατά χάριν θέωση. Η σοφία αυτή είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος και θεμέλιο για την εγκαθίδρυση της Βασιλείας του Θεού μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Όταν ένας ή περισσότεροι άνθρωποι ενστερνιστούν αυτό το πνευματικό ήθος, τότε η Βασιλεία του Θεού εγκαθιδρύεται όχι μόνο εντός αυτών, αλλά και γύρω τους, καθώς το φως της σοφίας τους διαχέεται προς τους άλλους, κατά την εντολή του Κυρίου: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» (Λουκ. 17,21). Η σοφία του Θεού είναι ο ίδιος ο Χριστός (Α΄ Κορ. 1,30). Όπου Εκείνος κατοικεί, εκεί ανατέλλει το φως της αληθινής ζωής, και εκεί οικοδομείται η Βασιλεία που δεν θα έχει τέλος. Ας είναι αυτή η σοφία ο καθημερινός μας οδηγός και το βίωμά μας. Γένοιτο. Ζῇ Κύριος. Αμήν.

Νεότερη Παλαιότερη