Να μιλάμε με σοφία και όχι με μωρία.

 


Να μιλάμε με σοφία και όχι με μωρία.

 

Ο Αδάμ μίλησε στον Θεό μετά την πτώση του, για να δικαιολογηθεί, και τα έκανε όλα λάθος. Η Εύα μίλησε και αντί να πει συγγνώμη, έριξε την ευθύνη στον όφι. Ο Κάιν μίλησε στον Θεό μετά το έγκλημά του και είπε ψέματα, ότι δεν ήξερε που ήταν ο αδελφός του, Άβελ, τον οποίο προ ολίγου είχε φονεύσει.

Ο Φαρισαίος, ανέβηκε στον ναό και προσευχήθηκε τόσο ανόητα και έχασε την βασιλεία, ενώ ο εκατόνταρχος με άλλες αρχές, αν και ήταν ειδωλολάτρης μίλησε και έκανε τον Θεό να θαυμάζει, ο ληστής πάνω από τον σταυρό μίλησε και κέρδισε την βασιλεία. Οι πρώτες λαλιές είναι σωστές καταστροφές.

Οι δεύτερες είναι λαλιές ζωής, σωτηρίας διότι έρχονται από επίγνωση, οι οποίες καταλήγουν σε συντριβή καρδιάς, σε μετάνοια, και τέλος σε σωτηρία.

Είναι γεμάτη η Γραφή με παραδείγματα ανθρώπων. Ας ακολουθήσουμε τις λαλιές εκείνες που έκαναν τον Θεό να θαυμάζει.

Αν το προσέξουμε, θα δούμε ότι όλοι μας λέμε πολλά. Πόσα όμως αξίζουν απ’ αυτά;

Τελικά, ο λόγος είναι δίκοπο μαχαίρι.

Η σιωπή όμως όταν αξιοποιείται σωστά και διακριτικά,

είναι πολύτιμη και αναγκαία.

 

Ας ζητήσουμε την βοήθεια του Θεού και ας καλλιεργούμε και τη σιωπή. Ο νους χρειάζεται αποδείξεις για να αλλάξει τον τρόπο που σκέφτεται. Οι αποδείξεις είναι τα έργα μας, οι πράξεις μας και τα αποτελέσματα αυτών τα οποία συγκλίνουν στην αγάπη προς τον Θεό και τον αδελφό. Όποιος αγαπά μόνο τον Θεό και όχι τον αδελφό, απλά ψεύδεται και αποτελέσματα δεν θα έχει.

 

Να γνωρίζουμε, ότι και το αδιέξοδο το δικό μας αλλά και των ανθρώπων γύρω μας είναι το κατ’ εξοχήν πεδίο δράσεως του Θεού. Είναι η ευκαιρία του Θεού για να μας ελκύσει, να μας αγκαλιάσει, να μας οδηγήσει στην σωτηρία ψυχής και σώματος.

 

 Για να δούμε τώρα κάτι άλλο που έχει σχέση με τον πνευματικό μας αγώνα και που θέλει προσοχή, αφού αν δεν το προσέξουμε, δημιουργεί στέρηση της ίδιας της ζωής μας. Διαπιστώνουμε σήμερα αλλά και η ψυχολογία μας το φανερώνει αυτό, πώς ακόμα και σήμερα η συμπεριφορά του καθενός ανθρώπου είναι σε κάθε στιγμή μια σχηματισμένη συμπεριφορά.

 

Δηλαδή ο άνθρωπος χρειάζεται να αλλάζει συνέχεια στάση ανάλογα το περιβάλλον, όπως τα ιγκουάνα, τα οποία για να κρύβονται, έχουν την δυνατότητα να παίρνουν την μορφή του χώρου. Δυστυχώς η υποκρισία μας, μας έκανε να υποκρινόμαστε κάθε φορά, σε σημείο να έχει γίνει σε εμάς φύσει αλήθεια, και ο λόγος διότι γύρω μας δημιουργείται κάθε φορά ένα σύστημα αντιδράσεων και ενεργειών που καθορίζει κάθε φορά έναν ορισμένο τρόπο συμπεριφοράς, ένα σχήμα συμπεριφοράς, ανάλογο πάντοτε προς τις απαιτήσεις της εξωτερικής πραγματικότητας.

 

Δηλαδή πας στην εκκλησία, κάνεις τον χριστιανό, πας να διασκεδάσεις, κάνεις τον μεγάλο πότη και διασκεδαστή, στην συνέχεια γίνεσαι και λιώμα, κάτι που δεν θέλεις αλλά το επιβάλλει το περιβάλλον, σου μιλάνε με εγωισμό, αντιμιλάς με το ίδιο νόμισμα, καμιά σοφία στον άνθρωπο. Αυτός που προσαρμόζεται και κάνει πράγματα που δεν τα πιστεύει είναι ο φέρων μάσκα, ο υποκριτής.

Και μετά σου λένε όλοι αυτοί που κάνουν τους σωτήρες, ότι έκανες μια αμαρτία. Κι όμως την δική τους υποκριτική στάση γιατί δεν την κατανοούν;».

 

Κάπως έτσι συμβαίνει και με εμάς. Για να μην μας κατηγορήσουν, κάνουμε τα χατίρια των άλλων, στην συνέχεια χάνουμε την ταυτότητά μας, την προσωπικότητά μας. Ένας μεγάλος ψυχολόγος ο Jung βρίσκει ότι το σύστημα τούτο των ψυχικών δράσεων και αντιδράσεων είναι ένα απαραίτητο ψυχολογικό μέσο προσαρμογής του ανθρώπου στις συγκεκριμένες συνθήκες της ζωής.

 

Το προσωπείο (Persona) είναι κατά τον Jung σημαντικό, διότι, το να προσαρμόζεται ο άνθρωπος ανάλογα το περιβάλλον, αυτό τον κρατά στην ζωή, έστω και υποκριτικά, αφού ακόμα δεν μπορεί να είναι ο εαυτός του, υπάρχει στον υποκριτή το ψέμα. Απλά προσποιείται, δεν είναι ο εαυτός του. Φυσικά το καταλαβαίνει.

 

Παρόλα αυτά δυστυχώς, δεν μπορεί να το αλλάξει διότι θα συγκρουστεί με τον εαυτό του αλλά και με τους άλλους, κάτι που δεν το θέλει με τίποτα διότι μετά δεν το αντέχει. Συνέχεια στον υποκριτή υπάρχει ένας ψυχολογικός πόλεμος που κατάντησε να γίνει μηχανισμός ζωής για αυτόν, αφού προστατεύει το άτομο από τον κίνδυνο να συγκρουσθεί με την πραγματικότητα της ζωής, την οποία γνωρίζει, αντιλαμβάνεται αλλά δεν μπορεί να αντιμετωπίσει.

 

Αυτό από την μια του κάνει καλό, όμως από την άλλη δεν του επιτρέπει να είναι ο εαυτός του και ο λόγος, διότι το προσωπείο είναι ένας απαραίτητος μεσολαβητής μεταξύ αυτού που το άτομο είναι, και εκείνου που η πραγματικότητα της ζωής απαιτεί να είναι. Γι’ αυτό το προσωπείο είναι πράγματι κάτι το χρήσιμο για το άτομο, αφού το συμφιλιώνει ανώδυνα με την εξωτερική πραγματικότητα της ζωής.

 

Αντιλαμβανόμαστε ότι η βασική αυτή θέση του κάθε ανθρώπου σήμερα, στο να ζει υποκριτικά και να φορά συνέχεια μάσκα αλλά και να ντύνεται με παραλλαγή πνευματική, διανοητική, ψυχική, επιβεβαιώνει στον εαυτό του πρώτα ο καθένας άνθρωπος που αναγεννιέται το ψέμα που ζει μέσα του.

 

Έτσι αντιλαμβάνεται ότι τα ουαί που εξαπέλυσε ο Χριστός στους Γραμματείς και Φαρισαίους όλους μας αγγίζουν. Η Κοινωνική Ψυχολογία μας αποκαλύπτει όψεις του πολύπλοκου μηχανισμού της σχηματισμένης συμπεριφοράς του ανθρώπου και μας διαγράφει τελεια το ασφυκτικό πλέγμα των δράσεων και αντιδράσεων του προσωπείου ή της μάσκας του ατόμου που αντιμετωπίζει με τον αναπόφευκτο αυτόν τρόπο τα άλλα άτομα μέσα στο κοινωνικό σύνολο.

 

Όμως οι άνθρωποι που είναι αναγεννημένοι αλλά και ιδεώδεις είναι πραγματικά ελεύθεροι. Αυτοί δεν κουνούν την ουρά τους σε κανέναν, είναι οι ίδιοι και σήμερα και αύριο και πάντα, όπου και αν βρεθούν. Οι φωτισμένοι άνθρωποι δείχνουν πάντα ένα πρόσωπο, είναι ζωντανοί και ο λόγος διότι βαδίζουν στην ζωή με το δικό τους πρόσωπο, έχουν προσωπικότητα, είναι αληθινοί.

Τώρα η ψυχολογική αυτή αναγκαιότητα της σχηματισμένης συμπεριφοράς καθιερώνεται αυτοδύναμα και σαν θρησκευτική αναγκαιότητα. Ο θρησκευτικός άνθρωπος παγιδεύεται συνήθως ανύποπτα μέσα στα δόκανα της «εσχηματισμένης ευσεβούς μορφώσεως». Κατασκευάζει δηλ. ασυνείδητα το απαραίτητο γι’ αυτόν θρησκευτικό προσωπείο που τον συμφιλιώνει και εδώ με την εξωτερική πραγματικότητα και κυρίως με το θρησκευτικό του περιβάλλον.

Γιατί άλλωστε δεν είναι μόνο η ψυχολογική αναγκαιότητα σαν καθιερωμένο σύστημα συμπεριφοράς που οδηγεί στην κατασκευή αυτή του προσωπείου. Το νόμιμο ευαγγελικό αίτημα για την πραγμάτωση του «καθ’ ομοίωσιν», σε μια παρεξηγημένη εκδοχή, καθιερώνει ασυνείδητα μέσα στο βάθος της προσωπικότητας του θρησκευτικού ανθρώπου την ιδανική ή ιδεατή εικόνα του τέλειου χριστιανού σαν μια άμεση εμπειρία. Και αυτό το βλέπουμε όλοι οι μη αναγεννημένοι χριστιανοί.

 

Λένε με παρρησία ότι είναι χριστιανοί. Αντίθετα, όλοι όσοι κάνουν πραγματικά αγώνα, δηλώνουν για πολλά χρόνια «βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου» (Ρωμ. 7:23). Γι’ αυτό και οι χριστιανοί -με το καψούλι που λέμε- όταν παθαίνουν κάτι, λένε «γιατί», ενώ οι αναγεννημένοι λένε, «ξέρει ο Θεός, αμαρτωλός είμαι και θέλει να με ταπεινώσει για να με σώσει, θέλει να με κάνει παράδειγμα προς μίμηση».

 

Οι μη αναγεννημένοι χριστιανοί, είναι σαν αυτούς τους χριστιανούς που λένε «εγώ προσέχω την διατροφή μου, γυμνάζομαι και λοιπά» ενώ πνευματικά δεν μπορούν να πάνε 200 μέτρα με το αυτοκίνητο και να μην θυμώσουν, νομίζοντας ότι η διατροφή θα τους σώσει.

 

Λέει ένας μια φορά έξυπνος σε έναν που έκανε σωστή διατροφή κλπ, δεν πίνω, δεν τρώω πολύ, κάνω γυμναστική, δεν ξενυχτάω, δεν καπνίζω και ο λόγος για να πεθάνω υγιής.

 

 Το πρόβλημα της υγείας καθορίζεται και από τις καταχρήσεις. Φυσικά γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή, αλλά το βασικό όλης της υπόθεσης είναι το ψυχοσυναισθηματικό κομμάτι, αυτό έχει τον μεγαλύτερο ρόλο. Μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις

 

ο θρησκευτικός άνθρωπος, αντί να αγωνισθεί με υπομονήν τον προκείμενον αυτόν αγώνα, σπεύδει ψυχολογικά στην ψευδαίσθηση της δήθεν ήδη πραγματοποιήσεως του χριστιανικού ιδεώδους και αγωνίζεται ασυνείδητα να το βεβαιώσει με τη βοήθεια ενός θρησκευτικού προσωπείου. Αγωνίζεται να φανεί ότι είναι ο «καλός» χριστιανός και έχει ανάγκη τις κολακείες των άλλων γύρω του, δυστυχώς για τον υποκριτή κάθε πράξη του πρέπει να βεβαιώνει την χριστιανική του ιδιότητα από τους άλλους ανθρώπους, τον ενδιαφέρει πολύ η γνώμη των άλλων και όχι η γνώμη του Θεού. Αυτή η στάση ζωής είναι η μεγαλύτερη μορφή του εγωισμού. Πάντως έστω και με την υποκρισία αναπτύσσεται ένα σύστημα μιας «εσχηματισμένης ευσεβούς μορφώσεως».

 

Στην συνέχεια όμως αυτή η στάση ζωής του βγαίνει ξινή, αφού τον καταλήγει να ζει με πολλές απορίες και γιατί. Αλλά το θρησκευτικό προσωπείο, σαν ωρισμένη «εσχηματισμένη ευσεβής μόρφωσις», είναι μια έννοια αντίθετη ή ασυμβίβαστη με την αδιάστατη εικόνα της ερημικής εσωτερικότητος. Γιατί πράγματι ο αυθεντικός πνευματικός αγωνιστής, ο γνήσιος χριστιανός δεν περιορίζεται σε ωρισμένο υπαρξιακό σχήμα ευσεβείας. Ο τρόπος της ερημικής πνευματικής ζωής και της ασκήσεως είναι απλούς και ασχημάτιστος και άμορφος.

 

Δεν υποτάσσεται σε «κατηγορίες» και σε «καλούπια», σε συστήματα μορφών ζωής που θα ανεγνωρίζοντο εύκολα σαν σχήματα ενός, πνευματικού έστω, προσωπείου. Γι’ αυτό ο γνήσιος άνθρωπος του Θεού, της σιωπής δεν ημπορεί να ανεχθή κανένα είδος συμπεριφοράς που θα επρόδιδε ή θα απεκάλυπτε μια «εσχηματισμένην ευσεβή μόρφωσιν». Δεν επιδιώκει ο άνθρωπος του Θεού μορφή ευσεβείας, αλλά πραγματική ευσέβεια.

 

Τόσα λάθη εμείς καθημερινά κάνουμε απέναντι του και όμως ο Θεός τόσα καλά θέλει να μας μεταγγίσει με την μετάνοια, με την αναγέννηση, αφού εξαιτίας του γινόμαστε παιδιά Θεού και κληρονόμοι Θεού χαρίζοντας σε όλους μας την αγιοπνευματική ζωή, την οποία την μεταβάλλει σε ποιοτική και ποσοτική, πνευματικά καλλιεργημένη.

 

Είναι μεγάλο πράγμα σήμερα, δια του Χριστού, να μπορείς από αγενής να γίνεις ευγενής, από θυμώδης να γίνεις ειρηνοποιός/ειρηνικός, από άδικος να γίνεις δίκαιος, από ψεύτης να γίνεις αλήθεια, από υποκριτής να γίνεις προσωπικότητα, από ανηλεής να γίνεις έλεος, από ξένος του Θεού και αποστάτης αυτού να γίνεις το παιδί του, από δούλος να γίνεις κληρονόμος, συγκληρονόμος αλλά και συμμέτοχος της μεγάλης του δόξης. Από υπερήφανος να γίνεις ταπεινός, από απρόσιτος να γίνεις αγάπη, από μουρτζούφλης να γίνεις χαρούμενος, από άπιστος να γίνεις πιστός, από φτωχός να γίνεις κληρονόμος του κτιστού και άκτιστου κόσμου όλης της δημιουργίας, είναι γραφικό «Αλλ' οι άγιοι του Υψίστου θέλουσι παραλάβει την βασιλείαν και θέλουσιν έχει το βασίλειον εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος» (Δανιήλ 7:18). Εεεεε τώρα όλα αυτά ο άνθρωπος δεν γίνεται να τα πετά στον κάλαθο των αχρήστων για ένα πιάτο φακή που λέμε.

 

Ποιό είναι αυτό το πιάτο της φακής; Απλά είναι η ψευδαίσθηση που έχει ο άνθρωπος στο να ζει υποκριτικά, αλλά και στο να αγωνίζεται συνέχεια να συλλέγει την ύλη αλλά και να στηρίζει την ζωή του σε αυτή. Μάλιστα η παχυλότητα της ύλης έκλεψε την παράσταση στην ζωή μας, αφού δενόμαστε τόσο πολύ με αυτή, σε σημείο να αδικούμε τους πάντες, και τούτο απλά συμβαίνει για την εξασφάλισή της. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να σκεφτούμε όπως ο Θεός, και όχι όπως μας καλεί να σκεφτόμαστε η άγνοιά μας και η ημιμάθειά μας, και δεν μπορεί κανείς να σου τα εξασφαλίσει όλα αυτά, να μου τα εξασφαλίσει όλα αυτά παρά μόνο ο Χριστός, ο Κύριος, ο Άγιος Θεός και Πατέρας, είναι γραφικό «ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ» (Ιω. 1:12), «ως ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε• πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμός 103:24). Τί μεγαλείο Θεέ μου η αγάπη σου, σήμερα μετά δυο χιλιάδες χρόνια να μας αγκαλιάζει και όλους εμάς.

 

Αδέλφια μου, χωρίς Χριστό το ζην, η ζωή, γίνεται εωσφορική αφού με το «εγώ» που δημιουργεί η άγνοια, η αμαρτία, η ύλη αλλά και η εωσφορική μας στάση γενικότερα στην ζωή μας σε σχέση με τους γύρω μας, καταλήγει σε μωρία. Σε αυτήν την περίπτωση ο άνθρωπος ενώ ζει είναι νεκρός. Ενώ με τον Χριστό στην ζωή μας, η ζωή μας μεταβάλλεται σε ευ ζην, αφού η συνεχής πνευματική εξέλιξή μας πάνω στα δρώμενα του Αγίου Ευαγγελίου μας καθιστά, αν πραγματικά αγαπάμε τον Θεό και τον αδελφό μας, ταπεινούς, η ταπείνωση μας καθιστά αιώνιους, άφθαρτους, αθάνατους, γεμάτους με Πνεύμα Θεού, διότι είναι γραφικό «ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ᾿ ἢ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους μου» (Ησαίας 66:2). Όμως μέχρι να έρθει στη ζωή μας ο Θεός, η ταπείνωση, χρειάζεται προσοχή, διότι υπάρχουν πολλά πνεύματα τα οποία ως άγγελοι φωτός μας βγάζουν από τον Θεό, από την ζωή και μας κάνουν να αποκτούμε λογική που δεν απέχει και πολύ από τους ανθρώπους του κόσμου, οι οποίοι δεν έχουν σχέση ουσιαστική αλλά παραδοσιακή και τυπική με τον Θεό.

 

Ο διάβολος δεν θα μας αφήσει εύκολα αφού γράφεται για αυτόν, ότι «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α Πε. 5:8). Φυσικά αυτό ήταν στην Παλαιά Διαθήκη. Όμως και για τους ανθρώπους που έφυγαν της χάρης του Θεού, το ίδιο ισχύει, ενώ για όσους μετανοούν, ο διάβολος γίνεται παιδαγωγός, ευεργέτης ας το πούμε έτσι, και τούτο διότι αυτός μέσα στο σχέδιο του Θεού γίνεται ο εισαγγελέας του Θεού. Συνέχεια μας κατηγορεί, και πάντα μας βγάζει τα άπλυτα στην φόρα, και ο λόγος για να μετανοήσουμε, για να ταπεινωθούμε, διότι η ταπείνωση είναι το παν. Είναι γραφικό, «παν υιόν παραδέχεται εκπαιδεύει και μαστιγεί κι αν είστε χωρίς παιδεία, άρα νόθοι είστε κι ουχί υιοί». Χρειάζεται όμως ειλικρίνεια στον αγώνα μας, διαφορετικά δεν μπορούμε να πετύχουμε τίποτα, ο Θεός δεν μπορεί να συνεργαστεί με ένα πνεύμα και ένα σώμα ακάθαρτο, χρειάζεται αγιασμός, είναι ευαγγελική απαίτηση του ίδιου του Θεού «ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι» (Α΄ Πέτρ. 1:16).

 

Αλλά και στην σιωπή, στην μοναξιά χρειάζεται να έχει ο άνθρωπος πρόγραμμα πνευματικό ώστε να μην τεμπελιάζει, διότι η οκνηρία είναι θανάσιμη αμαρτία. Το πρόγραμμα όμως βοηθά πολύ, διότι σε υποχρεώνει να κάνεις πράγματα που στο τέλος θα γίνουν φύση, τρόπος αγιοπνευματικής ζωής. Αν δεν έχουμε πρόγραμμα, θα πέσουμε σε παγίδες. Π.χ. μια φορά ρώτησε κάποιος ένα μοναχό, «πόσα χρόνια έχεις στο όρος;» και αυτός απάντησε, «έχω πολλά χρόνια στο όρος, στο βουνό όμως προκοπή δεν έχω παιδί μου» και συνέχισε, «και τα τσακάλια στην έρημο ζουν πολλά χρόνια, αλλά τσακάλια παραμένουν». Γι’ αυτό χρειάζεται εμείς να αγωνιζόμαστε πνευματικά αφού ζούμε μέσα στον κόσμο και να έχουμε αισθητήρια γεγυμνασμένα και μεγαλύτερη προσοχή.

 

Μάλιστα χρειάζεται και εμείς να φύγουμε από τον κόσμο ώστε να βρούμε χρόνο να επικεντρωθούμε στον στόχο μας και να μην πηγαίνουμε μια από εδώ και μια από εκεί, λέγοντας στον εαυτό μας και στους άλλους «τα διαχειρίζομαι όλα εγώ, ξέρω τί πρέπει να κάνω σε κάθε περίσταση». Όχι, δεν είναι αλήθεια. Ο νους του ανθρώπου πρέπει να γίνει όπως του Χριστού, καθαρός, ώστε να μπορέσει ο άνθρωπος να αποκτήσει και ένα σώμα όπως του Χριστού, λίγο κόσμο, λίγο Θεό δεν κερδίζεις τίποτα.

 

Μια μέρα δυο αδέλφια είπαν στον Χριστό να τους μοιράσει δίκαια την περιουσία τους και ο Κύριος απάντησε «ἄνθρωπε, τίς με κατέστησε δικαστὴν ἢ μεριστὴν ἐφ᾿ ὑμᾶς;» (Λουκ. 12:14) δεν έκανε ούτε καν συζήτηση. Χρειαζόμαστε λοιπόν γκρέμισμα του παλιού κόσμου που υπάρχει μέσα μας, ώστε να δημιουργηθεί με την μετάνοια, με την αναγέννηση καινούργιο πνεύμα και καινούργιο σώμα, το οποίο σώμα και αν το σκοτώσεις με οποιοδήποτε τρόπο, αυτό να μπορεί πάλι να ζωοποιηθεί αλλά και να αναστηθεί. Ότι έκανε ο Χριστός όλοι μπορούν να το κάνουν, Ο Κύριος είπε, «ο πιστεύων εις εμέ, τα έργα ά εγώ ποιώ κακείνος ποιήσει, και μείζονα τούτων ποιήσει …» (Ιωάννης 14:12).

 

Ξέρετε, όλο το κόλπο είναι να ευαρεστήσουμε τον Θεό. Όποιος ευαρεστεί τον Θεό, απλά όταν προσεύχεται, εισακούγεται, αφού έχει την εξουσία αλλά και την άδεια να κουνά με την προσευχή του το χέρι του Θεού, με λίγα λόγια την παντοδυναμία του Θεού. Σίγουρα και όταν ακόμα δεν είμαστε ολοκληρωμένοι, πάλι να προσευχόμαστε, διότι το έλεός του μας καταδιώκει.

Αδέλφια μου, διαβάζοντας το Ευαγγέλιο του Χριστού, κατάλαβα ότι ο Θεός θέλει να γκρεμίσει εκ θεμελίων τον κόσμο αυτό, και πιστεύω ότι το λίγο Θεός δεν θα μας δημιουργήσει τα αποτελέσματα που αφορούν την ίδια μας την ζωή την οποίαν θέλουμε να στολίσουμε με τον αγιασμό, με τον καθαρισμό, αλλά και με την αφθαρσία. Τί μας λέει ο Κύριος που πραγματικά μας εντυπωσιάζει; Πρώτον, «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος• καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος•» (Ματθ. 10:37). Αγαπάς δηλαδή την μάνα σου, τον πατέρα σου, το παιδί σου παραπάνω από τον Θεό, και πολλοί φυσικά λένε «όχι, τον Θεό πάνω απ’ όλα», μα τα έργα δεν το δείχνουν αυτό, αφού όλοι ασχολούμαστε ο ένας με τον άλλον και όχι με τον Θεό.

 

Με αυτόν τον τρόπο δεν μπορείς να διεκδικήσεις στόχους υπερβατικούς. Δεύτερον, «καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει» (Ματθ. 19:29). Τρίτον, μια μέρα ένας άνθρωπος τον πλησίασε και του λέει «Κύριε θέλω να σε ακολουθήσω αλλά πρώτα επίτρεψέ μου να τακτοποιήσω την οικογένεια, και ο Κύριος του απάντησε «οὐδεὶς ἐπιβαλὼν τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ᾿ ἄροτρον καὶ βλέπων εἰς τὰ ὀπίσω εὔθετός ἐστιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 9:62). Πάει ένας άλλος και σε αυτόν λέει ο Κύριος «ἀκολούθει μοι», και αυτός του λέει «Κύριε, ἐπίτρεψόν μοι ἀπελθόντι πρῶτον θάψαι τὸν πατέρα μου» και ο Χριστός του απαντά «ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς• σὺ δὲ ἀπελθὼν διάγγελλε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 9:59-60).

 

Ένας άλλος του είπε «θέλω να σε ακολουθήσω», αυτός ήταν πλούσιος και ο Χριστός του λέει, «ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι» (Ματθ. 19:21.) Εδώ με όλα αυτά είναι να σου φεύγει το μυαλό, με όλα αυτά ο Χριστός γκρεμίζει εκ θεμελίων το κράτος των ανθρώπων και συστήνει καινούργιο κράτος, καινούργιο λαό, καινούργιο άνθρωπο, χωρίς σύνορα, κράτη, έθνη, θρησκείες, συμφέροντα, προσωποληψίες, αδυναμίες, κλπ. παρά συστήνει μόνο έναν λαό, τον λαό του Θεού. Ο Πατέρας μας θέλει ανθρώπους στην γη την δική του, που να ζουν και να σκέφτονται με αγάπη. Εμείς σήμερα είμαστε ενοικούντες στην γη αυτή και όχι ιδιοκτήτες, γι’ αυτό και δημιουργούνται πολλά προβλήματα σε προσωπικό ή σε γενικό επίπεδο. Ας το πάρουμε απόφαση. Το λίγο Θεός στην ζωή μας δεν φτάνει μόνο το πολύ, ώστε να μπορεί και αυτός ο Θεός, ο Πατέρας μας με όλο το πλήρωμα των αγίων του να σκηνώσει ανάμεσα σε αυτόν τον λαό, σε αυτούς τους ανθρώπους.

 

Εξάλλου και η βασιλεία, τόνισε ο ίδιος, «ἀπὸ δὲ τῶν ἡμερῶν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ ἕως ἄρτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» (Ματθ. 11:12). Μόνο έτσι θα κινήσουμε μηχανισμούς ζωής και μηχανισμούς Θεού, το παράδειγμα παίζει μεγάλο ρόλο. Να γίνουμε παράδειγμα προς μίμηση. Λέγεται, ότι ο άγιος Γεώργιος δεν κήρυττε ποτέ τον Χριστό με τα λόγια του, ήταν ειρηνικός, φωτεινός, χαρούμενος πάντοτε, υγιής, γεμάτος από σοφία Θεού, απαντούσε με σοφία Θεού, τί απαντούσε, όταν κάτι τον ρωτούσαν. Μερικοί τον ρωτούσαν : «Πώς είσαι έτσι Γεώργιε; Τόσο φωτεινός, τόσο πρόσχαρος, τόσο φιλόξενος, τόσο χαρούμενος; Και αυτός έλεγε «είμαι χριστιανός» αυτό απαντούσε. Και αυτό ήταν αρκετό, αφού γινόταν αιτία να γίνουν όλοι γύρω του χριστιανοί για να ομορφύνει η ζωή τους.

Χρειαζόμαστε την σιωπή, την σπουδή. Δεν γίνεται λίγο χριστιανός, λίγο κοσμικός. Μάλιστα για το λίγο χριστιανός και λίγο κοσμικός μιλάνε και οι άγιοί μας.

Ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς σημειώνει σχετικά με την σιωπή και την αφιέρωση: «Ὅπως ὅταν αἱ θύραι τῶν λουτρῶν ἀνοίγωνται συνεχῶς, ἡ ἐσωτερική θέρμη ὠθεῖται ταχύτατα πρός τά ἔξω, ἔτσι συμβαίνει καί στήν ψυχή• ὅταν θέλη νά ὁμιλῆ ἔξω τοῦ μέτρου, ἔστω καί ἄν λέγη μόνον πνευματικούς λόγους, ἐξατονεῖ ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ διά τῆς πύλης τοῦ στόματος. Γι ̓ αὐτό μάλιστα χάνει ἐν συνεχείᾳ τούς δυνατούς πνευματικούς λογισμούς, περιπίπτουσα σέ πλῆθος κατωτέρων ἐννοιῶν καί ὁμιλοῦσα χωρίς τάξιν καί ἀμέτρως στούς τυχόντας, ἐπειδή ἔχασε τήν ἐνέργειαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία συντηρεῖ τήν διάνοιαν φωτεινήν χωρίς φαντασίες. Γιατί τό ἀγαθόν Πνεῦμα ἀποφεύγει πάντοτε τήν πολυλογίαν, ὡς ἄσχετον καί ἀντίθετον σέ κάθε ταραχήν λογισμῶν καί φαντασιῶν ἔστω εὐπρεπῶν. Εἶναι καλή λοιπόν ἡ σιωπή στόν καιρό της, ἡ ὁποία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό μητέρα σοφωτάτων ἐννοιῶν»4. Ὁ ἅγιος Βασίλειος μᾶς λέγει «Ὅταν ἐρωτᾶσαι, δίνε ἀπάντηση μέ τήν πρέπουσα καί ταπεινή φωνή. Ὅταν δέν ἐρωτᾶσαι, σιώπα»5. Και όλα αυτά, διότι χρειαζόμαστε χρόνο ώστε να συλλάβουμε το θέλημά του, το οποίο στην συνέχεια καλούμαστε να το εμφανίσουμε στην ζωή μας.

Νεότερη Παλαιότερη