Ο μισθωτός και ο αληθινός εργάτης του Θεού

 


«Ο μισθωτός και ο αληθινός εργάτης του Θεού»

 

Στην πνευματική ζωή, καθίσταται κρίσιμος ο διαχωρισμός μεταξύ εκείνου που υπηρετεί τον Θεό από ανιδιοτελή αγάπη και εκείνου που πράττει τα έργα του Θεού ως μισθωτός, δηλαδή με κίνητρο το προσωπικό του συμφέρον. Ο ίδιος ο Χριστός μίλησε με σαφήνεια για τον μισθωτό, ο οποίος, ενώ μοιάζει να υπηρετεί, στην κρίσιμη στιγμή εγκαταλείπει το ποίμνιο, διότι δεν έχει σχέση αγάπης αλλά ωφελιμιστική διάθεση.

 

Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός προσδιόρισε το ουσιώδες κριτήριο διάκρισης: «Ὁ ποιμὴν ὁ καλός τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων· ὁ δὲ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὢν ποιμήν... βλέπει τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι τὰ πρόβατα καὶ φεύγει» (Ιω. 10,11–12).

 

Ο μισθωτός εργάζεται για όφελος, για ασφάλεια, για επιβράβευση, όχι για τα πρόβατα – δηλαδή όχι από αγάπη για τον Θεό και τον πλησίον. Ο ποιμένας ο καλός θυσιάζεται, δεν υπολογίζει κέρδος, αναπαύεται μόνο στην ευαρέσκεια του Πατρός.

Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο: «Οὐδεμία ἀρετή ἀμείβεται ὡς ἡ ἄνευ μισθοῦ εὐσέβεια» (Λόγος ΛΓ΄, Εἰς Πάσχα). Δηλαδή, εκείνος που πράττει το αγαθό χωρίς να επιζητεί ανταμοιβή, αυτός είναι ο αληθινά ευσεβής.

 

Ο μισθωτός δεν είναι μόνο λειτουργός· είναι κάθε χριστιανός που λειτουργεί την πίστη του με όρους ανταλλάγματος. Προσεύχεται για να ευλογηθεί οικονομικά, νηστεύει για να προστατευτεί από αρρώστια, εκκλησιάζεται «για να πάει στον Παράδεισο» – όχι γιατί αγαπά τον Θεό και επιθυμεί να μετέχει στη ζωή Του.

 

Αυτή η πνευματική στάση ονομάζεται από τους Πατέρες «δουλοπρέπεια». Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος διακρίνει τρεις βαθμούς πνευματικής πορείας: «Ἔστιν ὁ δοῦλος, ὁ μισθωτὸς καὶ ὁ υἱός· ὁ μὲν δοῦλος φοβεῖται, ὁ δὲ μισθωτὸς πράττει διὰ τοῦ μισθοῦ, ὁ δὲ υἱὸς ἐκ τῆς ἀγάπης» (Λόγος λβ΄).

 

Η αγάπη, όχι ο φόβος ή το συμφέρον, είναι το μέτρο του υιοθετημένου χριστιανού. Ο Χριστός δεν χρειάζεται ανθρώπους που τον υπηρετούν από συμφέρον – όχι γιατί απορρίπτει τον ατελή άνθρωπο, αλλά γιατί το έργο του δεν προχωρεί με λογική συναλλαγής. Η Βασιλεία του οικοδομείται μόνο εκεί όπου υπάρχει ελευθερία και αυθεντική αγάπη. Ο μισθωτός, όταν δεν λάβει ό,τι περιμένει, σκανδαλίζεται, αποχωρεί, διαμαρτύρεται, ενώ ο αληθινός εργάτης μένει πιστός ακόμη και στον σταυρό.

 

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής επισημαίνει: «Οὐχ ὁ τὰ ἔργα ποιῶν ἐστὶ δίκαιος, ἀλλ᾽ ὁ ἐξ ἀγάπης ποιῶν αὐτά» (400 Κεφάλαια περὶ ἀγάπης). Δηλαδή, δίκαιος δεν είναι αυτός που απλώς πράττει έργα, αλλά εκείνος που τα κάνει κινούμενος από την αγάπη προς τον Θεό.

Η πνευματική αναγέννηση και η βιοπνευματική λειτουργία του ανθρώπου.

 

Ο σύγχρονος άνθρωπος αρχίζει να ανακαλύπτει τις αληθινές του δυνατότητες όχι δια της επιστήμης ή της αυτοθέωσης, αλλά δια της εν Χριστῷ ανακαίνισης. Η Φωνή του Θεού, ως ενεργός Λόγος, δεν μεταμορφώνει μόνο τον ψυχισμό του ανθρώπου, αλλά και το ίδιο του το σώμα. Ο Απ Παύλος γράφει: «φανερωθεῖσαν νῦν… ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν διὰ τοῦ εὐαγγελίου» (Β΄ Τιμ. 1,10). Η αφθαρσία είναι καρπός της εν Χριστῷ ζωής, και η κατάργηση του θανάτου δεν νοείται απλώς βιολογικά, αλλά ως κατάργηση της φθοράς στην ψυχή, στο σώμα και στις σχέσεις.

 

Η Πατερική θεολογία –από τον Μέγα Αθανάσιο έως τον Γρηγόριο Παλαμά– τονίζει τη σωτηρία του όλου ανθρώπου, ψυχής και σώματος, την οποία επιτελεί το Άγιο Πνεύμα εντός του ναού του Θεού, δηλαδή του ανθρώπινου σώματος (Α΄ Κορ. 3,16• 6,19). Η μεταμόρφωση του σώματος συνδέεται με την εσωτερική καθαρότητα και την λειτουργική ένταξή του στον χώρο του Θεού, που είναι ο ίδιος ο άνθρωπος εν Αγίῳ Πνεύματι.

Η θεολογία του Λόγου αναγνωρίζει ότι ο νους δεν είναι απλώς λογική δύναμη, αλλά όργανο θεογνωσίας. Καθώς ο νους ενώνεται με τον Λόγο δια της πίστεως, μεταμορφώνει και τον εγκέφαλο, την υλική του έδρα. Η χάρις του Θεού, ενεργώντας εντός του σώματος, συντονίζει τις βιοχημικές λειτουργίες με τον σκοπό της αφθαρσίας και όχι της φθοράς. Το γεγονός ότι ο Χριστός έδωσε στους μαθητές του δύναμη να εκβάλλουν δαιμόνια, να λαλούν νέες γλώσσες (Μάρκ. 16,17), φανερώνει την ενέργεια του Λόγου στην υλική και ψυχοσωματική ύπαρξη.

 

Η παρατήρηση ότι ο άνθρωπος, όταν αγγίζεται από το Άγιο Πνεύμα, αποκτά δυνάμεις υπερβατικές, αποτελεί μαρτυρία της πατερικής ρήσης ότι «ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, ἵνα ὁ ἄνθρωπος γένηται Θεός» (Μ. Αθανάσιος). Οι δυνατότητες του ανθρώπου παραμένουν κρυμμένες μέχρις ότου εναρμονισθεί με τον Θεό μέσω της νόμιμης, δηλαδή της ευαγγελικής οδού.

 

Η πνευματική εξέλιξη του ανθρώπου δεν είναι αποτέλεσμα ψυχολογικής αυτοβελτίωσης, αλλά καρπός της κοινωνίας με τον ζώντα Θεό. Η εμπιστοσύνη στον Λόγο και η υπακοή στην αγιοπνευματική οικονομία οδηγεί στην αφθαρσία, στην αγάπη και στη ζωή αιώνια. Ο κόσμος θα συνεχίσει να αντιστέκεται στην πρόσκληση του Γολγοθά. Όμως η Εκκλησία μαρτυρεί ότι μόνο μέσα από αυτόν τον δρόμο ο άνθρωπος φθάνει στην αληθινή κορυφή: την αγάπη, την ένωση με τον Θεό, την ολοκλήρωση της ύπαρξής του.

Νεότερη Παλαιότερη