ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α 13

 


ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α  13

1Ἐὰν λαλῶ τὰς γλώσσας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μή ἔχω, ἔγεινα χαλκὸς ἠχῶν ἤ κύμβαλον ἀλαλάζον.2Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ ἐξεύρω πάντα τὰ μυστήρια καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε νὰ μετατοπίζω ὄρη, ἀγάπην δὲ μή ἔχω, εἶμαι οὐδέν.3Καὶ ἐὰν πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου διανείμω, καὶ ἐὰν παραδώσω τὸ σῶμά μου διὰ νὰ καυθῶ, ἀγάπην δὲ μή ἔχω, οὐδὲν φελοῦμαι.

4Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, ἀγαθοποιεῖ, ἡ ἀγάπη δὲν φθονεῖ, ἡ ἀγάπη δὲν αὐθαδιάζει, δὲν ἐπαίρεται,5δὲν ἀσχημονεῖ, δὲν ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, δὲν παροξύνεται, δὲν διαλογίζεται τὸ κακόν,6δὲν χαίρει εἰς τὴν ἀδικίαν, συγχαίρει δὲ εἰς τὴν ἀλήθειαν7πάντα ἀνέχεται, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει.

8Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει τὰ ἄλλα ὅμως, εἴτε προφητεῖαι εἶναι, θέλουσι καταργηθῆ εἴτε γλῶσσαι, θέλουσι παύσει εἴτε γνῶσις, θέλει καταργηθῆ.9Διότι κατὰ μέρος γινώσκομεν καὶ κατὰ μέρος προφητεύομεν10ὅταν ὅμως ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ κατὰ μέρος θέλει καταργηθῆ.

11Ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐσυλλογιζόμην ὅτε ὅμως ἔγεινα ἀνήρ, κατήργησα τὰ τοῦ νηπίου.12Διότι τώρα βλέπομεν διὰ κατόπτρου αἰνιγματωδῶς, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον τώρα γνωρίζω κατὰ μέρος, τότε δὲ θέλω γνωρίσει καθὼς καὶ ἐγνωρίσθην.

13Τώρα δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα. μεγαλητέρα δὲ τούτων εἶναι ἡ ἀγάπη.

 

Εἰσαγωγή

 

Η περικοπή της Α΄ Προς Κορινθίους (13,4-8) αποτελεί κορυφαίο θεολογικό χωρίο περί ἀγάπης, όπου ο Απόστολος Παύλος αναπτύσσει μία συστηματική θεολογική ανθρωπολογία και εκκλησιολογία, ερμηνεύοντας την αγάπη όχι απλώς ως ηθική ιδιότητα, αλλά ως θεμελιώδες γνώρισμα του Θεού και του εν Χριστῷ ανθρώπου.

 

1. Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ (μακροθυμία)

 

Η μακροθυμία δηλώνει τη μακράν ὀργὴν, την υπομονή έναντι προσβολών ή αδικίας. Κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, «ο μακρόθυμος μιμείται τον Θεόν, ὁ ὁποῖος ἀνέχεται τὴν ἀμαρτία τοῦ κόσμου, περιμένοντας τὴν μετάνοια». (PG 61, 31). Η μακροθυμία της ἀγάπης είναι έκφραση θείας ανοχής και πραότητας, διά της οποίας ο πιστός αποκαλύπτει την εσωτερική του κοινωνία με τον Θεό της ελεημοσύνης.

 

2. Ἀγαθοποιεῖ (καλοσύνη, ευεργεσία)

 

Η αγαθοποιία συνιστά ενεργητική μορφή της αγάπης: δεν αρκείται στην αποφυγή του κακού, αλλά παράγει αγαθό. Ο Μ. Βασίλειος γράφει: «Ἀγαθὸς οὐχ ὁ μὴ ποιῶν κακὸν, ἀλλ᾽ ὁ ἀεί ποιῶν καλὸν» (PG 31, 912). Η ἀγάπη, επομένως, δεν είναι παθητική ανοχή, αλλά ενεργός διακονία προς τον πλησίον.

 

3. Ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ (απουσία φθόνου)

 

Ο ζῆλος εν προκειμένῳ δηλοῖ φθόνο. Ο αληθινός φορέας της ἀγάπης χαίρει με τη χαρά του άλλου και δεν θλίβεται για την πρόοδό του. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής επισημαίνει ότι «ὁ φθονῶν τὸν πλησίον ἀποδεικνύει ὅτι οὐ μετέχει τῆς θείας ἀγάπης» (Κεφάλαια ἀγάπης 2,43). Η ἀγάπη διαλύει τον ατομοκεντρισμό.

 

4. Ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται (δεν καυχάται)

 

Η περπερεία δηλώνει την κενόδοξη αυτοπροβολή. Ο Χριστιανός που αγαπά δεν επιδεικνύει τις αρετές ή τα χαρίσματά του. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει: «Ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀγάπη, ἐκεῖ λανθάνει ἡ ἀρετή» (Λόγος ΜΒ΄). Η ἀγάπη δεν κάνει επίδειξη, αλλά παραμένει ταπεινή.

 

5. Ἡ ἀγάπη οὐ φυσιούται (δεν υπερηφανεύεται)

 

Η «φύσιωσις» δηλώνει την υπεροψία. Ο Παύλος χρησιμοποιεί τη λέξη αυτή για να χαρακτηρίσει το πνεύμα εγωιστικής ανωτερότητας (πρβλ. Α΄ Κορ. 4,6). Η αγάπη δεν ανυψώνει τον εαυτό της, διότι γνωρίζει ότι κάθε χάρισμα είναι δωρεά του Θεού (Ιακ. 1,17).

 

 

6. Οὐκ ἀσχημονεῖ (δεν συμπεριφέρεται άσχημα)

Η ασχημοσύνη αφορά στην απρέπεια, τόσο ηθική όσο και κοινωνική. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος συνδέει την απρέπεια με την αλαζονεία: «Ὁ ἀσεβῶς φερόμενος ἀτιμάζει τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ». Η αγάπη είναι ευγένεια και σεμνότητα· δεν προσβάλλει, δεν βιάζει, δεν καταφρονεί.

 

7. Οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς (δεν είναι εγωκεντρική)

 

Η αυτοζήτηση είναι μορφή φιλαυτίας. Ο άγιος Μάξιμος υποστηρίζει πως η φιλαυτία είναι «μήτηρ παντός κακοῦ» (Κεφ. αγάπης 2,8). Η αγάπη προσφέρεται χωρίς ανταπόδοση, ζητά το καλό του άλλου.

 

8. Οὐ παροξύνεται (δεν θυμώνει)

Η αγάπη είναι αταραξία. Ο θυμός αποτελεί ένδειξη εσωτερικής διατάραξης. Ο Άγιος Νείλος ο Ασκητής αναφέρει ότι «ὁ θυμὸς σκότος ἐστὶ ψυχῆς». Η αγάπη είναι η ειρήνη της καρδιάς και η πραότητα της Χάριτος.

 

9. Οὐ λογίζεται τὸ κακόν (δεν κρατά μνησικακία)

 

Η αγάπη δεν κρατά λογαριασμό των αδικιών. Ο Χριστός επάνω στο Σταυρό είπε: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς» (Λκ. 23,34). Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος αναφέρει: «Μνήσικακος οὐκ ἐστὶ φίλος τοῦ Χριστοῦ». Η αγάπη λησμονεί και θεραπεύει.

 

10. Οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ.

Η αγάπη δεν ευαρεστείται στην πτώση του άλλου. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος υπογραμμίζει ότι «ἡ ἀλήθεια τρέφει τὴν ἀγάπην» (Λόγος 40). Η χαρά της αγάπης είναι η νίκη της αλήθειας στην καρδιά του ανθρώπου.

 

11. Πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει

 

Τα τέσσερα αυτά ρήματα υποδηλώνουν την πληρότητα της αγάπης:

 

Πάντα στέγει: καλύπτει τα σφάλματα (Παροιμ. 10,12).

 

Πάντα πιστεύει: εμπιστεύεται τον Θεό και τον άνθρωπο.

 

Πάντα ἐλπίζει: δεν απογοητεύεται.

 

Πάντα ὑπομένει: αντέχει μέχρι τέλους.

 

Η αγάπη δεν είναι απλώς συναίσθημα, αλλά πνευματικό ήθος. Κατά τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, «ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν ἐνοικεῖ ἐν αὐτῷ καὶ οὐκέτι ζῇ ἑαυτῷ» (Ύμνοι Θείων Ἐρώτων).

 

12. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.

Η αιωνιότητα της αγάπης δείχνει τον θεολογικό της χαρακτήρα: είναι «ἡ θεία ἐνέργεια ἐν τῷ κόσμῳ». Όταν τα χαρίσματα παύσουν, η αγάπη θα παραμείνει, διότι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» (Α΄ Ιω. 4,8).

 

Συμπέρασμα

 

Η αγάπη δεν είναι απλώς ηθική αρετή, αλλά η ίδια η φύση του Θεού. Όσοι ζουν κατά Χριστόν, φέρουν στην ύπαρξή τους τα χαρακτηριστικά αυτής της αγάπης. Ο Παύλος περιγράφει όχι μια αφηρημένη έννοια, αλλά το ήθος του Θεανθρώπου και των μελών της Εκκλησίας Του. Μόνον εντός αυτής της αγάπης, όπως ορίζει ο Απόστολος, ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει την πληρότητα του είναι και να γνωρίσει «καθὼς καὶ ἐγνωρίσθη» (Α΄ Κορ. 13,12).

 

 

Η χριστιανική πνευματικότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εντολή της αγάπης και τη βίωση της ταπείνωσης ως μυστικών πυλών προς την ομοίωση του ανθρώπου με τον Θεό. Ωστόσο, στην πορεία της Εκκλησιαστικής ζωής, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο της στρέβλωσης του ευαγγελικού ήθους εξαιτίας της προσκόλλησης σε μία άκαμπτη και ηθικιστική ερμηνεία του Νόμου, η οποία απογυμνώνει την πίστη από την αγάπη και οδηγεί τον πιστό σε πνευματικά αδιέξοδα.

 

Η έννοια του Νόμου στην Αγία Γραφή δεν περιορίζεται σε νομικές διατάξεις, αλλά ορίζεται από την εσωτερική σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Ο Απόστολος Παύλος διακρίνει ανάμεσα στο γράμμα και το πνεύμα του Νόμου:

 

«Τὸ γράμμα ἀποκτείνει, τὸ δὲ πνεῦμα ζῳοποιεῖ» (Β΄ Κορ. 3,6). Η εφαρμογή του Νόμου χωρίς αγάπη δεν οδηγεί στη σωτηρία αλλά στη σκληροκαρδία. Η αυστηρότητα ως στάση ζωής καθίσταται αντικείμενο κρίσης από τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος ελέγχει τη νομική ευσέβεια των Φαρισαίων:

 

«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί... τὸν κώνωπα διϋλίζοντες, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες» (Ματθ. 23,23-24).

 

Ο Νόμος δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως εργαλείο επιβολής, αλλά να υπηρετεί την αλήθεια της θείας φιλανθρωπίας. Όπως τονίζει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.

 

Η αγάπη αποτελεί τη συντέλεια του Νόμου, όχι με την έννοια της κατάργησής του, αλλά της πληρώσεως: «Τὸ πλήρωμα τοῦ νόμου ἡ ἀγάπη» (Ρωμ. 13,10). Η εντολή της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον συνοψίζει ολόκληρη τη θεία αποκάλυψη. Κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, «ἡ ἀγάπη ἔστιν ἡ κεφαλὴ καὶ ἡ ῥίζα πάσης ἀρετῆς» (PG 62, 408).

 

Η αγάπη δεν είναι συναισθηματική επιείκεια, αλλά η έκφραση της θείας παρουσίας στον άνθρωπο: «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει» (Α΄ Ἰω. 4,16). Κατά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, η αγάπη δεν αποτελεί απλώς μία εντολή αλλά «ὁ σκοπός πάσης πνευματικῆς ἀσκήσεως», και όποιος δεν οδηγείται σ’ αυτήν, «ἐμάταιωσε τὸν κόπον αὐτοῦ» (Λόγος Α΄, 38).

 

Η εμμονή στην αυστηρότητα, η κρίση του πλησίον και η πνευματική αυταρέσκεια οδηγούν τον άνθρωπο στην πλάνη. Η άγνοια της αγάπης ως καρδίας του Ευαγγελίου γεννά διχόνοια, πνευματική απομόνωση και τελικά πνευματικό θάνατο. Ο όσιος Ποιμήν επισημαίνει:

 

Ο εγωισμός, ακόμη και όταν φέρει προσωπείο πνευματικότητας, είναι εμπόδιο για τη γνώση του Θεού. Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη,

«Ὁ ἰδικός μας λόγος εἶναι νεκρὸς, ὅταν δὲν ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Πνεύματος», ενώ η αυτάρκεια γεννά τύφλωση και σκληρότητα.

 

Οι δοκιμασίες και οι ασθένειες που επιτρέπει η θεία πρόνοια λειτουργούν ως μέσα αφύπνισης: «Ὃν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος, παιδεύει» (Ἑβρ. 12,6). Η οδός του πόνου πολλές φορές οδηγεί εκείνους που είχαν παραστρατήσει να έλθουν εις εαυτόν, όπως ο άσωτος υιός (Λουκ. 15,17).

 

Η αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ταπείνωση, διότι η ταπείνωση είναι το θεμέλιο της κοινωνίας με τον Θεό. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος αναφέρει:

«Ἡ ταπείνωσις εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» και «Ὁ ταπεινός εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀνασταίνει νεκρούς» (Λόγος ΜΣΤ΄).

 

Η έλλειψη ταπείνωσης δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να αναγνωρίσει την πλάνη του, οδηγεί στη σκληρότητα, στην πνευματική ακαμψία και τελικά στον χωρισμό από τη Χάρη. Όπως σημειώνει ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος:

 

«Ὁ μὴ ἀποβαλὼν τὸ δικό του θέλημα, οὐ δύναται τὴν τοῦ Χριστοῦ χάριν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἀισθάνεσθαι».

 

Η πνευματική ζωή δεν οικοδομείται στην ηθικιστική αυστηρότητα, αλλά στη συνείδηση της δικής μας αδυναμίας και στην πρόσληψη του Θείου Ελέους διά της αγάπης και της ταπείνωσης. Όπως ο ίδιος ο Κύριος μας προτρέπει: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶος εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11,29), έτσι και ο πιστός καλείται να ακολουθήσει αυτή τη βασιλική οδό. Η επιμονή στην κρίση και στη σκληρότητα γεννά τύφλωση· η αποδοχή του άλλου εν αγάπη οδηγεί στον Θεό. Καλύτερα να μαθητεύσουμε δια της υπακοής στον Λόγο Του, παρά να μαθαίνουμε δια του πόνου: «Ὁ ἀκούων σοφίαν ἐπαινεῖται· ὁ δὲ ἀμελῶν διδάσκεται διὰ πληγῶν» (Παρ. 13,18,).


Νεότερη Παλαιότερη