Ο Θεός ως αόρατος και ελευθερώνοντας. Παράγοντας στην εμπειρία του ανθρώπου.
Η εμπειρία και η θεολογική κατανόηση του Θεού
στην ιστορία της Χριστιανικής πίστης δείχνουν ότι ο Θεός δεν εμφανίζεται με
τρόπο επιτακτικό και ορατό, αλλά μάλλον με κρυμμένο και αινιγματικό τρόπο, ώστε
η σχέση του ανθρώπου μαζί Του να βασίζεται στην ελεύθερη βούληση και στην
εσωτερική αναζήτηση. Η αόρατη παρουσία του Θεού δεν είναι σύμπτωμα απουσίας,
αλλά αντίθετα λειτουργεί ως προϋπόθεση για την αυτονομία και την ελευθερία του
ανθρώπου.
Αν ο Θεός ήταν ορατός σε σταθερή, αναλλοίωτη
και εμφανή μορφή, όπως μια συνεχής παρουσία στον ουρανό, θα προκαλούσε εκ των
πραγμάτων φόβο και τρόμο στον άνθρωπο. Η παρουσία ενός τέτοιου θεϊκού
«παρατηρητή» θα εξανάγκαζε τους ανθρώπους σε μια στάση φόβου και αναγκαστικής
υπακοής, καταργώντας την αυθεντικότητα της πίστης και της αγάπης, η οποία
πρέπει να προέρχεται ελεύθερα και εκουσίως. Η πίστη που βασίζεται αποκλειστικά
στον φόβο δεν είναι πραγματική σχέση με τον Θεό, αλλά μια μορφή υποταγής που
στερεί την ελευθερία και την προσωπική ευθύνη.
Η Παλαιά Διαθήκη δίνει χαρακτηριστικά
παραδείγματα αυτής της εμπειρίας: όταν ο Θεός αποκάλυπτε την παρουσία Του στον
λαό του Ισραήλ, ο φόβος και ο τρόμος ήταν τόσο έντονοι ώστε οι άνθρωποι
προτιμούσαν να μη βλέπουν τον Θεό άμεσα παρά να βιώνουν αυτήν την άμεση
παρουσία (Έξοδος 20:19). Η συνάντηση με τον Θεό μέσω του Μωυσή αποτελούσε μια
μεσολάβηση απαραίτητη για να μην καταρρεύσουν από τον φόβο.
Στην Καινή Διαθήκη, ο Θεός «φαίνεται» με
διαφορετικό τρόπο, μέσω της ενσάρκωσης του Ιησού Χριστού. Ωστόσο, η παρουσία
Του ήταν ταπεινή, σιωπηλή και όχι επιτακτική• η αγάπη εκδηλώθηκε μέσα από τη
θυσία και την ταπείνωση, παρά μέσα από την επιβολή ή τον φόβο. Παρά τα θαύματα
και την διδασκαλία Του, ο Χριστός δεν έγινε αποδεκτός από όλους, γεγονός που
υπογραμμίζει την ελευθερία της ανθρώπινης επιλογής. Η αποδοχή ή η απόρριψη του
Θεού είναι μια προσωπική και ελεύθερη πράξη, και ο Θεός σέβεται αυτήν την
ελευθερία.
Η παρουσία του Θεού στην ιστορία και στη ζωή
μας γίνεται αντιληπτή κυρίως μέσα από το καλό και το κακό, ως ηθικούς πόλους
που δεν μπορούν να αρνηθούν ούτε οι πλέον αδιάφοροι απέναντι στη θρησκευτική
πίστη. Η ύπαρξη του καλού και του κακού μαρτυρεί την ύπαρξη του Θεού ως πηγής
του αγαθού και της δικαιοσύνης, ενώ το κακό συνδέεται με την εναντίωση και την
απομάκρυνση από Αυτόν. Η πνευματική αναγέννηση, η μετάνοια και η ζωή σύμφωνα με
τις ηθικές αρχές του Ευαγγελίου οδηγούν στην εμπειρία του Θεού ως ζωντανής
παρουσίας μέσα μας, η οποία μεταμορφώνει όχι μόνο το πνεύμα αλλά και το σώμα
(Ρωμαίους 12:2).
Η θυσία του Χριστού στο σταυρό αποτελεί
κορύφωση αυτής της θεϊκής οικονομίας, όπου το θέλημα του Πατέρα και του Υιού
ταυτίζονται σε μια εκούσια προσφορά αγάπης προς τον άνθρωπο, δίνοντας το
υπόδειγμα για την πνευματική ζωή και την ελεύθερη αποδοχή του Θεού. Η αγάπη και
η ελευθερία συνδέονται άρρηκτα, και ο Θεός αποκαλύπτεται εκεί όπου ο άνθρωπος
την ελευθερία του την επιλέγει ως δρόμο ζωής.
Στην εποχή μας, η έντονη παρουσία της
τεχνολογίας και της παγκόσμιας παρακολούθησης, παρότι έχει θετικές εφαρμογές,
φέρνει στο προσκήνιο τον κίνδυνο μιας «δικτατορίας» της πληροφορίας, που
ενδέχεται να γίνει εργαλείο καταπίεσης και ελέγχου. Αυτή η πραγματικότητα
παραλληλίζεται με τις προφητείες για την έλευση του Αντιχρίστου και την
κατάχρηση εξουσίας μέσω της τεχνολογίας, γεγονός που μας καλεί σε πνευματική
εγρήγορση και υπακοή στο θέλημα του Θεού μέσα από την ελεύθερη βούληση και την
αγάπη.
Συμπερασματικά, ο Θεός δεν είναι ορατός με
την έννοια της απλής φυσικής εμφάνισης, διότι αυτό θα κατέλυε την ελευθερία και
την αυθεντική σχέση μαζί Του. Αντίθετα, ο Θεός παραμένει αόρατος αλλά υπαρκτός,
καλώντας τον άνθρωπο να Τον αναζητήσει και να Τον αγαπήσει μέσα από την
ελεύθερη βούληση, τη μετάνοια και την πνευματική αναγέννηση, η οποία οδηγεί
στην αποκάλυψη και την εμπειρία Του ως ζωοποιού και μεταμορφωτικής
πραγματικότητας.
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α 13
1Ἐὰν λαλῶ τὰς γλώσσας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων,
ἀγάπην δὲ μή ἔχω, ἔγεινα χαλκὸς ἠχῶν ἤ κύμβαλον ἀλαλάζον.2Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν
καὶ ἐξεύρω πάντα τὰ μυστήρια καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν,
ὥστε νὰ μετατοπίζω ὄρη, ἀγάπην δὲ μή ἔχω, εἶμαι οὐδέν.3Καὶ ἐὰν πάντα τὰ ὑπάρχοντά
μου διανείμω, καὶ ἐὰν παραδώσω τὸ σῶμά μου διὰ νὰ καυθῶ, ἀγάπην δὲ μή ἔχω, οὐδὲν
φελοῦμαι.
4Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, ἀγαθοποιεῖ, ἡ ἀγάπη δὲν
φθονεῖ, ἡ ἀγάπη δὲν αὐθαδιάζει, δὲν ἐπαίρεται,5δὲν ἀσχημονεῖ, δὲν ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς,
δὲν παροξύνεται, δὲν διαλογίζεται τὸ κακόν,6δὲν χαίρει εἰς τὴν ἀδικίαν, συγχαίρει
δὲ εἰς τὴν ἀλήθειαν7πάντα ἀνέχεται, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει.
8Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει τὰ ἄλλα ὅμως, εἴτε
προφητεῖαι εἶναι, θέλουσι καταργηθῆ εἴτε γλῶσσαι, θέλουσι παύσει εἴτε γνῶσις, θέλει
καταργηθῆ.9Διότι κατὰ μέρος γινώσκομεν καὶ κατὰ μέρος προφητεύομεν10ὅταν ὅμως ἔλθῃ
τὸ τέλειον, τότε τὸ κατὰ μέρος θέλει καταργηθῆ.
11Ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος
ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐσυλλογιζόμην ὅτε ὅμως ἔγεινα ἀνήρ, κατήργησα τὰ τοῦ νηπίου.12Διότι
τώρα βλέπομεν διὰ κατόπτρου αἰνιγματωδῶς, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον τώρα
γνωρίζω κατὰ μέρος, τότε δὲ θέλω γνωρίσει καθὼς καὶ ἐγνωρίσθην.
13Τώρα δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία
ταῦτα. μεγαλητέρα δὲ τούτων εἶναι ἡ ἀγάπη.
Εἰσαγωγή
Η περικοπή της Α΄ Προς Κορινθίους (13,4-8)
αποτελεί κορυφαίο θεολογικό χωρίο περί ἀγάπης, όπου ο Απόστολος Παύλος
αναπτύσσει μία συστηματική θεολογική ανθρωπολογία και εκκλησιολογία,
ερμηνεύοντας την αγάπη όχι απλώς ως ηθική ιδιότητα, αλλά ως θεμελιώδες γνώρισμα
του Θεού και του εν Χριστῷ ανθρώπου.
1. Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ (μακροθυμία)
Η μακροθυμία δηλώνει τη μακράν ὀργὴν, την
υπομονή έναντι προσβολών ή αδικίας. Κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, «ο
μακρόθυμος μιμείται τον Θεόν, ὁ ὁποῖος ἀνέχεται τὴν ἀμαρτία τοῦ κόσμου,
περιμένοντας τὴν μετάνοια». (PG 61, 31). Η μακροθυμία της ἀγάπης είναι έκφραση
θείας ανοχής και πραότητας, διά της οποίας ο πιστός αποκαλύπτει την εσωτερική
του κοινωνία με τον Θεό της ελεημοσύνης.
2. Ἀγαθοποιεῖ (καλοσύνη, ευεργεσία)
Η αγαθοποιία συνιστά ενεργητική μορφή της
αγάπης: δεν αρκείται στην αποφυγή του κακού, αλλά παράγει αγαθό. Ο Μ. Βασίλειος
γράφει: «Ἀγαθὸς οὐχ ὁ μὴ ποιῶν κακὸν, ἀλλ᾽ ὁ ἀεί ποιῶν καλὸν» (PG 31, 912). Η ἀγάπη,
επομένως, δεν είναι παθητική ανοχή, αλλά ενεργός διακονία προς τον πλησίον.
3. Ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ (απουσία φθόνου)
Ο ζῆλος εν προκειμένῳ δηλοῖ φθόνο. Ο αληθινός
φορέας της ἀγάπης χαίρει με τη χαρά του άλλου και δεν θλίβεται για την πρόοδό
του. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής επισημαίνει ότι «ὁ φθονῶν τὸν πλησίον ἀποδεικνύει
ὅτι οὐ μετέχει τῆς θείας ἀγάπης» (Κεφάλαια ἀγάπης 2,43). Η ἀγάπη διαλύει τον
ατομοκεντρισμό.
4. Ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται (δεν καυχάται)
Η περπερεία δηλώνει την κενόδοξη αυτοπροβολή.
Ο Χριστιανός που αγαπά δεν επιδεικνύει τις αρετές ή τα χαρίσματά του. Ο Άγιος
Ισαάκ ο Σύρος γράφει: «Ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀγάπη, ἐκεῖ λανθάνει ἡ ἀρετή» (Λόγος
ΜΒ΄). Η ἀγάπη δεν κάνει επίδειξη, αλλά παραμένει ταπεινή.
5. Ἡ ἀγάπη οὐ φυσιούται (δεν υπερηφανεύεται)
Η «φύσιωσις» δηλώνει την υπεροψία. Ο Παύλος
χρησιμοποιεί τη λέξη αυτή για να χαρακτηρίσει το πνεύμα εγωιστικής ανωτερότητας
(πρβλ. Α΄ Κορ. 4,6). Η αγάπη δεν ανυψώνει τον εαυτό της, διότι γνωρίζει ότι
κάθε χάρισμα είναι δωρεά του Θεού (Ιακ. 1,17).
6. Οὐκ ἀσχημονεῖ (δεν συμπεριφέρεται άσχημα)
Η ασχημοσύνη αφορά στην απρέπεια, τόσο ηθική
όσο και κοινωνική. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος συνδέει την απρέπεια με την
αλαζονεία: «Ὁ ἀσεβῶς φερόμενος ἀτιμάζει τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ». Η αγάπη είναι
ευγένεια και σεμνότητα· δεν προσβάλλει, δεν βιάζει, δεν καταφρονεί.
7. Οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς (δεν είναι εγωκεντρική)
Η αυτοζήτηση είναι μορφή φιλαυτίας. Ο άγιος
Μάξιμος υποστηρίζει πως η φιλαυτία είναι «μήτηρ παντός κακοῦ» (Κεφ. αγάπης
2,8). Η αγάπη προσφέρεται χωρίς ανταπόδοση, ζητά το καλό του άλλου.
8. Οὐ παροξύνεται (δεν θυμώνει)
Η αγάπη είναι αταραξία. Ο θυμός αποτελεί
ένδειξη εσωτερικής διατάραξης. Ο Άγιος Νείλος ο Ασκητής αναφέρει ότι «ὁ θυμὸς
σκότος ἐστὶ ψυχῆς». Η αγάπη είναι η ειρήνη της καρδιάς και η πραότητα της Χάριτος.
9. Οὐ λογίζεται τὸ κακόν (δεν κρατά
μνησικακία)
Η αγάπη δεν κρατά λογαριασμό των αδικιών. Ο
Χριστός επάνω στο Σταυρό είπε: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς» (Λκ. 23,34). Ο άγιος Εφραίμ
ο Σύρος αναφέρει: «Μνήσικακος οὐκ ἐστὶ φίλος τοῦ Χριστοῦ». Η αγάπη λησμονεί και
θεραπεύει.
10. Οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ.
Η αγάπη δεν ευαρεστείται στην πτώση του
άλλου. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος υπογραμμίζει ότι «ἡ ἀλήθεια τρέφει τὴν ἀγάπην»
(Λόγος 40). Η χαρά της αγάπης είναι η νίκη της αλήθειας στην καρδιά του
ανθρώπου.
11. Πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει,
πάντα ὑπομένει
Τα τέσσερα αυτά ρήματα υποδηλώνουν την
πληρότητα της αγάπης:
Πάντα στέγει: καλύπτει τα σφάλματα (Παροιμ.
10,12).
Πάντα πιστεύει: εμπιστεύεται τον Θεό και τον
άνθρωπο.
Πάντα ἐλπίζει: δεν απογοητεύεται.
Πάντα ὑπομένει: αντέχει μέχρι τέλους.
Η αγάπη δεν είναι απλώς συναίσθημα, αλλά
πνευματικό ήθος. Κατά τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, «ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν ἐνοικεῖ
ἐν αὐτῷ καὶ οὐκέτι ζῇ ἑαυτῷ» (Ύμνοι Θείων Ἐρώτων).
12. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.
Η αιωνιότητα της αγάπης δείχνει τον θεολογικό
της χαρακτήρα: είναι «ἡ θεία ἐνέργεια ἐν τῷ κόσμῳ». Όταν τα χαρίσματα παύσουν,
η αγάπη θα παραμείνει, διότι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» (Α΄ Ιω. 4,8).
Συμπέρασμα
Η αγάπη δεν είναι απλώς ηθική αρετή, αλλά η
ίδια η φύση του Θεού. Όσοι ζουν κατά Χριστόν, φέρουν στην ύπαρξή τους τα
χαρακτηριστικά αυτής της αγάπης. Ο Παύλος περιγράφει όχι μια αφηρημένη έννοια,
αλλά το ήθος του Θεανθρώπου και των μελών της Εκκλησίας Του. Μόνον εντός αυτής
της αγάπης, όπως ορίζει ο Απόστολος, ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει την πληρότητα
του είναι και να γνωρίσει «καθὼς καὶ ἐγνωρίσθη» (Α΄ Κορ. 13,12).
Η χριστιανική πνευματικότητα είναι άρρηκτα
συνδεδεμένη με την εντολή της αγάπης και τη βίωση της ταπείνωσης ως μυστικών πυλών
προς την ομοίωση του ανθρώπου με τον Θεό. Ωστόσο, στην πορεία της
Εκκλησιαστικής ζωής, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο της στρέβλωσης του
ευαγγελικού ήθους εξαιτίας της προσκόλλησης σε μία άκαμπτη και ηθικιστική
ερμηνεία του Νόμου, η οποία απογυμνώνει την πίστη από την αγάπη και οδηγεί τον
πιστό σε πνευματικά αδιέξοδα.
Η έννοια του Νόμου στην Αγία Γραφή δεν
περιορίζεται σε νομικές διατάξεις, αλλά ορίζεται από την εσωτερική σχέση του
ανθρώπου με τον Θεό. Ο Απόστολος Παύλος διακρίνει ανάμεσα στο γράμμα και το
πνεύμα του Νόμου:
«Τὸ γράμμα ἀποκτείνει, τὸ δὲ πνεῦμα ζῳοποιεῖ»
(Β΄ Κορ. 3,6). Η εφαρμογή του Νόμου χωρίς αγάπη δεν οδηγεί στη σωτηρία αλλά στη
σκληροκαρδία. Η αυστηρότητα ως στάση ζωής καθίσταται αντικείμενο κρίσης από τον
ίδιο τον Χριστό, ο οποίος ελέγχει τη νομική ευσέβεια των Φαρισαίων:
«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί...
τὸν κώνωπα διϋλίζοντες, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες» (Ματθ. 23,23-24).
Ο Νόμος δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως
εργαλείο επιβολής, αλλά να υπηρετεί την αλήθεια της θείας φιλανθρωπίας. Όπως
τονίζει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.
Η αγάπη αποτελεί τη συντέλεια του Νόμου, όχι
με την έννοια της κατάργησής του, αλλά της πληρώσεως: «Τὸ πλήρωμα τοῦ νόμου ἡ ἀγάπη»
(Ρωμ. 13,10). Η εντολή της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον συνοψίζει
ολόκληρη τη θεία αποκάλυψη. Κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, «ἡ ἀγάπη ἔστιν ἡ κεφαλὴ
καὶ ἡ ῥίζα πάσης ἀρετῆς» (PG 62, 408).
Η αγάπη δεν είναι συναισθηματική επιείκεια,
αλλά η έκφραση της θείας παρουσίας στον άνθρωπο: «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν, καὶ ὁ
μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει» (Α΄ Ἰω. 4,16). Κατά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο,
η αγάπη δεν αποτελεί απλώς μία εντολή αλλά «ὁ σκοπός πάσης πνευματικῆς ἀσκήσεως»,
και όποιος δεν οδηγείται σ’ αυτήν, «ἐμάταιωσε τὸν κόπον αὐτοῦ» (Λόγος Α΄, 38).
Η εμμονή στην αυστηρότητα, η κρίση του
πλησίον και η πνευματική αυταρέσκεια οδηγούν τον άνθρωπο στην πλάνη. Η άγνοια
της αγάπης ως καρδίας του Ευαγγελίου γεννά διχόνοια, πνευματική απομόνωση και
τελικά πνευματικό θάνατο. Ο όσιος Ποιμήν επισημαίνει:
Ο εγωισμός, ακόμη και όταν φέρει προσωπείο
πνευματικότητας, είναι εμπόδιο για τη γνώση του Θεού. Κατά τον Άγιο Γρηγόριο
τον Σιναΐτη,
«Ὁ ἰδικός μας λόγος εἶναι νεκρὸς, ὅταν δὲν ἐνεργεῖται
ὑπὸ τοῦ Πνεύματος», ενώ η αυτάρκεια γεννά τύφλωση και σκληρότητα.
Οι δοκιμασίες και οι ασθένειες που επιτρέπει
η θεία πρόνοια λειτουργούν ως μέσα αφύπνισης: «Ὃν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος, παιδεύει» (Ἑβρ.
12,6). Η οδός του πόνου πολλές φορές οδηγεί εκείνους που είχαν παραστρατήσει να
έλθουν εις εαυτόν, όπως ο άσωτος υιός (Λουκ. 15,17).
Η αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς
ταπείνωση, διότι η ταπείνωση είναι το θεμέλιο της κοινωνίας με τον Θεό. Ο Άγιος
Ισαάκ ο Σύρος αναφέρει:
«Ἡ ταπείνωσις εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»
και «Ὁ ταπεινός εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀνασταίνει νεκρούς» (Λόγος
ΜΣΤ΄).
Η έλλειψη ταπείνωσης δεν επιτρέπει στον
άνθρωπο να αναγνωρίσει την πλάνη του, οδηγεί στη σκληρότητα, στην πνευματική
ακαμψία και τελικά στον χωρισμό από τη Χάρη. Όπως σημειώνει ο Άγιος Συμεών ο
Νέος Θεολόγος:
«Ὁ μὴ ἀποβαλὼν τὸ δικό του θέλημα, οὐ δύναται
τὴν τοῦ Χριστοῦ χάριν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἀισθάνεσθαι».
Η πνευματική ζωή δεν οικοδομείται στην
ηθικιστική αυστηρότητα, αλλά στη συνείδηση της δικής μας αδυναμίας και στην
πρόσληψη του Θείου Ελέους διά της αγάπης και της ταπείνωσης. Όπως ο ίδιος ο
Κύριος μας προτρέπει: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶος εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ»
(Ματθ. 11,29), έτσι και ο πιστός καλείται να ακολουθήσει αυτή τη βασιλική οδό.
Η επιμονή στην κρίση και στη σκληρότητα γεννά τύφλωση· η αποδοχή του άλλου εν
αγάπη οδηγεί στον Θεό. Καλύτερα να μαθητεύσουμε δια της υπακοής στον Λόγο Του,
παρά να μαθαίνουμε δια του πόνου: «Ὁ ἀκούων σοφίαν ἐπαινεῖται· ὁ δὲ ἀμελῶν
διδάσκεται διὰ πληγῶν» (Παρ. 13,18,).
«Ο μισθωτός και ο αληθινός εργάτης του Θεού»
Στην πνευματική ζωή, καθίσταται κρίσιμος ο
διαχωρισμός μεταξύ εκείνου που υπηρετεί τον Θεό από ανιδιοτελή αγάπη και
εκείνου που πράττει τα έργα του Θεού ως μισθωτός, δηλαδή με κίνητρο το
προσωπικό του συμφέρον. Ο ίδιος ο Χριστός μίλησε με σαφήνεια για τον μισθωτό, ο
οποίος, ενώ μοιάζει να υπηρετεί, στην κρίσιμη στιγμή εγκαταλείπει το ποίμνιο,
διότι δεν έχει σχέση αγάπης αλλά ωφελιμιστική διάθεση.
Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός προσδιόρισε το
ουσιώδες κριτήριο διάκρισης: «Ὁ ποιμὴν ὁ καλός τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν
προβάτων· ὁ δὲ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὢν ποιμήν... βλέπει τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι
τὰ πρόβατα καὶ φεύγει» (Ιω. 10,11–12).
Ο μισθωτός εργάζεται για όφελος, για
ασφάλεια, για επιβράβευση, όχι για τα πρόβατα – δηλαδή όχι από αγάπη για τον
Θεό και τον πλησίον. Ο ποιμένας ο καλός θυσιάζεται, δεν υπολογίζει κέρδος,
αναπαύεται μόνο στην ευαρέσκεια του Πατρός.
Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο: «Οὐδεμία ἀρετή
ἀμείβεται ὡς ἡ ἄνευ μισθοῦ εὐσέβεια» (Λόγος ΛΓ΄, Εἰς Πάσχα). Δηλαδή, εκείνος
που πράττει το αγαθό χωρίς να επιζητεί ανταμοιβή, αυτός είναι ο αληθινά
ευσεβής.
Ο μισθωτός δεν είναι μόνο λειτουργός· είναι
κάθε χριστιανός που λειτουργεί την πίστη του με όρους ανταλλάγματος.
Προσεύχεται για να ευλογηθεί οικονομικά, νηστεύει για να προστατευτεί από
αρρώστια, εκκλησιάζεται «για να πάει στον Παράδεισο» – όχι γιατί αγαπά τον Θεό
και επιθυμεί να μετέχει στη ζωή Του.
Αυτή η πνευματική στάση ονομάζεται από τους
Πατέρες «δουλοπρέπεια». Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος διακρίνει τρεις βαθμούς
πνευματικής πορείας: «Ἔστιν ὁ δοῦλος, ὁ μισθωτὸς καὶ ὁ υἱός· ὁ μὲν δοῦλος φοβεῖται,
ὁ δὲ μισθωτὸς πράττει διὰ τοῦ μισθοῦ, ὁ δὲ υἱὸς ἐκ τῆς ἀγάπης» (Λόγος λβ΄).
Η αγάπη, όχι ο φόβος ή το συμφέρον, είναι το
μέτρο του υιοθετημένου χριστιανού. Ο Χριστός δεν χρειάζεται ανθρώπους που τον
υπηρετούν από συμφέρον – όχι γιατί απορρίπτει τον ατελή άνθρωπο, αλλά γιατί το
έργο του δεν προχωρεί με λογική συναλλαγής. Η Βασιλεία του οικοδομείται μόνο
εκεί όπου υπάρχει ελευθερία και αυθεντική αγάπη. Ο μισθωτός, όταν δεν λάβει
ό,τι περιμένει, σκανδαλίζεται, αποχωρεί, διαμαρτύρεται, ενώ ο αληθινός εργάτης
μένει πιστός ακόμη και στον σταυρό.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής επισημαίνει: «Οὐχ
ὁ τὰ ἔργα ποιῶν ἐστὶ δίκαιος, ἀλλ᾽ ὁ ἐξ ἀγάπης ποιῶν αὐτά» (400 Κεφάλαια περὶ ἀγάπης).
Δηλαδή, δίκαιος δεν είναι αυτός που απλώς πράττει έργα, αλλά εκείνος που τα
κάνει κινούμενος από την αγάπη προς τον Θεό.
Η πνευματική αναγέννηση και η βιοπνευματική
λειτουργία του ανθρώπου.
Ο σύγχρονος άνθρωπος αρχίζει να ανακαλύπτει
τις αληθινές του δυνατότητες όχι δια της επιστήμης ή της αυτοθέωσης, αλλά δια
της εν Χριστῷ ανακαίνισης. Η Φωνή του Θεού, ως ενεργός Λόγος, δεν μεταμορφώνει
μόνο τον ψυχισμό του ανθρώπου, αλλά και το ίδιο του το σώμα. Ο Απ Παύλος
γράφει: «φανερωθεῖσαν νῦν… ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν διὰ τοῦ εὐαγγελίου» (Β΄ Τιμ.
1,10). Η αφθαρσία είναι καρπός της εν Χριστῷ ζωής, και η κατάργηση του θανάτου
δεν νοείται απλώς βιολογικά, αλλά ως κατάργηση της φθοράς στην ψυχή, στο σώμα
και στις σχέσεις.
Η Πατερική θεολογία –από τον Μέγα Αθανάσιο
έως τον Γρηγόριο Παλαμά– τονίζει τη σωτηρία του όλου ανθρώπου, ψυχής και
σώματος, την οποία επιτελεί το Άγιο Πνεύμα εντός του ναού του Θεού, δηλαδή του
ανθρώπινου σώματος (Α΄ Κορ. 3,16• 6,19). Η μεταμόρφωση του σώματος συνδέεται με
την εσωτερική καθαρότητα και την λειτουργική ένταξή του στον χώρο του Θεού, που
είναι ο ίδιος ο άνθρωπος εν Αγίῳ Πνεύματι.
Η θεολογία του Λόγου αναγνωρίζει ότι ο νους
δεν είναι απλώς λογική δύναμη, αλλά όργανο θεογνωσίας. Καθώς ο νους ενώνεται με
τον Λόγο δια της πίστεως, μεταμορφώνει και τον εγκέφαλο, την υλική του έδρα. Η
χάρις του Θεού, ενεργώντας εντός του σώματος, συντονίζει τις βιοχημικές
λειτουργίες με τον σκοπό της αφθαρσίας και όχι της φθοράς. Το γεγονός ότι ο
Χριστός έδωσε στους μαθητές του δύναμη να εκβάλλουν δαιμόνια, να λαλούν νέες
γλώσσες (Μάρκ. 16,17), φανερώνει την ενέργεια του Λόγου στην υλική και
ψυχοσωματική ύπαρξη.
Η παρατήρηση ότι ο άνθρωπος, όταν αγγίζεται
από το Άγιο Πνεύμα, αποκτά δυνάμεις υπερβατικές, αποτελεί μαρτυρία της
πατερικής ρήσης ότι «ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, ἵνα ὁ ἄνθρωπος γένηται Θεός» (Μ.
Αθανάσιος). Οι δυνατότητες του ανθρώπου παραμένουν κρυμμένες μέχρις ότου
εναρμονισθεί με τον Θεό μέσω της νόμιμης, δηλαδή της ευαγγελικής οδού.
Η πνευματική εξέλιξη του ανθρώπου δεν είναι
αποτέλεσμα ψυχολογικής αυτοβελτίωσης, αλλά καρπός της κοινωνίας με τον ζώντα
Θεό. Η εμπιστοσύνη στον Λόγο και η υπακοή στην αγιοπνευματική οικονομία οδηγεί
στην αφθαρσία, στην αγάπη και στη ζωή αιώνια. Ο κόσμος θα συνεχίσει να
αντιστέκεται στην πρόσκληση του Γολγοθά. Όμως η Εκκλησία μαρτυρεί ότι μόνο μέσα
από αυτόν τον δρόμο ο άνθρωπος φθάνει στην αληθινή κορυφή: την αγάπη, την ένωση
με τον Θεό, την ολοκλήρωση της ύπαρξής του.
Ζωή και Αφθαρσία: Θεολογία του Σώματος και
της Χάριτος.
Η Αγία Γραφή μαρτυρεί ότι ο Χριστός «ἔλυσε τὸν
θάνατον καὶ ἐφανέρωσε ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν διὰ τοῦ εὐαγγελίου» (Β΄ Τιμ. 1:10). Η
ζωή και η αφθαρσία δεν αποτελούν φυσικά χαρακτηριστικά του πεπτωκότος ανθρώπου,
αλλά καρπούς της θείας χάριτος που δίδονται εν Χριστῷ διὰ Πνεύματος Αγίου, ως
εσχατολογική επαγγελία και ήδη παρόν μυστήριο. Ο άνθρωπος καλείται να εισέλθει
σε αυτή τη νέα ζωή διά της μετανοίας, της εν Χριστῷ αναγεννήσεως και της
ενσωμάτωσής του στο σώμα της Εκκλησίας.
Η καθυστέρηση της πληρώσεως αυτής της
επαγγελίας δεν έγκειται σε αδυναμία του Θεού, αλλά στην ανωριμότητα και
πνευματική τύφλωση του ανθρώπου. Πώς δύναται να διαχειρισθεί την αφθαρσία αυτός
που αδυνατεί να ζήσει την ενότητα, την αγάπη και τη δικαιοσύνη; Οι εγωισμοί, τα
συμφέροντα και η φιλαυτία καθιστούν τον άνθρωπο ανίκανο να αναγνωρίσει το
πρόσωπο του άλλου ως εικόνα Θεού. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: «Οὐδέν
ψυχρὸν ὡς ἀγάπης ἔρημος ἐκκλησία»· η έλλειψη αγάπης νεκρώνει κάθε μυστήριο.
Η φθορά και ο θάνατος, δεν είναι φυσική
αναγκαιότητα αλλά αποτέλεσμα της πτώσεως. «Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος»
(Ρωμ. 6:23). Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ερμηνεύει ότι η αμαρτία φέρει τη
φθορά στο σώμα, διότι αποκόπτει τον άνθρωπο από την πηγή της ζωής, τον Θεό. Η
φθορά, λοιπόν, δεν είναι εγγεγραμμένη στην αρχέγονη φύση του ανθρώπου, αλλά
αποτελεί διατάραξη της θείας ευταξίας.
Η θεώρηση του ανθρώπου ως ολότητα, σώματος
και ψυχής, φωτίζει την ενότητα της ψυχοσωματικής υγείας. Ο σύγχρονος τρόπος
ζωής —τοξική διατροφή, άγχος, πνευματική ρηχότητα— καταστρέφει αργά το σώμα και
την ψυχή. Η «πνευματική δηλητηρίαση» (στενοχώρια, θυμός, απιστία) έχει ολέθριες
συνέπειες για το ανοσοποιητικό και την κυτταρική λειτουργία. Οι Πατέρες
συνδέουν τη σωματική υγεία με την πνευματική κατάσταση. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος
σημειώνει: «Ὁ νους τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ἐμπνευσθῇ ἀπὸ Θεοῦ, ἰατρεύει καὶ τὸ σῶμα».
Ο άνθρωπος, για να μεταβεί από την φθορά στην
αφθαρσία, πρέπει να αναγεννηθεί «ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος» (Ιω. 3:5). Η θεία
χάρις δεν μεταμορφώνει μόνο την ψυχή, αλλά και το σώμα, το οποίο είναι «ναὸς τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορ. 6:19). Η πνευματική αναγέννηση επηρεάζει και τις
βιολογικές διεργασίες: ο εγκέφαλος, οι κυτταρικές λειτουργίες, το ανοσοποιητικό,
εισέρχονται σε μία νέα τάξη, όταν ο άνθρωπος ζει εν Χριστῷ. Ο Άγιος Μακάριος ο
Αιγύπτιος αναφέρει: «Ὁ πιστὸς ἄνθρωπος δύναται κατὰ χάριν ἤδη ἐν τῷ παρόντι αἰῶνι
νὰ μεταμορφωθῇ εἰς ἄνθρωπον ἀφθαρσίας».
Η επιστήμη, όταν κατευθύνεται από το ήθος του
Ευαγγελίου, μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά. Ο προφήτης Ησαΐας λέγει: «Καὶ ἔσται
ἡ πίστις σου στερέωμα καιροῦ» (Ησ. 33:6,). Ο άνθρωπος έχει σχεδιαστεί από τον
Θεό ώστε να μπορεί να ζήσει περισσότερο· ωστόσο, η φθορά επιταχύνεται από τη
ρύπανση του περιβάλλοντος, την υπερκατανάλωση και τις πνευματικές ασθένειες. Η
λύση δεν είναι μόνο ιατρική ή διατροφική· είναι κυρίως εσωτερική: αλλαγή
νοοτροπίας, τρόπου ζωής και προσανατολισμού του νου προς τον Χριστό.
Το Ευαγγέλιο δεν είναι απλώς διδαχή, αλλά
θεία δύναμη. Ο Χριστός υπόσχεται: «Ὁ λόγος ὃν ἐλάλησα ὑμῖν, πνεῦμά ἐστι καὶ ζωή
ἐστι» (Ιω. 6:63). Η εφαρμογή του Ευαγγελίου επιφέρει μεταμόρφωση στον άνθρωπο.
Ο λόγος του Θεού επενεργεί ως πνευματικό και βιοσωματικό φάρμακο. Όπως λέγει ο
Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: «Τὸ Εὐαγγέλιον εἶναι ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ ἡ ζωοποιοῦσα,
καὶ ὁ Χριστός ὁ μόνος ἀληθινὸς ἰατρὸς ψυχῶν καὶ σωμάτων».
Ο Θεός μάς κάλεσε όχι μόνο σε σωτηρία, αλλά
και σε αφθαρσία. Η αφθαρσία δεν είναι υπερφυσική πολυτέλεια, αλλά η φυσική
κατάσταση του ανθρώπου ενωμένου με τον Θεό. Ο Χριστός δεν ήρθε απλώς να μας
λυτρώσει από την αμαρτία, αλλά να «καταργήσει τὸν θάνατον» (Β΄ Τιμ. 1:10), να
ζωοποιήσει τον άνθρωπο ολοκληρωτικά. Εφόσον ο άνθρωπος συντονιστεί με το θέλημα
του Θεού, ενταχθεί στο σώμα της Εκκλησίας και αφιερώσει τον εαυτό του στη θεία
παιδαγωγία, τότε η αφθαρσία —ως πρόγευση ήδη από την παρούσα ζωή— θα λάμψει
στον όλον άνθρωπο. «Ὅταν δὲ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσῃται ἀφθαρσίαν... τότε
γενήσεται ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος• Κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νῖκος» (Α΄ Κορ. 15:54).
